Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2021

 

 

 

 

 

«Πᾶσα γραφὴ θεόπνευστος καὶ ὠφέλιμος πρὸς διδασκαλίαν, πρὸς ἔλεγχον, πρὸς ἐπανόρθωσιν, πρὸς παιδείαν τὴν ἐν δικαιοσύνῃ, ἵνα ἄρτιος ᾖ ὁ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος, πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἐξηρτισμένος» (Πρός Τιμόθεον Β΄, γ΄, 16-17)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

Ἡ πνευματική ζωή τῶν πιστῶν στηρίζετε στόν λόγο τοῦ Θεοῦ πού περιέχεται στήν Ἁγία Γραφή τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη. Τό βιβλίο αὐτό πού ἐξέδωσε ἡ Ἱερά Μητρόπολή μας ἀποτελεῖ μία σύντομη καί ποροσιτή στόν ἁπλό μελετητή εἰσαγωγή ὥστε οἱ πιστοί νά ἐνθαρρυνθοῦν νά μελετήσουν τήν Ἁγία Γραφή κατά τήν ἀποστολική προτροπή «ταῦτα μελέτα, ἐν τούτοις ἴσθι ἵνα σου ἡ προκοπή φανερά ἦ ἐν πᾶσιν» (Α΄ Πρός Τιμόθεον 4, 15)

 

 

 

 

 

 

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1.Παλαιά καί Καινή Διαθήκη

Ἡ Ἁγία Γραφή ἀποτελεῖται ἀπό δύο μέρη. Τό πρῶτο ὀνομάζεται «Παλαιά Διαθήκη» καί περιλαμόανει τά 49 ἱερά βιβλία τά ὁποία γράφηκαν κατ’ ἔμπνευση τοῦ Θεοῦ κατά τούς πρό Χριστοῦ χρόνους. Τό δεύτερο ὀνομάζεται «Καινή Διαθήκη» καί περιλαμβάνει τά 27 ἱερά βιβλία τά ὁποία ἔγραψαν θεόπνευστοι ἄνδρες κατά τούς μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου χρόνους.

Ἡ λέξη «Διαθήκη» προῆλθεν ἀπό τήν μετάφραση τῆς Ἑβραϊκῆς λέξεως μπερίθ «ΒΕRΙΤΗ» πού  σημαίνει συνθήκη σύμβαση, συμφωνία. Ὁ χαράκτηρισμός τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὡς Διαθήκης, ἤτοι συμφωνίας τοῦ Θεοῦ μέ τούς ἀνθρώπους, ἀναφέρεται σέ πολλά σημεῖα τῆς Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης. Ἔτσι βρίσκουμε τήν λέξη «Διαθήκη» μέ τήν ἔννοια πού ἀναφέρουμε, στά κάτωθι χωρία: «Ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνη διέθετο Κύριος τῷ Ἄβραμ διαθήκην λέγων. . .» (Γενέσεως ιε΄, 18). «Καί ἐγώ ἰδού ἡ διαθήκη μου μετά σοῦ καί ἔση πατήρ πλήθους ἐθνῶν» (Γενέσεως ιζ΄, 4). «Καί λαβών τό βιβλίον τῆς διαθήκης ἀνέγνω εἰς τά ὦτα τοῦ λαοῦ» (Ἐξόδου κδ’ 7).

Τό νόημα τοῦτο τῆς πρός τούς Ἰουδαίους Διαθήκης βρίσκουμε καί στό Λευιτικό. «Ἐάν τοῖς προστάγμασί μου πορεύησθε καί τάς ἐντολάς μου φυλάσσησθε καί ποιήσετε αὐτάς. . . φάγεσθε τόν ἄρτον ὑμῶν εἰς πλησμονήν καί κατοικήσητε μετά ἀσφαλείας ἐπί τῆς γῆς ὑμῶν, καί πόλεμος οὐ διελεύσεται διά τῆς γῆς ὑμῶν. .. καί οὐκ ἔσται ὑμᾶς ὁ ἐκφοβῶν. .. Ἐάν δέ μή ὑπακούσητέ μου μηδέ ποιήσητε τά προστάγματά μου. . . ἐπιστήσω ἐφ’ ὑμᾶς τήν ἀπορίαν. . . Καί σπερεῖτε διακενῆς τά σπέρματα ὑμῶν. . . καί διώξονται ὑμᾶς οἱ μισοῦντες ὑμᾶς... (Λευϊτικόν κστ’, 3 - 46).

Στήν Καινή, ἐξ ἄλλου, Διαθήκη ἀναφέρεται τό χωρίον: «Ἰδού ἡμέραί ἔρχονται, φησί Κύριος, καί διαθήσομαι τῷ οἴκω Ἰσραήλ καί τῷ οἴκω Ἰούδα διαθήκην Καινήν, οὐ κατά τήν διαθήκην ἥν διεθέμην τοῖς πατράσιν αὐτῶν...» (Ἱερεμίου λη’, 31 ). Ἐπίσης τά χωρία: «Τοῦτο ἐστι τό αἷμα μου τό της Καινῆς Διαθήκης...» (Ματθαίου κστ΄ 28), (Μάρκου κβ΄ 20). «Ὅς καί ἱκάνωσεν ἡμᾶς διακόνους Καινῆς Διαθήκης, οὐ γράμματος, ἀλλά πνεύματος». (Πρός  Κορινθίους Β΄, γ΄, 6). «Ἄχρι γάρ τῆς σήμερον τό αὐτό κάλυμμα ἐπί τή ἀναγνώσει τῆς παλαιᾶς διαθήκης μένει. . .» (Πρός Κορινθίους Β΄, γ΄, 14). «Αὗται γάρ εἴσι δύο διαθῆκαι» (Πρός Γαλάτας δ΄ 24). «Καί διά τοῦτο διαθήκης καινῆς μεσίτης ἐστιν. . .» (Πρός Ἑβραίους θ΄ 15) καί ἐκτενέστερον, (Ἴδε Πρός Ἑβραίους η΄, 7-13 καί  θ΄ 15 - 20).

Θά ἐννοήσουμε μέ τήν σημασία τῆς λέξεως «Διαθήκη» ἐάν λάβουμε ὑπ’ ὄψη, ὅτι ὁ Θεός ἐμφανίζεται ὡσάν νά κάμη μία συμφωνία μέ τόν ἄνθρωπο. Ἐκεῖνος μέν δίδει τόν Νόμο Του, ἀναλαμβάνει τήν προστασία τοῦ ἀνθρώπου, ὑπόσχεται οὐράνια ἀγαθά, ἀλλά ζητεῖ καί ἀπό τόν ἄνθρωπο τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν, τίς ὁποίες ἔδωκε. Ἡ συμφωνία αὐτή φαίνεται καί ἐπαναλαμβάνεται κάθε τόσον στά βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπό μέρους τοῦ Θεοῦ διά τῶν ἁγίων ἀνδρῶν τούς ὁποίους Ἐκεῖνος ἀπέστειλε.

Τήν Καινή Διαθήκη, ἤτοι νέα συμφωνία κάμει ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός καί τήν ὑπογράφει μέ τό τίμιο αἷμα Του. Ποίαν συμφωνία κάμει ὁ Κύριος μετά τῶν ἀνθρώπων; Ἐκεῖνος μέν ἔρχεται εἰς τήν γῆν καί γίνεται ἄνθρωπος, διδάσκει καί θαυματουργεῖ καί θυσιάζεται ἐπάνω στόν σταυρό, προσφέρει οὕτω τά πάντα γιά τήν σωτηρίαν μας. Τί ζητεῖ ἀπό τόν ἄνθρωπο; Ζητεῖ νά πιστεύσει βαθειά στό ἀπολυτρωτικό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, νά γνωρίσει τόν Χριστόν ὡς Σωτήρα του, νά Τόν ἀγαπήσει ὡς σωτήρα του, νά ζήσει μία ζωή φωτισμένη ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου, μία ζωήν μέ συνεχῆ πόθο καί προσπάθεια νά γίνει ἄξιος του Σωτῆρος του καί ἄξιος της σωτηρίας πού τοῦ προσφέρει καί ἄξιος τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν καί τοῦ ὑπόσχεται ὁ Κύριος. Αὐτά καλεῖται νά προσφέρη ὁ Χριστιανός, κατά τήν διμερῆ αὐτή συμφωνία, ἤ Διαθήκη, πού συνάπτεται μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου. Πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι δέν ἀφήνεται μόνος καί ἀβοήθητος ὁ ἄνθρωπος στήν προσπάθειά του νά φανεῖ ἄξιος, νά τηρήσει τίς ὑποχρεώσεις του. Τοῦ ἔδωκε ὁ Θεός τήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία μέ τά ἱερά Μυστήρια, μέ τήν προσευχή, μέ τήν ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν, τοῦ μεταδίδει τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τόν καθιστᾶ ἱκανό νά προσφέρει ὅ,τι ἐξαρτᾶται ἀπό τόν ἴδιο γιά τήν σωτηρία του.

2)Ἱερό Βιβλίο

Ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι ἕνα Ἱερό Βιβλίο κατά δύο ἔννοιες. Σ’ αὐτό καταγράφεται ἡ ἀποκάλυψη τοῦ ἀοράτου ζωντανοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους μέσα στήν ἱστορία τοῦ κόσμου. Καταγράφονται οἱ θαυμαστές ἐνέργειές Του γιά τήν δημιουργία καί τήν διακυβέρνηση του κόσμου ὥστε νά ἐκπληρώσει τόν σκοπό τῆς δημιουργία καί ὑπάρξεώς Του.

Κατά ταῦτα εἶναι τό βιβλίο τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καί τῶν ἐνέργειῶν Του ὅπως ἐπίσης καί τοῦ σκοποῦ γιά τόν ὁποῖο πραγματοποιήθηκαν. Ἀποκαλύπτει τόν χαρακτῆρα Του, τίς ἰδιότητές Του, τήν κατάσταση τῆς ζωῆς Του, τό θέλημά Του, τήν γνώμη πού ἔχει γιά τόν ἄνθρωπο πιστό ἤ ἄπιστο, ἐνάρετο ἤ ἁμαρτωλό καί πολλά ἄλλα.

3)Βιβλίο τῆς Ἐκκλησίας

Ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι βιβλίο τῆς Ἐκκλησίας προορίζεται γιά τούς πιστούς πού τούς διδάσκει καί τούς καθοδηγεῖ ὥστε καί αὐτοί νά ἐκπληρώσουν τόν σκοπό τῆς ὑπάρξεώς τους. Δέν θεωρεῖται οὔτε ἱστορικό, οὔτε γεωγραφικό ἤ ὅποιας ἄλλης μορφῆς καί χαρακτήρα ἐπιστημονικό παρά τό γεγονός ὅτι ἀναφέρει ἱστορικά γεγονότα, πρόσωπα καί πληροφορίες διότι σκοπό δέν ἔχει νά καταγράψει τήν ἱστορία ἀλλά τήν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ κατά τόν συγκεκριμένο χρόνο καί τόπο ἐγχειρίδιο.

4)Βιβλίο τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ

Ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι βιβλίο μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, τούς νόμους Του πού ἐκφράζουν τό θέλημά Του πού ὁ κάθε ἄνθρωπος ὀφείλει νά σέβεται καί νά τηρεῖ.

5)Βιβλίο τῶν διαθηκῶν τοῦ Θεοῦ

 μέ τούς ἀνθρώπους

Ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι βιβλίο πού ἀναφέρει τίς κατά καιρόν Συνθῆκες ἤ Συμφωνίες ἤ Διαθῆκες τοῦ Θεοῦ μέ τούς ἀνθρώπους ὅπως τοῦ Ἀβραάμ καί τούς λοιπούς Πατριάρχες τοῦ Ἰσραήλ τόν Μωϋσῆ καί ἄλλους τέλος δέ μέ τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Θέτει τίς προϋποθέσεις γιά τήν σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, ὅτι τό κέντρο τοῦ κόσμου εἶναι ὁ Θεός πού ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νά ἀναγνωρίσει, νά ἀγαπήσει, νά ἐμπιστευθεῖ, νά ὑπηρετήσει ἐλεύθερα καί πρόθυμα καί νά ἑνωθεῖ μαζί Του.

