«Αἴτησις τῶν ἀμεινόνων»
Δημοσιεύθηκε 05 Μαρτίου 2026
῾Η ῾Αγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ εἶναι περίοδος ἐντόνου προσευχῆς. Τοῦτο μαρτυροῦν ἡ ποικιλία καὶ ὁ πλοῦτος τῶν ῾Ιερῶν ᾿Ακολουθιῶν, τὰ ἀναγνώσματα, οἱ ὕμνοι. Ὀφείλουμε νὰ ἐπισημάνουμε, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ νηστεύει, ὅταν προσεύχεται, ἀγωνίζεται μὲ περισσότερη δύναμι. Σημειώνει ὁ ῞Αγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος «ὁ εὐχόμενος μετὰ νηστείας διπλᾶς ἔχει τὰς πτέρυγας, καὶ τῶν ἀνέμων αὐτῶν κουφοτέρας (πιό ἐλαφρές)» (῾Ομιλία νζ´ εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον Ε.Π.Ε., τ. 11, σελ. 302-304). «Πάντοτε βέβαια εἶναι μεγάλη ἡ δύναμι τῆς προσευχῆς, ὅταν ὅμως συνοδεύεται καὶ ἀπὸ νηστεία, τότε κάμνει δυνατότερη τὴν ψυχή. Διότι τότε ἀναπέμπεται ἀπὸ τὴ λύρα πιὸ εὐχάριστη καὶ ἀξιόλογη μελωδία» (Τοῦ Ἰδίου, ῾Ομιλία εἰς τὴν Μεγάλην ῾Εβδομάδα, Ε.Π.Ε., τ. 35, σελ. 542).
῾Ο ῞Αγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος δίδει τὸν ὁρισμὸ τῆς προσευχῆς ὡς «αἴτησις τῶν ἀμεινόνων» (δηλ. αἴτησις τῶν ἀνωτέρων καὶ καλλιτέρων (῎Επη Θεολογικά, Ποίημα λδ´, ῞Οροι Παχυμερεῖς Ε.Π.Ε., τ. 9, σελ. 438) καθώς καί ὅτι «δι᾿ εὐχῆς πρὸς Θεὸν ἐκδημοῦμεν» (μὲ τὴν προσευχὴ μεταφερόμαστε στὸν Θεό) (Λόγος κζ´, Θεολογικὸς Α´ Ε.Π.Ε., τ. 4, σελ. 22). ῾Ο Μέγας Βασίλειος ἀναφέρει: «῞Οταν προσεύχεσαι, πρόσεχε μὴ ζητήσης ἄλλα ἀντὶ ἄλλων καὶ προκαλέσης τὴν ὀργὴ τοῦ Κυρίου· μὴ ζητήσης δηλαδὴ χρήματα, ἀνθρωπίνη δόξα, ἐξουσία ἢ κάτι ἄλλο ἀπὸ τὰ παρερχόμενα, ἀλλὰ νὰ ζητῆς τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, καὶ αὐτὸς θὰ σοῦ παράσχη ὅ,τι χρειάζεται τὸ σῶμα, ὅπως λέγει ὁ Κύριος· «ζητεῖτε τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ὅλα αὐτὰ θὰ προστεθοῦν εἰς ὑμᾶς» (Ματθ. 6, 33). Τῆς προσευχῆς ὑπάρχουν δύο τρόποι· ὁ ἕνας εἶναι τῆς δοξολογίας μετὰ ταπεινοφροσύνης, ὁ δεύτερος εἶναι τῆς αἰτήσεως, ποὺ ἀκολουθεῖ. ῞Οταν προσεύχεσαι λοιπόν, μὴν ἀρχίζης ἀμέσως μὲ τὴν αἴτησι· ἄλλως γίνεσαι ὕποπτος ὡς πρὸς τὴν προαίρεσι, ὅτι προσεύχεσαι στὸν Θεὸ πιεζόμενος ἀπὸ τὴν ἀνάγκη. Στὴν ἀρχὴ τῆς προσευχῆς λησμόνησε τὸν ἑαυτόν σου, τὴν γυναῖκα, τὰ παιδιά· ἄφησε τὴν γῆ, πέταξε στὸν οὐρανό, ἄφησε ὅλη τὴν ὁρατὴ καὶ ἀόρατο κτίσι καὶ ἄρχισε νὰ δοξολογῆς τὸν ποιήσαντα τὰ πάντα· ὅταν δὲ δοξολογῆς αὐτόν, νὰ μὴ περιπλανᾶται ὁ νοῦς σου ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, οὔτε νὰ μυθολογῆς»