Τό περιεχόμενο τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἐκτείνεται ἀπό τήν δημιουργία τοῦ ὁρατοῦ πρόσκαιρου κόσμου μέχρι τήν εἴσοδο τοῦ ἀνθρώπου στόν αἰώνιο κόσμο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ στό τέλος τῆς ἱστορίας καί τοῦ κόσμου πού θά διαρκέσει στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων δηλαδή ἀτελευτήτως. Στήν διάρκεια αὐτοῦ τοῦ κόσμου συμβαίνουν πτώσεις - ἧττες καί ἀνορθώσεις τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Θεός μέ τήν πρόνοιά Του δέν ἐγκαταλείπει τόν ἄνθρωπο ἀκόμη καί ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐγκαλείπει τόν Θεό «ὡς τὸ ἀποστρέψαι τὸν ἀσεβῆ ἀπὸ τῆς ὁδοῦ αὐτοῦ καὶ ζῆν αὐτόν » (Ἰεζεκιήλ λγ΄, 11).

   

6)Τό βιβλίο τοῦ Θεοῦ

Ὅταν ρώτησαν κάποιο ἀρχαῖο σοφό «διατί δέν συγγράφει», ὥστε νά μελετοῦν οἱ μεταγενέστεροι τήν διδασκαλία του, λέγουν ὅτι ἀπάντησε: «Ὁρῶ τά χαρτία πολύ τῶν γραφησομένων τιμιώτερα».  Δίδαξε μέ τόν τρόπο αὐτό, ὁ σοφός ἐκεῖνος, ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη σοφία, ἡ ὁποία βρίσκεται στά διάφορα συγγράμματα, ὅσο ὑψηλή καί ἄν εἶναι, δέν παύει νά εἶναι ἀτελής τόσο, ὥστε νά θεωρεῖται πολλές φορές τό χαρτί τῶν βιβλίων πολυτιμότερο ἀπό τίς ἰδέες τίς ὁποῖες περιέχουν τά βιβλία.

Μοναδική ἐξαίρεση ἀποτελεῖ «τό βιβλίο τοῦ Θεοῦ».  Ἀκριβῶς διότι εἶναι «τό βιβλίο τοῦ Θεοῦ» καί ὄχι δημιούργημα ἀνθρώπων, δηλαδή δέν περιέχει ἀνθρώπινη γνῶση καί σοφία.

Εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, πού ἀπευθύνεται αἰωνίως μέσω τοῦ θείου αὐτοῦ βιβλίου, τῆς Ἁγίας Γραφῆς, «εἰς πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον» (Ἰωάννου α΄, 9) . Εἶναι ὁ λόγος πού ὁδηγεῖ, φωτίζει, ἀνακουφίζει καί στηρίζει τόν ἄνθρωπο  στόν ἀγῶνα τῆς ζωῆς του.

Συγκινεῖ καί γοητεύει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἐξ ἴσου τά μεγάλα πνεύματα, ὅσο καί τούς ἁπλοϊκούς ἀνθρώπους. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ τώρα μέν σάν φωτιά, «ὡς πῦρ καταναλίσκον» (Ἑβραίους ιβ΄, 29), κατακαίει τά ἀγκάθια τῶν παθῶν καί γεμίζει μέ φλόγα θείας ἀγάπης τήν ψυχήν, ἔπειτα δέ δροσερός, ὡς «πνεῦμα δρόσου διασυρίζον» (Δανιήλ γ΄, 50), δροσίζει, ἱκανοποιεῖ καί ζωογονεῖ τόν ἄνθρωπο.  Ὁ ἴδιος λόγος γίνεται κάποτε πιό κοφτερός ἀπό μάχαιρα δίκοπη, «τομώτερος ὑπέρ πάσαν μάχαιραν δίστομον»( Ἑβραίους δ΄, 12), διά νά κόψει καί καθαρίσει κάθε σάπιο ποῦ θά βρεῖ στήν ψυχή. Συγκλονίζει, συγκινεῖ καί ἐπαναφέρει τόν ἄνθρωπο σέ συναίσθηση ὥστε ἀπό ψυχικά καί ἠθικά ἐρείπια δημιουργεῖ ἁγίους.  Ἐκ παραλλήλου εἶναι τόσο ἤρεμος καί γαλήνιος, ἱκανός νά δώσει τήν χαρά, νά ἱκανοποιήσει τά αἰτήματα τῆς ἐδῶ ζωῆς καί τῆς μελλούσης. Εἶναι λόγος ὅλος λαμπρότητα καί καθαρότητα καί θεία δύναμη καί μεγαλεῖο. Εἶναι λόγος Θεοῦ.

Ὅσοι πιστεύουν στόν Θεό δέν ἔχουν κἄν ἀνάγκη νά πληροφορῆθοῦν ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι βιβλίο θεόπνευστον, πού περιέχει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Βρίσκουν τήν διαβεβαίωση αὐτή σ’ αὐτό τοῦτο τό βιβλίο. Αὐτοί βλέπουν τόν ἴδιο τόν Θεό μέσα στούς λόγους Του. Βλέπουν τήν παντοδυναμία καί τήν πανσοφία Του. Τήν αἰωνιότητα καί τήν ἀγάπη Του. Ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι γι’ αὐτούς τό βιβλίον τῆς ζωῆς. Ἡ πυξίδα τους, ὁ δρόμος τους, τό φῶς τους.

Γιά τούς ἄλλους, πού ἴσως ἀμφιβάλλουν, δέν μένει παρά μία ἀμερόληπτη ἐξέταση. Νά μελετήσουν οἱ ἴδιοι τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. «Νά ἐρευνήσουν τάς Γραφάς» (Ἰωάννου ε΄, 39), ὅπως συνιστᾶ τό Εὐαγγέλιο. Τότε θά πεισθοῦν ὅτι μέσα στήν Ἁγία Γραφή ὁμιλεῖ ὁ Θεός πρός τόν ἄνθρωπο. Τότε θά ὁμολογήσουν, ὅταν εἶναι εἰλικρινεῖς καί δέν θέλουν νά ἀποκρύψουν τήν ἀλήθεια, ἐκεῖνο τό ὁποῖο ὠμολόγησαν καί διεκήρυξαν πολλοί ἄπιστοι ἐρευνητές καί μελετητές τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ὁ Μάξ Μύλλερ, Γερμανός γλωσσολόγος, μιλοῦσε πάντοτε μέ περιφρόνηση γιά τήν Ἁγία Γραφή, θέλησε ὅμως νά γράψει παγκόσμια ἱστορία καί γιά τόν σκοπό αὐτό τήν μελέτησε. Ἔπειτα ἀπό λίγο καιρό ἔγραφε σ’ ἕνα φίλο του, «φίλε μου, σέ πληροφορῶ ὅτι μελέτησα τήν Ἁγία Γραφή. Ὦ πόσος μεγάλος θησαυρός εἶναι κρυμμένος σ’ αὐτό τό βιβλίο! Λυποῦμαι πολύ πού μόλις τώρα σέ ἡλικία 50 ἐτῶν κατώρθωσα νά ἀνακαλύψω τόν πολύτιμο αὐτό θησαυρό. Πῶς νά σοῦ περιγράψω τό τί βρῆκα μέσα στό Εὐαγγέλιο; Τό φῶς τό ὁποῖο εἶδεν ὁ Παῦλος στήν ὁδό τῆς Δαμασκοῦ δέν ἦτο περισσότερο παράδοξο ἀπό ἐκεῖνο πού ἔπεσε πάνω μου, ὅταν ἀνακάλυψα, ὅτι μέσα στό Εὐαγγέλιο ὑπάρχει ἡ πραγματικότητα ὅλων τῶν προσδοκιῶν, ἡ ὑψίστη τελειότητα τῆς φιλοσοφίας, τό κλειδί, πού ἐξηγεῖ ὅλες τίς φαινομενικάς ἀντιθέσεις τοῦ φυσικοῦ καί ἠθικοῦ σύμπαντος».

Εἶναι μία γνώμη ἀπό τίς ἀμέτρητες πού ὑπάρχουν. Καί στήν πραγματικότητα εἶναι ὁμολογία πίστεως στόν λόγο τοῦ Θεοῦ,  ὅπως ἀποκαλύπτεται στήν Ἁγία Γραφή. Ὁμολογία, πού στήν οὐσία ἐπαναλαμβάνει τήν βεβαίωση του Ἀποστόλου Παύλου. «Τό Εὐαγγέλιον τό εὐαγγελισθέν ὑπ’ ἐμοῦ οὐκ ἔστι κατά ἄνθρωπον» (Γαλάτας α΄, 11).

7) Ἕνα ἁρμονικό σύνολο

Εἶναι δύσκολο καί σέ δοκίμους ἀκόμη συγγραφεῖς νά ἐξασφαλίσουν ἑνότητα στό ἔργο του. Καί ὅμως, στά βιβλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τά ὁποῖα γράφησαν σέ διαφορετικές ἐποχές καί τόπους καί ἀπό διαφορετικούς συγγραφεῖς, ὑπάρχει μοναδική, πηγαία, ἀξιοθαύμαστη καί πολύπλευρη ἑνότητα.

Πράγματι ἀπό τήν ἐποχή πού ἐγράφη τό πρῶτο βιβλίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, «ἡ Γένεσις», μέχρι τῆς ἐποχῆς πού ἐγράφη καί τό τελευταῖον «ἡ  Ἀπόκάλυψις τοῦ Ἰωάννου», ἐπέρασαν 1600 περίπου ἔτη. Εἰς τό χρονικόν αὐτό διάστημα τῶν  16 αἰώνων ἐγράφησαν τά 76 βιβλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, (49 τῆς Παλαιᾶς καί 27 τῆς Καινῆς Διαθήκης). Γράφηκαν δέ ἀπό ἀνθρώπους κάθε τάξεως καί ἡλικίας καί μορφώσεως καί τόπου. Ὑπάρχουν βιβλία Βασιλέων, ὅπως τά τοῦ Δαυΐδ καί τοῦ Σολομῶντος, ἀλλά ὑπάρχουν καί βιβλία ἁλιέων. Μεταξύ τῶν συγγραφέων καταλέγονται ἄνθρωποι μεγάλης μορφώσεως, ὡς ὁ Μωϋσῆς, ὁ Παῦλος, ὁ Λουκᾶς, ἀλλά καί ἄνθρωποι μικρᾶς μορφώσεως. Ὅλοι αὐτοί ἔγραψαν σέ διαφορετικές χῶρες, σέ διαφορετικές ἐποχές, σέ διαφορετικές περιστάσεις. Πολλά ἀπό τά βιβλία αὐτά φέρουν χαρακτήρα ἱστορικό, ἄλλα διδακτικό, ἄλλα ποιητικό, ἄλλα προφητικό. Καί ὅμως ὅλα ὑφαίνουν τήν ἴδια θεία ἑνότητα.Ὅλα ἀσχολοῦνται μέ τό ἴδιο, τό μοναδικό θέμα, πού δύναται νά συνοψισθεῖ στίς λέξεις «Λύτρωσιν ἀπέστειλέ Κύριος τῷ λαῶ αὐτοῦ» (Ψαλμός 110 , 9).

Γιά νά ἐμφανίσουν τό θέμα τοῦτο τῆς λυτρώσεως, γιά νά κάμουν τόν ἄνθρωπον νά καρπωθεῖ τήν λύτρωση, ἐμφανίζουν τόν Θεό, καθιστοῦν γνωστόν στόν ἄνθρωπο, τόν ἄνθρωπο - διότι χωρίς τήν βοήθεια τῆς Ἁγίας Γραφῆς δέν γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος τόν ἑαυτό του - περιγράφουν τήν μάκαριότητα τοῦ ἀνθρώπου πλησίον τοῦ Θεοῦ, τήν κακοδαιμονία του στήν κατάσταση τῆς ἁμαρτίας, κηρύσσουν τήν μετάνοια, γιά νά ἐπαναφέρουν τόν πλανηθέντα πλησίον τοῦ Θεοῦ,  ὑπόσχονται τήν ἀνταπόδοση ἤ ἐμφανίζουν ἀπειλητικῶς τήν θεία τιμωρία. Ἰδιαιτέρως τά βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης προφητεύουν τήν ἔλευση τοῦ Σωτῆρα, ἐνῶ τά τῆς Καινῆς Διαθήκης ἀναφέρονται στήν ἐνανθρώπιση Του, τήν διδασκαλία Του, τά θαύματά Του,  τό πάθος, τήν ἀνάσταση, τονίζουν τήν ἐπαλήθευση τῶν προφητειῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στό πρόσωπο τοῦ Σωτῆρος καί καλοῦν τόν ἄνθρωπο νά πιστεύσει στόν Ἰησοῦ Χριστό καί τό ἀπολυτρωτικό Του ἔργο, γιά νά κληρονομήσει τήν αἰώνια ζωή. Ὅλα τά βιβλία δεικνύουν τόν Χριστόν, τά μέν ὡς τόν ἀναμενόμενο, τά δέ ὡς τόν ἐνανθρωπήσαντα Λυτρωτή.

Ἑνότητα στό θέμα, ἑνότητα στήν ἔννοια τῶν βιβλίων τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὡς πρός τό πρόσωπο καί τό ἔργο τοῦ Λυτρωτοῦ, ἀλλά ἑνότητα καί στήν ἠθική διδασκαλία, δηλαδή, ἐκεῖνο πού ἐδίδαξε ὡς ἠθικό ὁ Μωϋσῆς, κατά τρόπο προσιτό στήν ἐποχή Του, δέν τό ἀναιρεῖ, δέν τό ἀπορρίπτει ὁ λόγος τοῦ Κυρίου, ἀλλά τό συμπληρώνει καί τό διατυπώνει τελειότερα. Καί γιά νά μή νομισθεῖ ὅτι ἡ νέα μορφή τῆς διδασκαλίας ἀντίκειται πρός τήν παλαιά διατύπωση τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου, λέγει ὁ Κύριος. «Οὐκ ἦλθον καταλῦσαι τόν Νόμον ἤ τούς Προφήτας, οὐκ ἦλθον καταλῦσαι ἀλλά πληρῶσαι)» (Ματθαίου ε’, 17). Ἐφιστᾶ δέ καί τήν προσοχή τῶν συγχρόνων Του στόν σεβασμό καί τήν τήρηση τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου διά τῶν λόγωνΤου: «Ὅς, ἐάν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν» (Ματθαίου ε΄, 19).

Εἶναι δέ τόσο ἔγκυρη ἡ παλαιά μορφή τοῦ Νόμου, ὥστε λέγει ὁ Κύριος: «Ἴωτα ἕν ἤ μία κεραία οὐ μή παρέλθη ἀπό τοῦ Νόμου ἕως ἄν πάντα γένηται» (Ματθαίου ε’, 18).

Δέν ὑπάρχει ἐπισημοτέρα ἀναγνώριση τοῦ κύρους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπό τούς λόγους τοῦ Κυρίου: «Εἰ γάρ ἐπιστεύετε Μωϋσεῖ, ἐπιστεύετε ἄν ἐμοί,  περί ἐμοῦ γάρ ἐκεῖνος ἔγραψεν» (Ἰωάννου ε΄, 46). Καί τοῦτο ἐκτός τῶν ἄλλων πολλῶν χωρίων, μαρτυρεῖ τήν ἑνότητα, ἡ ὁποία ὑφίσταται μεταξύ τῶν βιβλίων τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καιινῆς Διαθήκης. Ἡ μέν Παλαιά ὁμοιάζει πρός προβολέα τοῦ ὁποίου τό φῶς πίπτει σέ ἕνα ὡρισμένο σημεῖον γιά νά προδηλώσει καί ἐμφανίσει τό πρόσωπο καί τό ἔργο τοῦ Κυρίου, νά στρέψει τήν προσοχή πρός αὐτό καί νά γιγαντώσει τόν πόθον τῆς ἀναμονῆς Του, γι’ αὐτό καί χαρακτηρίσθηκε «Παιδαγωγός εἰς Χριστόν», ἡ δέ Καινή Διαθήκη ἐπικυροῖ τήν Παλαιά σέ τρόπο ὥστε νά διαλάμπει μεταξύ αὐτῶν ἡ ἀδιάσπαστη καί θαυμαστή ἑνότητα.

Ἐξ ἄλλου 332 διαφορετικές προφητεῖες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἐκπληροῦνται στό πρόσωπον τοῦ Κυρίου, ἐνῶ ἡ Καινή Διαθήκη παραθέτει 181 χωρία τῆς Παλαιᾶς, ἐκτός τῶν ἀμετρήτων ἄλλων χωρίων τά ὁποία ἀναφέρονται σέ γεγονότα ἤ πρόσωπα τῆς Παλαιᾶς Γραφῆς.

Καταπληκτική ἑνότητα ἐμφανίζεται καί στούς συμβολισμούς καί στήν σημασία ἡ ὁποία δίδεται σέ κάθε ἔννοια. Ὅ,τι χαρακτηρίζεται ὡς ἀξιόλογο σέ ἕνα βιβλίον, εἶναι ἀξιόλογο καί σέ ὅλα τά ἄλλα. Κατά τόν ἴδιο π.χ. τρόπο ἐγκωμιάζεται ὁ πιστός καί μέ ἀνάλογη αὐστηρότητα ἐλέγχεται ὁ ἀποστάτης. Κατά τόν ἴδιο τρόπο τονίζεται ἡ προσωρινότητα τῆς ζωῆς αὐτῆς καί ἡ αἰωνιότητα τῆς μελλούσης. Ἡ ἴδια διάκριση γίνεται στήν πίστιν καί στά ἔργα τῶν ἀνθρώπων.

Καί ποία ἡ ἐξήγηση τῆς ἑνότητος; Δέν μπορεῖ νά εἶναι ἄλλη ἐκτός ἀπό τήν πίστη ὅτι ὁ Θεός ἐνέπνευσε τούς συγγραφεῖς ὅλων τῶν βιβλίων Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης, γιά νά ἀποκαλύψει μέ αὐτά τήν θέλησή Του. Καί μάλιστα μέ πολλούς συγγραφεῖς, διαφορετικῆς προελεύσεως καί ἐποχῆς καί κοινωνικῆς τάξεως καί μορφώσεως καί τόπου, ὥστε καί ἡ ἀνομοιογένεια τῶν συγγραφέων νά μαρτυρεῖ, μέ τήν ἑνότητα καί ἁρμονία, τήν θεία προέλευση τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

8) «Παιδαγωγός ἡμῶν γέγονεν»

Ὡς «παιδαγωγόν ἡμῶν εἰς Χριστόν» ἐχαρακτήρισε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τόν Μωσαϊκόν Νόμον καί γενικώτερα τά βιβλία της Παλαιᾶς Διαθήκης. Καί δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁποιοσδήποτε μελετήσει τήν Ἁγία Γραφή θά κατανοήσει πόσο δίκαιο εἶχε ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν ἔδιδε τόν χαρακτηρισμό τοῦτο.

Διότι, ποῖο εἶναι τό ἔργο τοῦ παιδαγωγοῦ; Νά διδάσκει στό παιδί ἐκεῖνα πού πρέπει νά μάθει. Καί νά τά διδάσκει μέ σύστημα. Νά ἀρχίζει ἀπό τά εὐκολώτερα καί νά προχωρεῖ στά δυσκολώτερα. Νά καθιστᾶ ἱκανό τό παιδί νά κατανοεῖ ὅ,τι πρόκειται νά τό ἀπασχολήσει ἀργότερα στήν ζωή του. Ἀλλά τόν ἴδιο ἀκριβῶς ρόλο διεδραμάτισε καί ὁ Μωσαϊκός Νόμος καί γενικῶς ἡ Παλαιά Διαθήκη.

Παιδαγώγησε τόν προχριστιανικό κόσμο μέ τήν μονοθεΐα. Καλλιέργησε τήν λατρεία τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ στό  Ἰσραηλιτικό γένος καί κατώρθωσε νά διατηρήσει τήν μονοθεΐα αὐτή ἐπί τόσους αἰώνες καί ὑπό τίς χειρότερες συνθῆκες, τίς ὁποῖες ἀντιμετώπισε ὁ  Ἰσραηλιτικός λαός. Ἡ πίστη στόν «Θεόν τῶν Πατέρων» τόν Θεόν «τοῦ  Ἀβραάμ,  Ἰσαάκ καί Ἰακώβ», ἦταν ἐκείνη πού τούς γιγάντωσε τόσο κατά τάς σκληρές ἡμέρες τῆς Αἰγυπτιακῆς δουλείας, καί τίς ταλαιπωρίες τῆς ἐρήμου, ὅσον καί ἀργότερα μεταξύ τῶν Χαναναίων, καί ἄλλων διαφόρων εἰδωλολατρικῶν λαῶν, μετά τῶν ὁποίων εὑρίσκοντο στήν ἀνάγκη νά κάμουν σκληρούς καί ἀλλεπαλλήλους πολέμους.  Ἀλλά καί μετέπειτα, ὅταν ὁδηγήθηκαν αἰχμάλωτοι στήν Βαβυλώνα καί ὅταν ὑπήχθηκαν ὑπό τό σκῆπτρο τῶν Περσῶν καί μετέπειτά τοῦ Μεγάλου  Ἀλεξάνδρου καί μετά ταῦτα τῶν Ρωμαίων καί ἦλθαν σέ σχέσεις μέ  διαφορετικούς λαούς καί γνώρισαν ἄλλους Θεούς, ὡς σύνολον δέν ἐγκατέλειψαν τήν λατρείαν τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ.

Καί τοῦτο ὀφείλεται στήν παιδαγωγία τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου καί τῶν Προφητῶν, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ἔστρεφαν τήν προσοχή τοῦ λαοῦ τούτου στόν Θεό καί ὑπενθύμιζαν τόν ὑψηλό προορισμό του, νά ἀποτελέσει τό φυτώριο τῆς τελείας πλέον θρησκείας τοῦ Ἰησοῦ. Ἀπαραίτητη, κατά ταῦτα προϋπόθεση ἦταν τό στάδιον τοῦτο τῆς προχριστιανικῆς μονοθεΐας, κατά τήν ὁποία καλλιεργήθηκε ἡ προσδοκία τῆς ἐλεύσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Διότι, πῶς θά ἦταν δυνατό νά ἀναμένει καί νά γνωρίσει ὁ κόσμος τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, ἐάν δέν ἐγνώριζε τόν Πατέρα Θεόν; Ὁλόκληρος δέ ἡ Παιλαιά Διαθήκη παιδαγωγεῖ εἰς Χριστόν διότι προετοιμάζει τόν κόσμο γιά νά ὑποδεχθεῖ τόν Ἰησοῦ Χριστό.

          Ἀλλά καί ὁ ἠθικός νόμος, πού δίδει ὁ Θεός μέ τόν Μωϋσῆ, εἶναι καί αὐτός «προγυμνάσιον» πού ἔχει σκοπό νά παιδαγωγήσει τόν ἄνθρωπο καί νά τόν καταστήσει ἱκανό νά δεχθεῖ καί νά ἐφαρμόσει τόν τέλειο νόμο τοῦ Εὐαγγελίου τῆς ἀγάπης. Παρ’ ὅλον δέ, ὅτι ἐμφανίζεται στόν κόσμον ἐκ πρώτης ὄψεως ὡς νόμος ἐκδικήσεως, ἔχει ἐν τούτοις στοιχεῖα, τά ὁποία καθιστοῦν αὐτόν ὑψηλόν, ὑψηλότατον, ἐν σχέσει μέ τά ἤθη καί ἔθιμα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καί κυρίως τῶν εἰδωλολατρῶν, οἱ ὁποῖοι δέν ἐγνώριζον «ποῖο Θεόν ἐλάτρευαν» καί στούς ὁποίους, λόγω ἐλλείψεως ἠθικῶν προτύπων, δέν ὑπῆρχε οὔτε μέτρο οὔτε τέρμα στήν ἄβυσσο τῆς διαφθορᾶς.

Παρά τίς ἀτελείας του ὁ Μωσαϊκός Νόμος ἦταν εὐεργετικώτατος γιά τήν ἐποχήν του καί ἱκανώτατος νά παιδαγωγήσει τόν κόσμο καί νά τόν καταστήσει ἱκανό, νά δεχθεῖ τόν τέλειο Νόμο τοῦ Εὐαγγελίου. Ἆρα καί ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως δικαιοῦται ὁ  Ἀπόστολος Παῦλος νά ὀνομάζει τήν Παλαιά Διαθήκη «Παιδαγωγόν εἰς Χριστόν» (Πρός Γαλάτας γ΄, 24).