Ὁ Κύριος μᾶς διδάσκει νὰ εἴμεθα ἐπίμονοι καὶ ζηλωτὲς στὴν πίστι, ὥστε νὰ μάθουμε νὰ μὴ ἀποκάμνουμε ποτέ. Ὅταν ζητήσουμε καὶ δὲν λάβουμε, νὰ μὴ σταματήσουμε, μέχρις ὅτου λάβουμε, ἐὰν βεβαίως ζητοῦμε, ὅσα ὁ Θεὸς θέλει. Δέν πρέπει νά ἀπελπιζόμαστε, ὅταν δέν ἱκανοποιοῦνται τά αἰτήματα τῆς προσευχῆς μας. Πρέπει νὰ προσφέρη κανεὶς ὅλες τὶς δυνάμεις του καὶ νὰ παρακαλῆ ἐντόνως τὸν Θεὸν νὰ συμμαχήση μαζί του. Διότι, ἐὰν κάποιος ἀπὸ ὀκνηρία παραδοθῆ στὶς ἐπιθυμίες καὶ προδώση τὸν ἑαυτό του στοὺς ἐχθρούς, ὁ Θεὸς δὲν συμμαχεῖ μαζί του οὔτε τὸν εἰσακούει, διότι πρόλαβε καὶ ἀποξένωσε τὸν ἑαυτόν του ἀπὸ τὸν Θεὸ διὰ τῆς ἁμαρτίας. Διότι ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ βοηθῆται ἀπὸ τὸν Θεὸ, δὲν ἐγκαταλείπει τὸ καθῆκον του· ἐκεῖνος δὲ ποὺ δὲν ἐγκαταλείπει τὸ καθῆκον του, δὲν ἐγκαταλείπεται ποτὲ ἀπὸ τὴν θεία συμμαχία. Πρέπει λοιπὸν νὰ μὴ τὸν καταδικάζη γιὰ τίποτε ἡ συνείδησίς του καὶ ἔτσι νὰ ἐπικαλεῖται τὴν θεία συμμαχία. Πρέπει νὰ στέκεται κανεὶς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μὲ φόβο καὶ τρόμο, ἔχοντας στραμμένη ὅλη τὴν προσοχή του πρὸς αὐτὸν μόνο καὶ πουθενὰ ἀλλοῦ. Διότι αὐτὸς δὲν βλέπει μόνο τὸν ἐξωτερικὸ ἄνθρωπο, ὅπως οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐσωτερικὸ ἐξετάζει. ᾿Εὰν στέκεσαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅπως πρέπει, καὶ προσφέρης ὅλες σου τὶς δυνάμεις, μὴ φύγης, ἕως ὅτου λάβης αὐτὸ ποὺ ζητεῖς· ἐὰν δὲ μᾶς κατακρίνη ἡ συνείδησή μας ὡς ὑπερήφανους καὶ ἐάν, ἐνῶ μποροῦμε, δὲν προσευχόμαστε συγκεντρωμένοι, μὴν τολμήσουμε νὰ σταθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μὴ γίνη ἡ προσευχή μας ἁμαρτία. ᾿Εὰν ὅμως, ἐπειδὴ ἐξηντλήθηκαμε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, δὲν μποροῦμε νὰ προσευχόμαστε ἀπερισπάστως, ἄς σταθοῦμε ἐπιμόνως ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἔχοντας προσηλωμένο τὸν νοῦν μας σ’ Αὐτὸν καὶ προσκαλώντας Αὐτὸν πλησίον μας, καὶ ὁ Θεὸς συγχωρεῖ, διότι ἀδυνατοῦμε νά σταθοῦμε, ὅπως πρέπει, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὄχι ἀπὸ περιφρόνησι, ἀλλὰ ἀπὸ ἀσθένεια. Ἐπιμόνως ἄς κρούουμε τὴν θύρα Του, ζητώντας τὴν ἐκπλήρωσι τοῦ αἰτήματός μας, «διότι πᾶς ὁ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει».
῾Ο Θεὸς γνωρίζει τὴν καρδιὰ τῶν προσευχομένων. ῾Ο Θεὸς γνωρίζει τί χρειαζόμαστε καὶ μᾶς παρέχει πλουσίως ὅλα τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ πρὸς ἀπόλαυσιν καί, ἐπειδὴ εἶναι ἀγαθός, βρέχει γιὰ τοὺς δικαίους καὶ τοὺς ἀδίκους καὶ ἀνατέλλει τὸν ἥλιό του γιὰ τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἀγαθούς, καὶ πρὶν νὰ τὰ ζητήσουμε ἐμεῖς (βλ. Μ. Βασιλείου, ᾿Ασκητικαὶ Διατάξεις Ε.Π.Ε., τ. 9, σελ. 402-416).