Ἄς ἔλθουμε τώρα σέ κάτι περισσότερο συγκεκριμένο. Ἐκεῖ ὅπου ἡ Παλαιά Διαθήκη δέν καλλιεργεῖ ἁπλῶς τήν μονοθεΐαν, οὔτε τήν ἠθική διαπαιδαγώγηση μέ τόν Μωσαϊκό Νόμο, ἀλλ’ ἐκεῖ ὅπου συγκεκριμένως πλέον ὁμιλεῖ γιά τό πρόσωπο καί τό ἔργο τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ.  Ἄς ἔλθουμε στίς προφητεῖες. Ἀπό τά σαρανταεννέα βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τά δεκαέξ εἶναι καθαρῶς προφητικά.  Ἀλλά καί σέ ὅλα τά ἄλλα ὑπάρχουν μεμονωμένες προφητεῖες καί ὑποτυπώσεις καί σύμβολα ἀναφερόμενα στόν Ἰησοῦ Χριστό, οὕτως ὥστε νά δύναται νά λεχθεῖ, ὅτι ἡ ζωή καί τό ἔργο τοῦ Κυρίου ἦταν γνωστά διά τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πρό αἰώνων. Στίς προφητείες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀναφέρονται λεπτομέρειες τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου, τοῦ τόπου τῆς Γεννήσεως, τοῦ ὀνόματός τοῦ Κυρίου, τοῦ διωγμοῦ πού ὑπέστη ἀπό τόν Ἡρώδη καί κατέφυγε στήν Αἴγυπτο, ὁ τόπος τῆς διαμονῆς Του, ὁ τρόπος καί ἡ δύναμις τῆς διδασκαλίας Του, τῶν θαυμάτων Του, ὅλες σχεδόν οἱ λεπτομέρειαι τῆς προδοσίας, τῶν παθῶν, τῆς ταφῆς, καί πλῆθος συμβολισμῶν τῆς Ἀναστάσεως καί ὅλα αὐτά μέ τόση ἀκρίβεια, ὥστε ἀργότερα οἱ Χριστιανοί, χαρακτήρισαν τόν Προφήτη Ἠσαΐα ὡς πέμπτο Εὐαγγελιστή ἀκριβῶς διότι ἔγραψε λεπτομέρειες γιά τήν ζωή τοῦ Κυρίου ὡς νά ἦταν σύγχρονος Αὐτοῦ, ἄν καί ἔζησεν 800 περίπου ἔτη πρό Χριστοῦ.

Ἡ καλλιέργεια τοῦ  Ἰσραηλτικοῦ λαοῦ μέ τή γνώση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ἡ ἠθική διαπαιδαγώγηση αὐτοῦ μέ τόν Μωσαϊκό Νόμο καί τέλος ἡ ἐξαγγελία τῆς ἐλεύσεως καί τοῦ ἔργου τοῦ Μεσσίου, ἦσαν οἱ τρεῖς κυριώτεροι τομεῖς τοῦ παιδαγωγικοῦ ἔργου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Καί οἱ καρποί τῆς διαπαιδαγωγήσεως αὐτῆς ἦταν τόσο ὥριμοι καί τόσο πλούσιοι στά στρώματα τοῦ πιστοῦ λαοῦ ὥστε καί ἁπλοί ἄνθρωποι τῆς Βηθσαϊδᾶ οἱ ὁποῖοι ἀνέμεναν τόν Σωτήρα, νά ἀναφωνήσουν πλήρεις χαρᾶς ὅταν τόν ἀνεγνώρισαν: «Ὅν ἔγραψε Μωυσῆς ἐν τῷ νόμω καί οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν Ἰησοῦν τόν ἀπό Ναζαρέτ» (Ἰωάννου α’, 46).

9) Τό βιβλίο τῆς δυνάμεως

Ἐνῶ γιά τό πιστό δέν τίθεται κάν ζήτημα προελεύσεως τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί ἐνῶ καί μία μόνον προσεκτική ἀνάγνωση πείθει ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή δέν εἶναι ἔργο ἀνθρώπου ἀλλ’ ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὑπάρχουν ἐν τούτοις, καί σημεῖα ἰσχυρά καί ἀδιάσειστα τά ὁποῖα ἐπισφραγίζουν τήν θεία προέλευση τῆς Βίβλου. Ἕν αὐτῶν εἶναι ἡ δύναμη πού ἔχει.

Ἡ δύναμη πού εἶχε ὁ προφορικός λόγος τοῦ Κυρίου καί πού ἔκαμε τούς ἀκροατάς Του νά ὁμολογοῦν ὅτι «οὐδέποτε ἐλάλησεν ἄνθρωπος ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» καί ὅτι «ἐλάλει ὡς ἐξουσίαν ἔχων καί οὐχ’ ὡς οἱ γραμματεῖς» (Ματθαίου ζ’, 29) ὑπάρχει καί στόν γραπτό λόγο τοῦ Θεοῦ. Φαίνεταί εἰς κάθε σελίδα τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

Ἡ θεία αὕτη καί ὑπερκόσμια δύναμη τοῦ Εὐαγγελίου ἄλλαξε τήν ὄψη τοῦ κόσμου. Ὅπου κηρύχθηκε τό Εὐαγγέλιο ἐξάλειψε τήν ἀγριότητα τῶν ἠθῶν, ἐξημέρωσε τόν ἄνθρωπο, ἀνέτρεψε τήν θρησκεία τῶν εἰδώλων, ἐξαφάνισε τήν δουλεία, κήρυξε τήν ἰσότητα μεταξύ φυλῶν καί γενῶν καί τάξεων. Συνέσφιγξε μέ τόν δεσμό τῆς ἀγάπης τά τέκνα τοῦ οὐρανίου Πατρός. Ἔδειξε τό ὕψος τῆς ἠθικῆς καί ἐνέπνευσε τά ὡραιότερα καί ὑψηλότερα αἰσθήματα. Πῶς νά ἐξηγηθεῖ τό φαινόμενο αὐτό; Ἐξηγεῖται ἐάν ληφθεῖ ὑπ’ ὄψη ἡ θεία δύναμη πού βρίσκεται στό Εὐαγγέλιο. Ἐξηγεῖται ἐάν ληφθεῖ ὑπ’ ὄψη ὅτι τό Εὐαγγέλιο δέν ἔχει σκοπό νά πλουτίσει τίς γνώσεις τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά νά ἀναπλάσει ψυχές καί νά μεταλαμπαδεύσει σ’ αὐτές τήν θεία δύναμη. Ἡ θεία Χάρη ἐπιδρᾶ ἐπί τῆς ψυχῆς τοῦ εὐσεβοῦς μελετητοῦ καί ὁλοκληρώνει τό ἔργο τῆς ἠθικῆς ἀναπλάσεως. Ὅπως ὅταν μιλοῦσε ὁ Κύριος «δύναμις παρ’ αὐτοῦ ἐξήρχετο καί ἰᾶτο πάντας», (Λουκᾶ στ’ 19), οὕτω καί μέ τή μελέτη τοῦ Εὐαγγελίου Του, ἀποκομίζει ὁ Χριστιανός δύναμη καί φωτισμό.

Ἡ ἐπιρροή τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ἐκπληκτική. Ὁ φιλόσοφος καί μάρτυς Ἰουστῖνος ζητεῖ τήν ἀλήθεια στά φιλοσοφικά συστήματα καί δοκιμάζει τήν ἀπογοήτευση. Γνωρίζει ἐπί τέλους τό Εὐαγγέλιο καί προσκολλᾶται ἡ ψυχή του σ’ αὐτό, τόσο, ὥστε ἀποθνήσκει μέ μαρτυρικό θάνατο ὑπέρ τῆς ἀληθείας τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ Αὐγουστῖνος εὑρίσκεται στά βάραθρα τῆς ἁμαρτίας, ὀλίγες, ὅμως λέξεις, τῆς Ἁγίας Γραφῆς, «Ὅρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι. . .» (Πρός Ρωμαίους ιγ’, 11) φωτίζουν τόν ψυχικόν του κόσμο. Συνέρχεται, μετανοεῖ, βαπτίζεται, ἀλλάσσει τρόπο ζωῆς καί ἀναδεικνύεται ἕνας ἀπό τούς μεγαλυτέρων ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας. Ὅ,τι συνέβη μέ χιλιάδες ἄλλες Ἰουστίνους καί Αὐγουστίνους, συνέβη καί μέ ὁλοκλήρους λαούς, οἱ ὁποῖοι ἀπό τήν ἐπίδραση τοῦ Εὐαγγελίου ἀπέβαλον τήν ἀγριότητα καί εἰσῆλθαν στόν πολιτισμό.

Ἀλλ’ ἡ δύναμη τοῦ Εὐαγγελίου ἀποδείχθηκε μέσα στούς  αἰῶνες καί μέ τήν πνευματική νίκη πού κατήγαγε ἔναντι τῶν πολλῶν, καί κατά κόσμο ἰσχυρωτάτων ἐχθρῶν πού τούς ἀντιμετώπισε. Διότι πολεμήθηκε τό Εὐαγγέλιο ὅσον οὐδέν στόν κόσμο. Ἐκηρύσσετο ἀπό δώδεκα ἁπλούς, πτωχούς, ἀγραμμάτους, ἄοπλους, ἄσημους ἁλιεῖς καί ὑφίστατο τούς συνεχεῖς καί λυσσώδεις διωγμούς ἑκατομμυρίων εἰδωλολατρῶν καί Ἰουδαίων. Τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου ἐφαίνετο «Ἰουδαίοις μέν σκάνδαλον, Ἕλλησι δέ μωρία». Προκαλοῦσε κατ’ ἀρχάς τήν εἰρωνεία καί στήν συνέχεια τήν μανία τῶν διωκτῶν. Ἐπί τριακόσια ἔτη οἱ Ρωμαϊκές λεγεῶνες καί οἱ δήμιοι τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας ἀγωνίζονται γιά νά πνίξουν στό αἷμα τῶν Χριστιανῶν τόν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου. Καί ὅμως οἱ ἁλιεῖς νίκησαν χωρίς νά διαθέτουν ὑλικά ἀγαθά ἤ ἀξιώματα, ἤ κοινωνική ἐπιβολή, χωρίς βία, ἀλλά τουναντίον «διωκόμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι». Ἐνίκησαν, «οὐκ ἐν πειθοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις ἀλλ’ ἐν ἀποδείξει πνεύματος καί δυνάμεως» (Πρός Κορινθίους Α΄, β', 4), γιά νά καταστεῖ φανερόν ὅτι ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ ἐκρύπτετο  στό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου.

 Ἀλλά καί ὅταν ὁ ἀγών κατά τοῦ Εὐαγγελίου συνεχίσθηκε ἀπό ἀπίστους συγγραφεῖς καί συνεχίζεται ἀπό ἄθεα κοινωνικά καί πολιτικά συστήματα καί ἐξακολουθεῖ νά χύνεται σέ κάθε ἐποχή αἷμα χριστιανικό καί πάλιν ἡ ἀκατάβλητη δύναμη τοῦ Εὐαγγελίου ἐμφανίζεται γιά νά ἐπιβεβαιωθεῖ ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου. «Αὕτη ἐστίν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τόν κόσμον ἡ πίστις ἡμῶν» (Ἰωάννου ε’ 4).

10) Τό βιβλίο τῆς ζωῆς

«Τά ρήματα ἅ ἐγώ λαλῶ ὑμῖν πνεῦμα ἐστι καί ζωή ἐστι» (Ἰωάννου στ΄, 63) εἶπε ὁ Κύριος. Ἰδού, γιατί ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι τό βιβλίο τῆς ζωῆς. Γιατί περιέχει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ πού  εἶναι «ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή» (Ἰωάννου, ιδ’, 6). Πράγματι, ἡ τήρηση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπον στόν ἰδανικό τρόπο τῆς ἐπιγείου ζωῆς, ἐνῶ συγχρόνως ἐξασφαλίζει σ’ αὐτόν καί τήν ζωή τῆς αἰώνιας μακαριότητας.

Εἶναι αὐτό μία ἀλήθεια ἡ ὁποία πηγάζει ἀπό κάθε σελίδα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῆς ἀθανάτου πηγῆς τοῦ «ζῶντος ὕδατος».

Δεινοπαθεῖ ὁ ἄνθρωπος στόν λαβύρινθο τῆς δυστυχίας, ὅπως καθιστᾶ τόν κόσμο ἡ μακρά τῆς ζωογόνου πνοῆς τῆς πίστεως ζωή τῆς ἁμαρτίας. Καταντᾶ τό ἀξιοθρήνητο πλάσμα, πού παρασύρει ὁ σφοδρός ἄνεμος τῶν παθῶν. Ποθεῖ καί ὀνειρεύεται τότε μία ζωή χωρίς κόπο καί ἀγωνία, χωρίς μίσος καί ἀδικία, χωρίς πόνο καί δάκρυα.

Καί ὅμως, ἡ ἰδανική ζωή τήν ὁποίαν ὀνειρεύεται καί γιά τήν ὁποία θά ἔδιδε τό πᾶν γιά νά τήν ἀποκτήσει, δέν εἶναι κάτι ἀκατόρθωτο. Δέν εἶναι οὐτοπία. Ἀρκεῖ νά θελήσει νά βαδίσει τόν δρόμο τοῦ Θεοῦ, τόν δρόμο, πού θά τόν ὁδηγήσει ἀσφαλῶς στήν πηγή τῆς ζωῆς.  Ἀρκεῖ νά ἀφήσει νά ὁμιλήση στήν ψυχή του ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Νά κυβερνήσει ἐξ ὁλοκλήρου τήν ζωή του. Τότε εἶναι «μακάριος», εὐτυχής, ὅπως ψάλει ὁ Δαυΐδ: «Μακάριος ἀνήρ ὅς οὐκ ἐπορεύθη ἐν βουλῇ ἀσεβῶν καί ἐν ὁδῶ ἁμαρτωλῶν οὐκ ἔστη...ἀλλ’ ἤ ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου τό θέλημα αὐτοῦ καί ἐν τῷ νόμω αὐτοῦ μελετήσῃ ἡμέρας καί νυκτός» (Ψαλμοῦ α΄, 1). Εὐτυχής, ἀξιοζήλευτος ὁ πιστός, σάν τό δένδρο πού βρίσκεται στήν ἄκρη τοῦ ποταμοῦ, «ὡς τό ξύλον τό πεφυτευμένον παρά τάς διεξόδους τῶν ὑδάτων ὅ τόν καρπόν αὐτοῦ δώσει ἐν καιρῶ αὐτοῦ. . . καί πάντα ὅσα ἄν ποιῆ κατευοδοθήσεται» (Ψαλμοῦ α΄, 3). Πόση ἰκμάδα, ἀλήθεια, λαμβάνει ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν πηγή τοῦ ζῶντος ὕδατος, τήν Ἁγία Γραφή! Πολλοί, ἴσως οἱ περισσότεροι, νομίζουν, ὅτι τά διδάγματα τοῦ Εὐαγγελίου ἔχουν μοναδικό σκοπό νά ἐξασφαλίζουν τήν αἰώνια ζωή χωρίς νά προσφέρουν τήν  παραμικρή βοήθεια στόν ἄνθρωπον γιά τίς ἀνάγκες του, γιά τά προβλήματα τά ὁποία ἀντιμετωπίζει στήν ζωή αὐτή. Εἶναι μία ἐσφαλμένη ἰδέα, πού ζημιώνει πολύ συχνά καί σέ ἀφάνταστο βαθμό τόν ἄνθρωπο.

Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι στό αἰώνιο συμφέρο πρέπει νά ρίψει ὁ ἄνθρωπος τό βάρος τῆς προσοχῆς του.  Ἀλλά συμβαίνει τοῦτο τό ἀξιοθαυμαστό. Ὅτι ἡ μέριμνα γιά τό οὐράνιο συμφέρο, αὐτομάτως ἐξασφαλίζει καί τό ἐπίγειο. Τοῦτο ἐβεβαίωσε ὁ Κύριος ὅταν ἔλεγεν: «Ζητεῖτε πρῶτον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ καί ταῦτα πάντα (τά ὑλικά ἀγαθά) προστεθήσεται ὑμῖν» (Ματθαίου στ΄, 33). Αὐτή τήν ἀλήθεια βλέπουμεν καί στούς λόγους τοῦ  Ἀποστόλου  Παύλου, «Ἡ εὐσέβεια πρός πάντα ὠφέλιμος ἐστίν ἐπαγγελίαν ἔχουσα ζωῆς τῆς νῦν καί τῆς μελλούσης» (Πρός Τιμόθεον Α΄,  δ΄, 8).

Ἡ ἐφαρμογή τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ εἶναι τό κλειδί τῆς εὐτυχίας  τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτή ἡ μεγάλη ἀλήθεια, ὡς ὑπόσχεση καί βεβαίωση τοῦ Θεοῦ, διακηρύσσεται στήν Ἁγία Γραφή ἀπό τίς πρῶτες σελίδες ἕως τίς τελευταῖες. «Ἐάν θέλητε καί εἰσακούσητέ μου τά ἀγαθά τῆς γῆς φάγεσθε» (α΄, 19), λέγει ὁ Θεός διά τοῦ Προφήτου Ἡσαΐου, καί συνεχίζει «ὁ δουλεύοντες μοί πίονται ὑμεῖς δέ διψήσετε. . .» (Ἡσαΐου ξε΄, 13). Αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἀφ’ ἑνός μέν, διότι ὁ Θεός εὐλογεῖ τόν ἄνθρωπον πού προσπαθεῖ νά ζεῖ σύμφωνα μέ τό θέλημά Του, ἀφ’ ἑτέρου δέ, διότι ἡ ἐφαρμογή τῶν διδαγμάτων τοῦ Εὐαγγελίου ρυθμίζει κατά τρόπο μοναδικό, ἀλάνθαστο, φυσικώτατο τίς κοινωνικές σχέσεις τῶν ἀνθρώπων. Φέρει τήν ἀγάπη, τήν δικαιοσύνη, τήν ἠθική καί ἐξασφαλίζει ἔτσι τήν εἰρηνική συμβίωση.

Ὡς ἀσφαλῆ πυξίδα στό ταξίδι τῆς ζωῆς, ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά ἔχει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Κώδικα συμπεριφορᾶς, τίς ἐντολές Του. Νόμο ἀπαράβατο, τό Εὐαγγέλιο. Ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι τό κατ’ ἐξοχήν βιβλίο τῆς ζωῆς, τῆς ἁρμονικῆς ζωῆς ἐδῶ στήν γῆν καί τῆς μελλούσης ζωῆς μετά τόν θάνατο.

Ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καθιστᾶ σοφό τόν ἄνθρωπον. Διδάσκει καί στόν ἁπλούστερο καί κατά τόν ἁπλούστερο τρόπο τά ὑψηλά διδάγματα πού  καί πολλοί κάτοχοι τῆς κατά κόσμον σοφίας ἀγνοοῦν. Ὁ εὐσεβής μελετητής τῆς Βίβλου γνωρίζει τόν Θεό. Γνωρίζει τόν ἄνθρωπο. Γνωρίζει τήν ψυχήν του. Γνωρίζει τόν προορισμό του. Γνωρίζει τί ζητεῖ καί τί δίδει ὁ Θεός. Γνωρίζει νά ρυθμίζει τήν ζωή του μέ τήν προοπτική τῆς αἰωνιότητας. Γνωρίζει τόν δρόμο τῆς σωτηρίας.

Καί ἐάν ἀκόμη ἡ ψυχή βρίσκεται ὑποδουλωμένη καί νεκρωμένη στήν ἁμαρτία ἔχει τόση δύναμη ἡ Ἁγία Γραφή, ὥστε νά χαρίζει τήν ζωή στούς «νεκρωθέντας τῇ ἁμαρτίᾳ». Ἔχει τήν δύναμη τῆς θείας ἀγάπης, ἡ ὁποία ζωογονεῖ τόν ἁμαρτωλό καί ἀνασταίνει τήν ψυχή του.

Ὢ πόσοι διά μέσου τῶν αἰώνων καί τῶν λαῶν δέν αἰσθάνθηκαν τήν νέα ζωήν τῆς θείας Χάριτος νά πλημμυρίζει τήν ψυχή τους, ἀφοῦ μελέτησαν τό βιβλίο τῆς ζωῆς! Πόσοι δέν ἔνοιωσαν ρίγη συγκινήσεως, ρίγη πνευματικῆς ἀναγεννήσεως τήν στιγμή πού διαπίστωσαν τήν ἀλήθεια τῶν λόγων τοῦ Κυρίου; «Τά ρήματα ἅ ἐγώ λαλῶ ὑμῖν πνεῦμα ἐστι καί ζωή ἐστι»! (Ἰωάννου στ', 63).

 

11)Τό βιβλίο τῆς χαρᾶς

Πανανθρώπινος πόθος εἶναι ἡ χαρά. Εἶναι ἔτσι ὁ ἄνθρωπος πλασμένος, ὥστε νά μή δύναται νά ζήσει δίχως αὐτό τό θεῖο δῶρο. Καί εἶναι ἀλήθεια θεῖο δῶρο ἡ χαρά διότι ἀπό τόν Θεό πηγάζει ἔστω καί ἐάν δέν γίνεται κάποτε τοῦτο ἀμέσως ἀντιληπτό ἀπό τόν ἄνθρωπο.  Ἴσως διότι δέν ἐπιζητεῖ ὁ ἄνθρωπος τήν κατά Θεό χαρά.

Καί ὅμως εἶναι ἄξιο ἰδιαιτέρας προσοχῆς, ὅτι τό κυριώτερο μέρος τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὡς ἄγγελμα χαρᾶς, ἀπευθύνεται στόν ἄνθρωπο καί γι’ αὐτό ὠνομάσθη «Εὐαγγέλιον» δηλαδή καλή ἀγγελία,  μήνυμα χαρᾶς, βιβλίο πού δίδει τήν χαρά.

Ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῶν Εὐαγγελίων ἐπικρατεῖ ὁ τόνος τῆς χαρᾶς.  Ἀπό τά πρῶτα κεφάλαια μεταδίδεται τό μήνυμα τῆς χαρᾶς: «Ἰδού εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαράν μεγάλην ἥτις ἔσται παντί τῷ λαῷ» (Λουκᾶ β’, 10). Μέ χαρά πλημμύρισαν αἱ ψυχές ἐκείνων πού ἐδέχοντο τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Χαρά ἠσθάνοντο ὅσοι ἤκουον τά ἐξαίσια λόγια του Κυρίου.  Ἀκόμη καί στίς πιό θλιβερές περιπτώσεις προβάλλει ἡ χαρά τῆς πίστεως. Ὅπου ἀνθρώπινος πόνος ἐκεῖ ἡ εὐεργεσία καί ἡ παρηγορία ἐμφανίζεται. Ὅπου καταδυνάστευση καί ἀδικία ἐκεῖ καί ἡ ἀνακούφιση τῆς πίστεως. Ὅπου πένθος ἐκεῖ καί παρηγορία. «Μή κλαῖε» (Λουκᾶ ζ΄, 13) λέγει ὁ Κύριος στήν χήρα της Ναΐν. «Οὐκ ἀπέθανεν ἀλλά καθεύδει» (Μάρκου ε΄, 39) λέγει στόν Ἰάειρον. «Ἀναστήσεται ὁ ἀδελφός σου» (Ἰωάννου ια΄, 23) λέγει στήν ἀδελφήν τοῦ Λαζάρου. Πρός τόν κάθε πονεμένο ἀπευθύνεται ὁ λόγος τοῦ Κυρίου. «Δεῦτε πρός μέ πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι κἀγῶ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθαίου ια΄, 28).

Ὑπῆρχαν θλιβερώτερες στιγμές ἀπό τίς ἱστορικές ἐκεῖνες στιγμές τῆς Μεγάλης Πέμπτης; Γιά τελευταία φορά ὁμιλεῖ ὁ Κύριος στούς μαθητές Του, πρό τοῦ Πάθους. Προλέγει τόν Σταυρό καί τά Παθήματα. Πόνος βαθύς ἀναστατώνει τίς ψυχές τῶν μαθητῶν καί δάκρυα τρέχουν ἄφθονα. Καί ὅμως, καί τήν στιγμή αὐτή διώχνει τόν πόνο ὁ παρήγορος λόγος τοῦ Κυρίου, «πάλιν ὄψομαι πρός ὑμᾶς καί χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία καί τήν χαράν ὑμῶν οὐδείς αἴρει ἀφ’ ὑμῶν» (Ἰωάννου ιστ΄, 22). Καί πράγματι σύντομα πέρασε τοῦ Γολγοθᾶ ὁ πόνος καί «ἐχάρησαν οἱ μαθηταί ἰδόντες τόν Κύριον» (Ἰωάννου κ΄, 20) μετά τήν ἀνάσταση. Καί τήν χαρά αὐτή δέν στάθηκαν ἱκανοί οὔτε διωγμοί, οὔτε μαρτύρια, οὔτε ὁ θάνατός νά ἀφαιρέσουν ἀπό τήν ψυχή τους.

Ἡ χαρά ἀνθίζει στά χείλη τῶν  Ἀποστόλων, ὅπως φαίνεται τόσον καθαρά στίς σελίδες τῆς  Ἁγίας Γραφῆς. Χαρά καί στίς δύσκολες στιγμές, ὥστε ὁ μέν  Ἀπόστολος Παῦλος νά λέγη μέ καύχησιν. «Χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου» (Κολοσσαεῖς α΄, 24) ὁ δέ Ἀδελφόθεος  Ἰάκωβος νά γράφει «Πᾶσαν χαράν ἡγήσασθε ἀδελφοί μου ἀγαπητοί ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις» (Ἰακώβου α’ 2). Ἑκατόν εἴκοσι ὀκτώ φορές στήν Καινήν Διαθήκην γίνεται λόγος περί τῆς χαρᾶς καί μάλιστα κατά τρόπο πού φαίνεται, πολύ καθαρά, ὅτι ἡ χαρά δέν εἶναι σάν ἕνα «ἰδανικόν» οὔτε σάν «χαμένη εὐτυχία», ὅπως τήν περιγράφουν τά κοσμικά ποιήματα, ἀλλά ἀποτελεῖ ζωντανή πραγματικότητα, πού ξεχειλίζει ἀπό κάθε λόγο, καί σέ κάθε σελίδα τοῦ Εὐαγγελίου.

Καί ὅμως, τί φοβερή παρεξήγηση! Τί παράλογη προκατάληψη! Πολλοί νομίζουν, ὅτι τό Εὐαγγέλιο κάμει τόν ἄνθρωπο σκυθρωπό. Ὅτι τοῦ στερεῖ τήν χαρά, ὅτι εἶναι γιά κείνους μόνον πού «κλείστηκαν στά μοναστήρια». Οἰκτρά παρεξήγηση ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι οὐδέ κἄν ἄνοιξαν τό Εὐαγγέλιο καί πού γι’ αὐτό ἀκριβῶς δέν κατώρθωσαν νά βροῦν τήν χαρά.

Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι σέ μερικά σημεῖα ζητεῖ δάκρυα τό Εὐαγγέλιο. Τά δάκρυα τῆς μετανοίας.  Ἀλλά τά δάκρυα αὐτά δέν εἶναι δάκρυα θλίψεως, εἶναι δάκρυα ἐξαγνισμοῦ. Εἶναι δάκρυα ἀνακουφίσεως, δάκρυα πού φέρουν τήν ἀληθινή χαρά. Στή θαυμαστή παραβολή τοῦ Ἀσώτου βρίσκονται τέτοια δάκρυα.  Ἀλλ’ ἀπ’ αὐτά πηγάζει ἡ χαρά, πού φαίνεται τόσον πλούσια στά λόγια της παραβολῆς «θύσατε τόν μόσχον τόν σιτευτόν... καί φαγόντες εὐφρανθῶμεν ὅτι ὁ υἱός μου οὕτος νεκρός ἦν καί ἀνέζησε καί ἀπολωλῶς ἦν καί εὑρέθη», ὅσον καί εἰς τά ἀκόμη ὡραιότερα: «Χαρά γίνεται ἐν τῷ οὐρανῶ ἐπί ἐνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι» (Λουκᾶ ιε΄, 10).

Πῶς εἶναι δυνατόν νά αἰσθανθεῖ ὁ ἄνθρωπος χαρά, ὅταν πάθη καί τύψεις συνειδήσεως συγκλονίζουν τήν ψυχή του; Ἡ πραγματική χαρά προϋποθέτει πνευματική ἀνωτερότητα, ἠθική τελειότητα πού μόνο ἡ ἐπίδραση τοῦ Θεοῦ στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου κατεργάζεται. Καί μόνο ἡ Ἁγία Γραφή καθιστᾶ ἱκανό τόν ἄνθρωπον νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τά πάθη του, νά βρεῖ τήν ψυχική γαλήνη στό ἔδαφος τῆς ὁποίας ἀνθίζει ἡ χαρά.

Τί ἄλλο φέρει ψυχική ἀναστάτωση στόν ἄνθρωπο; Ἡ ἀπώλεια συνήθως τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν.  Ἀλλά καί στό σημεῖον αὐτό ἡ Γραφή προσφέρει ἀνυπολόγιστη ὑπηρεσία. Βοηθεῖ τόν ἄνθρωπο νά διακρίνει τήν πραγματική ἀξία κάθε πράγματος. Στρέφει τήν προσοχή του στά πνευματικά καί αἰώνια καί τόν διδάσκει νά μήν θεωρεῖ συμφορά ἀνεπανόρθωτη τήν ἀπώλεια φθαρτῶν καί ὑλικῶν πραγμάτων.

Τί νά πεῖ κανείς καί γιά τό φῶς πού ρίπτει ἡ Γραφή στό πρόβλημα τοῦ ἀνθρωπίνου πόνου; Ὁ πιστός στόν πόνο του βλέπει κάποιο σκοπό, βλέπει τό χέρι τοῦ Θεοῦ πού τόν διαπαιδαγωγεῖ. Αἰσθάνεται τότε ἐλαφρότερη τόν πόνο ἔχοντας τήν ἐλπίδα του στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πού  οἰκονομεῖ τά πάντα πρός τό αἰώνιο συμφέρον τοῦ ἀνθρώπου.

Τέλος, ἀπέραντο πέλαγος χαρᾶς ἀνοίγεται στόν πιστό μελετητή τῆς Βίβλου μέ τήν ἐλπίδα τῆς ἀπολαύσεως τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν. Χαρά πλήρη, δικαιολογημένη, κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου: «ὁ τόν λόγον μου ἀκούων καί πιστεύων τῷ πέμψαντι με ἔχει ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάννου ε΄, 24). Χαρά, πού στήριξε ὁ Κύριος στήν ψυχή τῶν μαθητῶν Του, ὅταν ἔλεγεν. «Πλήν ἐν τούτω μή χαίρετε ὅτι τά πνεύματα ὑμῖν ὑποτάσσεται, χαίρετε δέ μᾶλλον ὅτι τά ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς οὐρανοῖς (Λουκᾶ ι’, 20).

12) Κώδικας κοινωνικῆς εὐδαιμονίας

Μόνο ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι δέν μελέτησαν τήν Ἁγία Γραφή εἶναι δυνατόν νά ἔχουν τήν ἐσφαλμένη ἀντίληψη ὅτι τό Εὐαγγέλιο μόνο γιά τήν ἄλλη ζωή ἐνδιαφέρεται. Γιά τοῦτο ἀκριβῶς δυσπιστοῦν ὅταν ἀκούσουν ὅτι ἡ ἐφαρμογή τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ μόνη ἀσφαλής ὁδός, ἡ ὁποία δύναται νά ὁδηγήσει τήν ἀνθρωπότητα σέ μία κοινωνικήν τάξη, σέ μία ἰσορροπημένη ζωή, στήν καλλιτέρη ρύθμιση τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων καί, κατά τό δυνατό, εὐτυχεστέρη ζωή.

Καί ἐάν ὁ Μωσαϊκός Νόμος ὡς ἀτελέστερος εἶχε τήν δυνατότητα νά προάγει τήν ἠθική τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὁ τέλειος νόμος τοῦ Εὐαγγελίου ἐξυψώνει ἀφ’ ἑνός τόν ἄνθρωπο μέχρις ἁγιότητος καί ἐξασφαλίζει σ΄ αὐτόν τήν αἰώνιο ζωή, ἀφ’ ἑτέρου δέ, κατ’ ἀναπότρεπτη συνέπεια, καθιστᾶ τόν ἄνθρωπο ἤρεμο, δίκαιο, φιλάνθρωπο, ἐνάρετο, εὐεργετικό στήν κοινωνία.

Τήν εὐεργετική αὐτή ἐπίδραση τοῦ Εὐαγγελίου εἶχον ὑπ’ ὄψη του ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅταν ἔγραφε ὅτι ἡ Χριστιανική ζωή «πρός πάντα ὠφέλιμος ἐστίν, ἐπαγγελίας ἔχουσα ζ ω ῆ ς  τ ῆ ς  ν ῦ ν καί τῆς μελλούσης» (Πρός Τιμόθεονα Α΄, δ΄, 8).

Καί πῶς εἶναι δυνατό νά μήν ἐπιδράσει εὐεργετικῶς καί στήν ἐδῶ ζωή τοῦ ἀνθρώπου ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ, ὅταν βέβαια τόν τηρήσει μέ προσοχή ὁ ἄνθρωπος; Καί μόνο τήν ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία ἐάν διαβάσει (Ματθαίου ε’, στ’, 2) θά ἀντιληφθεῖ ὁ ἀναγνώστης ποία σημασία ἔχει ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ στήν ζωή μας. Ἐκεῖ, στούς «Μακαρισμούς» θά δεῖ ὅτι μακαρίζει ὁ Κύριος τούς εἰρηνοποιούς, τούς πράους, τούς ταπεινούς, τούς ἐναρέτους, ἀκριβῶς ἐκείνους, τούς ὁποίους χρειάζεται ἡ ταραγμένη ἐποχή μας γιά νά ἠρεμήσει.

Ἐκεῖ θά δεῖ νά ψαλιδίζωνται τά πάθη, τά τόσο ἐνοχλητικά καί καταστρεπτικά, ἐκεῖ διδάσκεται ἡ ἀνεξικακία, ἐκεῖ ὁ σεβασμός τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν ἄνθρωπο, ἐκεῖ ἡ ἀγάπη ὄχι μόνο πρός τόν δίκαιο καί ἐνάρετο, ἀλλά καί πρός τόν ἁμαρτωλό.

Ἀπαγορεύει ἐντελῶς ὁ Κύριος ὄχι μόνο τήν συκοφαντία, ἀλλά ἀκόμη καί τήν κατάκριση τῶν ξένων ἀδυναμιῶν καί παθῶν.  Ἀντιθέτως συνιστᾶ τήν συγχώρηση καί ἐκείνων ποῦ μᾶς ἔβλαψαν. Ζητεῖ ἀπό τόν ἄνθρωπο νά γίνει ἐξυπηρετικός πρός τόν συνάνθρωπο του. Ἐξυπηρετικός «μή ἐκ λύπης ἤ ἐξ ἀνάγκης», ἀλλά κατ’ ἐλευθέρη προαίρεση, μέ καλωσύνη, μέ προθυμία, μέ εὐγένεια. Ἄν πρόκειται νά δώσεις, συνιστᾶ ὁ Κύριος, νά προσφέρεις τό δῶρο σου μέ «ἱλαρόν», ἤτοι μέ χαρούμενο πρόσωπο, κι’ ἄν σοῦ ζητήσει κάποιος μία ἐξυπηρέτηση νά τοῦ προσφέρης διπλή, οὕτω: «Ὅστις σέ ἀγγαρεύσει μίλιον ἕν ὕπαγε μετ’ αὐτοῦ μίλια δύο» (Ματθαίου ε’, 41 ). Τί ἀξιοζήλευτη καί πηγαία εὐγένεια!

Καί ἐνῶ τόσο ὡραία καί ἁρμονικά καθορίζει τίς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων ὁ νόμος τοῦ Εὐαγγελίου ἐκ παραλλήλου στρέφεται καί πρός τήν ψυχή γιά νά τήν ἐξαγνίσει, ὥστε οἱ ἐξωτεριικές ἐκδηλώσεις νά εἶναι σύμφωνες μέ τό ψυχικό περιεχόμενο ἐφ’ ὅσον «ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας ἡ γλώσσα λαλεῖ» (Ματθαίου ιβ΄, 34). Γιά τοῦτο ἐφιστᾶ ὁ Κύριος ἀπόλυτη τήν προσοχή μας καί στά κατά διάνοια ἁμαρτήματα καί καταδικάζει καί αὐτή τήν «ἐνήδονον βλέψιν», τό ἁμαρτωλό βλέμμα (Ματθαίου ε’, 28).

 Ἀποκορύφωση τῆς τελειότητος τοῦ Εὐαγγελιικοῦ νόμου ἀποτελεῖ ἡ ἀγάπη, πού εἶναι ἡ συνισταμένη ὅλων τῶν ἀρετῶν. Ἐάν ὑπάρχει ἡ ἀγάπη ὑπάρχουν ὅλες οἱ ἀρετές καί ἐάν λείψει αὐτή εἰσχωροῦν ὅλες οἱ κακίες. Διότι ὅταν ἀγαπᾶς τόν ἄλλο δέν θά τόν ὑβρίσεις, δέν θά τόν συκοφαντήσεις, δέν θά τόν κλέψεις, δέν θά τόν ἐκμεταλλευθεῖς, δέν θά τόν βλάψεις.  Ἀπεναντίας ὅταν δέν τόν ἀγαπᾶς ὅλα μπορεῖς νά τά κάμεις σέ βάρος του. Τήν ἀγάπη, λοιπόν, τήν τόσον ποθητή ἐμπνέει  στό ἄνθρωπο ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ. Καί μάλιστα μέ τό θεῖο παράδειγμα τοῦ Κυρίου, πού ἀπό τοῦ ὕψους τοῦ Σταυροῦ συγχωρεῖ μέ ἀγάπη καί αὐτούς πού τόν σταυρώνουν, καί βεβαιώνει ὅτι μεγαλύτερη ἀγάπη δέν εἶδε ὁ κόσμος ἀπό τήν δικήν Του, ἀφοῦ θυσιάζεται ὁ Ἴδιος γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.

Εἶναι ἄξιο ἰδιαιτέρας προσοχῆς, ὅτι ὅλο αὐτό τόν νόμο, τόν τόσο τέλειο καί ὑψηλό καί εὐεργετικό γιά τόν ἄνθρωπο τόν διατύπωσε ὁ Θεός κατά τόν ἁπλούστερο τρόπο, ὥστε νά μήν μπορεῖ κανείς νά ἰσχυρισθεῖ ὅτι δέν τόν κατανοεῖ, ὅσον καί ἄν εἶναι ἀγράμματος καί ἀπολίτιστος. Μέ λίγες λέξεις ἔδωκε τό ὅλο νόημα τοῦ νόμου. «Καθώς θέλετε - εἶπεν - ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, ποιεῖτε καί ὑμεῖς αὐτοῖς ὁμοίως» (Λουκᾶ στ', 31) Ποῖος εἶναι αὐτός πού δέν γνωρίζει τί τόν ὠφελεῖ καί τί τόν βλάπτει ; Ὅσο ἁπλός καί ἄν εἶναι ξεύρει τί εἶναι ἐκεῖνο πού προκαλεῖ λύπη ἤ χαρά στόν ἑαυτό του. Τό ἴδιο, λοιπόν, πρέπει νά κάει καί στούς ἄλλους. Καί μόνο αὐτός ὁ χρυσός κανόνας τοῦ νόμου τοῦ Εὐαγγελίου, ἐάν ἐφαρμοσθῆ, εἶναι ἱκανός γιά νά φέρη στόν κόσμον τήν κοινωνική ἰσορροπία καί εὐτυχία.

Ἀκόμη καί εἰδικώτερα καθήκοντα-καθορίζονται ἀπό τό νόμο τοῦ Θεοῦ, ὡς οἱ ὑποχρεώσεις τῶν πλουσίων, τῶν ἀρχόντων, τῶν γυναικῶν, τῶν γονέων, τῶν τέκνων πρός τούς γονεῖς, τῶν πολιτῶν πρός τήν ἐξουσία. Γενικῶς ρυθμίζονται ὅλα τά ἐπίμαχα προβλήματα τῆς ζωῆς, τά ὁποῖα ὑφίστανται καί γίνονται πολυπλοκώτερα, ἐφ’ ὅσον ἀπομακρύνεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό τόν Νόμο τοῦ Θεοῦ.

Γνωρίζουμε, ἄλλως τε, ὅτι ἡ ἐφαρμογή τοῦ Νόμου τοῦ Εὐαγγελίου δημιούργησε τήν ὡραία κοινωνία τῶν πρώτων χριστιανικῶν χρόνων κατά τήν ὁποία «τοῦ πλήθους τῶν πιστευσάτων ἦν ἡ καρδία καί ἡ ψυχή μία. . καί οὐδέ εἷς τί τῶν ὑπαρχόντων αὐτῶ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ’ ἦν αὐτῆς ἅπαντα κοινά... Οὐδέ γάρ ἐνδεής τίς ὑπῆρχεν ἐν αὐτοῖς» (Πράξεων δ’, 32 - 33).

Αὐτή τήν ἐπάρκεια τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν καί χαρά ὑποσχέθηκε ὁ Θεός μέ τόν Προφήτη «Ἐάν θέλητε καί εἰσακούσθητέ μου, τά ἁγαθὰ τῆς γῆς φάγεσθε» (Ἡσαΐου α’, 19) ...«καί ἐντρυφήση ἐν ἀληθοῖς ἡ ψυχή ὑμῶν» (Ἡσαΐου νε', 2).

 

13)Τό Εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας

Γνωρίσαμε τήν Ἁγία Γραφή, ὡς τό μοναδικό ΒιΒλίο τῆς δυνάμεως πού μεταδίδει στόν ἄνθρωπο ἡ μελέτη καί ἐφαρμογή τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Γνωρίσαμε τήν Ἁγία Γραφή, ὡς τό κατ’  ἐξοχήν βιβλίο τῆς ζωῆς, διότι μέ αὐτή καί μόνο ἐξασφαλίζει ὁ ἄνθρωπος ζωή αἰώνιο. Χαρακτηρίσαμε τό Εὐαγγέλιο, ὡς τό βιβλίο τῆς χαρᾶς, διότι μόνο ἡ Χριστιανική ζωή ἐξασφαλίζει τήν εἰρήνη τῆς συνειδήσεως καί τήν ἐλπίδα, πού ἀποτελοῦν τίς προϋποθέσεις τῆς χαρᾶς. Τέλος γνωρίσαμε τήν  Ἁγία Γραφή, ὡς τόν μοναδικό κώδικα, πού δύναται νά ἐξασφαλίσει κοινωνική εὐδαιμονία. Καί τοῦτο, διότι μόνο ὁ Νόμος τοῦ Θεοῦ, κατά τόν ὑψηλότερο, ἀλλά καί ἁπλούστερο τρόπο, νομοθετεῖ τά καθήκοντα τοῦ ἀνθρώπου ὑπεράνω τῶν περιορισμῶν τοῦ χρόνου καί τοῦ χώρου καί τῶν φυλετικῶν διακρίσεων, ἐφ’ ὅσον ὅλους τούς βλεπει ὡς τέκνα τοῦ ἰδίου πατρός.

Ἀλλ’ ὅμως, ἄν καί ὅλα τά χαρακτηριστικά αὐτά καθιστοῦν τήν Ἁγία Γραφή τόσο πολύτιμο ὁδηγό, τόσο εὐεργετικό δῶρο τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπον, ἐν τούτοις δέν ἀποτελοῦν τό ἅπαντο τῆς ἀξίας τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἀποτελοῦν ἕνα ἐλάχιστο μέρος τῆς θείας, τῆς μοναδικῆς ὑπεραξίας πού ἔχει αὐτή. Διότι πέρα ὅλων αὐτῶν ἡ Ἁγία Γραφή καί εἰδικώτερα ἡ Καινή Διαθήκη, εἶναι τό Εὐαγγέλιο τῆς Σωτηρίας. Ὅλα τά ἄλλα, ὅσο εὐεργετικά καί ἐάν εἶναι στόν ἄνθρωπον, ἀναφέρονται στήν ζωή αὐτή, ἐνῶ ἡ μέ τήν Ἁγία Γραφῆς παρεχομένη σωτηρία δέν περιορίζεται στά χρονικά ὅρια τῆς ἐπιγείου ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλ’ ἐπεκτείνεται πολύ πέρα αὐτῆς καί ἐξασφαλίζει τήν αἰωνιότητα.

Ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἡ Καινή Διαθήκη ἀναφέρεται στήν διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἐξιστορεῖ τήν ἐναθρώπηση τοῦ Σωτῆρος, τό θεῖο ἔργο Του, τήν ἀνάστασή Του, τήν ἵδρυση τῆς Ἐκκλησίας Του, τῆς ὁποίας σκοπός δέν εἶναι ἄλλος εἰμή ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.

Εἶναι ἄξιο προσοχῆς ὅτι, ὅταν ἔδιδε ὁ Κύριος τήν ἐντολή στούς μαθητές Του νά κηρύξουν τό Εὐαγγέλιον «πάσῃ τῇ κτίσει», συνεπλήρωνεν καί τό σκοπόν τοῦ κηρύγματος μέ τή δήλωσή Του «ὁ πιστεύσας καί βαπτισθείς σωθήσεται» (Μάρκου ιστ’, 16). Ὅτι ἐκ τῆς θέσεως πού θά λάβει ὁ ἄνθρωπος ἔναντι τῶν λόγων τοῦ Θεοῦ ἐξαρτᾶται ἡ σωτηρία του καταφαίνεται καί ἀπό τούς λόγους τοῦ Κυρίου «ὅς γάρ ἐάν ἐπαισχυνθῇ με καί τούς ἐμούς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ. . . καί ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτόν ὅταν ἔλθη ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρός αὐτοῦ μετά τῶν Ἀγγέλων τῶν Ἁγίων» (Μάρκου η΄, 38).

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, τόν περιεχόμενο στήν Ἁγία Γραφή «Εὐαγγέλιον τῆς Σωτηρίας». Γράφει δέ πρός τόν Τιμόθεον καί τοῦ ἐφιστᾶ τήν προσοχή στήν μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, διότι αὐτά εἶναι λέγει «τά ἱερά γράμματα τά δυνάμενά σε σοφίσαι εἰς σωτηρίαν» (Πρός Τιμόθεον Β΄, γ΄, 15). Ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς μεταφέρει ἀπό τόν λόγο τοῦ  Ἀποστόλου Παύλου στήν Ἀντιόχεια τίς λέξεις «ὑμῖν ὁ λόγος σωτηρίας ταύτης ἀπεστάλη» (Πράξεων ιγ΄, 26).  Ἀλλά καί ὁ Πέτρος ἀπευθύνεται μέ καύχηση καί χαρά γιά τήν σωτηρία πρός τούς ὁμοεθνεῖς του καί λέει: «Οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία οὐδέ γάρ ὄνομα ἐστιν ἕτερον ὑπό τόν οὐρανόν τό δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ὧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πράξεων δ΄, 12).

          Ἀλλά δέν θά ἦταν δυνατό νά μεταφέρουμεν ἐδῶ περισσότερα χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιά νά βεβαιώσουμε τήν ἀλήθεια, ὅτι τό Εὐαγγέλιο εἶναι ἡ σωτηρία μας, διότι ἀπό κάθε βιβλίο, ἀπό κάθε κεφάλαιο, ἀπό κάθε στῖχο τῆς Ἁγίας Γραφῆς πηγάζει ἡ ἀλήθεια αὐτή.

Θά ἦταν ἀπαραίτητο νά μελετήσωμεν σέ τί συνίσταται ἡ διά τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ παρεχομένη καί διά τοῦ Εὐαγγελίου ἐξαγγελλομένη σωτηρία. Ἀλλ’ αὐτό αὐτό εἶναι τό ἔργο τοῦ Εὐαγγελίου, νά δείχνει δηλαδή τόν Σωτήρα Χριστό, νά ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο σ’ Αὐτόν, ὥστε νά καθιστᾶ ἱκανό τόν Χριστιανό νά κάμει καί δική του τήν ἐν Χριστῷ σωτηρία. Καί στό σημεῖον αὐτό ὅλοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ὅλα τά μεγάλα πνεύματα συνιστοῦν τήν ἐπισταμένη μελέτη τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ μελέτη θά ὁδηγήσει τόν ἄνθρωπο στίς πηγές, ὥστε νά ἀντλήσει μόνος του τήν χάρη τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί νά βρεῖ τήν σωτηρία. Ἐμεῖς ἁπλῶς ὑπενθυμίζουμε ὁρισμένας ἀλήθειες. Ὅτι ὁ Σωτήρ μέ τήν ἐνανθρώπησή Του, μέ τήν διδασκαλία Του, μέ τόν σταυρικό Του θάνατο, τήν ἀναστάσή Του, ἐλευθέρωσε τόν ἄνθρωπο ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὑποδουλώθηκε στόν Διάβολο, ἄνοιξε τήν ὁδό τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀνθρώπου στόν Θεό καί κατέστησε αὐτόν κληρονόμο τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.

Ἐξασφάλισε ὁ Κύριος τήν σωτηρία γιά ὅλους ἀλλά μέ τήν προϋπόθεση, ὅτι γιά νά σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά πιστεύσει ὅτι ὑπάρχει ὁ Σωτήρας πού τοῦ δίδει τήν σωτηρία, νά βαδίσει τόν δρόμο πού Ἐκεῖνος τοῦ ὑποδεικνύει καί νά ζητήσει τήν Χάρη Του ειιά νά νικήσει στόν πνευματικό αὐτό ἀγώνα γιά τήν οἰκειοποίηση τῆς σωτηρίας.

Εἶναι ἀνάγκη νά γνωρίζουμεν, ὅτι ὁ Θεός ἔπραξε ὅ,τι ἔπρεπε νά πράξει γιά ἐμᾶς, ἀλλ’ ὅτι ἐξαρτᾶται καί ἀπό τόν ἄνθρωπο νά δεχθεῖ ἤ νά ἀπορρίψει τήν προσφερομένη ἀπό τόν Θεό πρός τόν ἄνθρωπο σωτηρία.

 Ἀλλά καί ὅταν δεχθεῖ ὁ ἄνθρωπος μέ τήν πίστη νά ἀκολουθήσει τό δρόμο τῆς σωτηρίας καί πάλι ἔχει ἀνάγκη τῆς θείας ἐνισχύσεως.  Ἀλλά καί αὐτή ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ τήν δίδει.

Σέ τί συνίσταται ἡ σωτηρία; Πῶς τήν προσφέρει ὁ Θεός; Πῶς δύναται νά τήν δεχθεῖ ὁ ἄνθρωπος;

Αὐτές ἀκριβῶς τίς «σωτηριώδεις» ἀλήθειες βρίσκει στό Εὐαγγέλιο ὁ ἄνθρωπος καί ἀποβαίνει ὄντως γι’ αὐτόν τό Εὐαγγέλιο, «Εὐαγγέλιον τῆς σωτηρίας».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΙΝΑΚΑΣ

ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

 

ΓΕΝΕΣΙΣ                                                  ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ

ΕΞΟΔΟΣ                                                   ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ

ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ                                             ΑΣΜΑ                

ΑΡΙΘΜΟΙ                                                 ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ                                ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ

ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ                              ΩΣΗΕ

ΚΡΙΤΑΙ                                                     ΑΜΩΣ

ΡΟΥΘ                                                        ΜΙΧΑΙΑΣ

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄.                                                 ΙΩΗΛ

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Β΄.                                        ΟΒΔΙΟΥ

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄.                                        ΙΩΝΑΣ

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄.                                        ΝΑΟΥΜ

ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄                        ΑΜΒΑΚΟΥΜ

ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄                        ΣΟΦΟΝΙΑΣ

ΕΣΔΡΑΣ Α΄                                               ΑΓΓΑΙΟΣ

ΕΣΔΡΑΣ Β΄                                               ΖΑΧΑΡΙΑΣ

ΝΕΕΜΙΑΣ                                                 ΜΑΛΑΧΙΑΣ

ΤΩΒΙΤ                                                        ΗΣΑΪΑΣ

ΙΟΥΔΙΘ                                                     ΙΕΡΕΜΙΑΣ

ΕΣΘΗΡ                                                      ΒΑΡΟΥΧ

ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄                                   ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ

ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄                                   ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ

ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄                                   ΙΕΖΕΚΙΗΛ

ΨΑΛΜΟΙ                                                  ΔΑΝΙΗΛ

ΙΩΒ                                                           

 

 

 

 

 

ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

 

1) ΓΕΝΕΣΗ

Ἡ Γένεση εἶναι τό βιβλίον τῶν ἀρχῶν. Δέν ἀναφέρει μόνο τήν ἀρχή τῶν οὐρανῶν καί τῆς γῆς, τῶν φυτῶν, τῶν ζώων καί τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς, ἀλλά καί ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων θεσμῶν καί σχέσεων. Συμβολικῶς ὁμιλεῖ γιά τήν ἀναγέννηση, τή νέα δημιουργία, τότε πού τά πάντα ἦσαν χάος καί ἐρήμωση.

Μέ τήν Γένεση ἐπίσης, ἀρχίζει προοδευτικά νά ἀποκαλύπτει ὁ Θεός τόν ἑαυτό Του. Ἡ ἀποκορύφωση αὐτῆς τῆς ἀποκαλύψεως, ἔγινε μέ τόν  Χριστό. Τά τρία κυριώτερα ὀνόματα τῆς Θεότητας· Ἐλωχείμ, Ἰεοβά καί Ἀδωνάϊ, καθώς ἐπίσης τά πέντε πιό σπουδαῖα σύνθετα ὀνόματα, συναντῶνται στή Γένεση καί μάλιστα κατά προοδευτική τάξη, ἡ ὁποία δέν θά μποροῦσε νά ἀλλάξει χωρίς νά δημιουργήσει σύγχηση.

Τό πρόβλημα τῆς ἁμαρτίας, ὡς παράγοντας πού ἐπηρεάζει τήν κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου στή γῆ καί τή σχέση του μέ τόν Θεό, ὡς καί ἡ θεία λύση τοῦ προβλήματος αὐτοῦ, εὑρίσκονται ἐδῶ στήν οὐσία τους. Ἀπό τίς ὀκτώ μεγάλες συνθῆκες, οἱ ὁποῖες καθορίζουν τούς ὅρους τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς ἐν σχέσει μέ τή θεία λύτρωση, οἱ τέσσαρες, ἡ Ἐδεμική, ἡ Ἀδαμική, ἡ τοῦ Νῶε καί ἡ Ἀβρααμική Συνθήκη, βρίσκονται στό βιβλίο αὐτό. Αὐτές δέ εἶναι οἱ θεμελιώδεις Συνθῆκες, μέ τίς ὁποῖες οἱ ἄλλες τέσσαρες, ἡ Μωσαϊκή, Παλαιστινιακή, ἤ Δαβιδική καί ἡ Νέα Συνθήκη, ἀμέσως σχετίζονται, προσθέτοντας λεπτομέρειες ἤ ἀναπτύσσοντας τες.  

Ἡ Γένεση εἰσέρχεται σ’ αὐτόν τοῦτον τόν σχηματισμό τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἡ ὁποία ἀναφέρει τμήματά της πάνω ἀπό ἑξήντα φοοές σέ δεπαεπτά βιβλία της. Κατά κάποια βαθύτερη ἔννοια, συνεπῶς, οἱ ρίζες ὅλων τῶν ἀτοκαλύψεων πού ἀκολούθησαν βρίσκονται βαθειά φυτευμένες στή Γένεση, ὅποιος ἐπιθυμεῖ νά καταλάβη πραγματικά τίς ἀλήθειες αὐτές, θά πρέπει ἀπό ἐδῶ νά ἀρχίσει.            

Ἡ Γένεση εἶναι βιβλίο μέ θεία ἔμπνευση, τό ἀπέδειξε δέ αὐτό ἡ ὁμολογία τῆς ἱστορίας καί τοῦ Χριστοῦ (Ματθαίου ιθ΄ 4-6, κδ’ 37-39, Μάρκου ι΄ 4-9, Λουκᾶ ια΄ 49 - 51, ιζ΄ 26- 29, 32, Ἰωάννου α΄ 5, ζ’ 21-23, η΄ 44, 56).

Ἡ Γένεση χωρίζεται σέ πέντε μεγάλα μέρη : Ι. Δημιουργία (α’ 1 – β΄ 25). ΙΙ. Ἡ πτῶση καί ἡ λύτρωση (γ’ 1 - 7). ΙΙΙ. Οἱ διαφορετικοί ἀπόγονοι, Κάϊν καί Σήθ, μέχρι τόν Κατακλυσμό (δ’ 8 - ζ’ 24). IV.  Ὁ Κατακλυσμός μέχρι τόν Πύργο τῆς Βαβέλ (η’ 1-ια’ 9). V. Ἀπό τήν κλήση τό Ἀβραάμ, μέχρι τόν θάνατο τό Ἰωσήφ (ια’ 10-ν’ 26).

Τά γεγονότα πού ἀναφέρονται στή Γένεση, κατά τούς Ο΄ (70 μεταφραστές τοῦ κειμένου ἀπό τά ἑβραϊκά στά ἑλληνικά) καλύπτουν περίοδο 2315 ἐτῶν.

2)ΕΞΟΔΟΣ

Ἡ Ἔξοδος περιγράφει τήν ἀπολύτρωση τῶν ἀπογόνων τοῦ Ἀβραάμ ἀπό τή δουλεία τῆς Αἰγύπτου, καί ἀποκαλύπτει μέ τύπους τό ὅλο ἀπολυτρωτικό σχέδιο τό Θεοῦ. Θά λέγαμε, λοιπόν, ὅτι κατά ἕνα ἰδιάζοντα τρόπο, ἡ Ἔξοδος εἶναι τό βιβλίο τῆς ἀπολυτρώσεως. Ἀλλά καθώς τό ὅλο σχέδιο τῆς ἀπολυτρώσεως βρίσκεται σέ στενή σχέση μέ τόν Θεό, ἐκφραζόμενη διά τῆς λατρείας, ἐπικοινωνίας καί ὑπηρεσίας, ἔτσι καί ἡ Ἔξοδος, δίνοντας τό νόμο, τίς θυσίες καί τήν ἱερωσύνη ἐμφανίζεται ὄχι μόνο ὡς τό βιβλίο τῆς ἀπολυτρώσεως, ἀλλά ἐπίσης, μέσα σέ τύπους, τό βιβλίο πού μᾶς δίνει τούς ὅρους πάνω στούς ὁποίους βασίζεται καί ὑπάρχει κάθε σχέση μέ τόν Θεό.

Τό βιβλίο αὐτό, μᾶς διδάσκει σαφῶς, ὅτι ἡ λύτρωση εἶναι βασική προϋπόθεση, γιά κάθε σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Ἅγιο Θεό, ἀκόμη δέ ὅτι οἱ λυτρωμένοι δέν μποροῦν νά ἔχουν ἐπικοινωνία μέ Αὐτόν, χωρίς συνεχῆ καθαρισμό ἀπό κάθε μολυσμό.

Στήν Ἔξοδο, ὁ Θεός, πού μέχρι τότε σχετιζόταν μέ τόν Ἰσραηλιτικό λαό μόνον διά τῆς συνθήκης Του μέ τόν Ἀβραάμ, ὁδηγεῖ τούς Ἰσραηλῖτες πρός Αὐτόν διά τῆς λυτρώσεως, τούς θέτει δέ κάτω ἀπό τή Μωσαϊκή Συνθήκη καί κατοικεῖ μεταξύ τους ἐν τῇ νεφέλῃ τῆς δόξης. Ἡ πρός τούς Γαλάτες ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου μᾶς ἐξηγεῖ τή σχέση τοῦ Νόμου μέ τήν Ἀβρααμική Συνθήκη. Μέ τίς Ἐντολές, ὁ Θεός δίδασκε τόν Ἰσραήλ τίς δίκαιες ἀπαιτήσεις Του. Ἡ πείρα κάτω ἀπό τίς Ἐντολές ἔλεγχε τόν Ἰσραήλ γιά τήν ἁμαρτία. Τά δέ μέσα τῆς Ἱερωσύνης καί τῶν θυσιῶν (γεμάτα μέ πολύτιμους τύπους τοῦ Χριστοῦ), ἔδιδαν στόν ἔνοχο λαό τόν τρόπο τῆς συγχωρήοεως, τοῦ καθαρισμοῦ, τῆς ἐπανασυνδέσεως τῆς ἐπικοινωνίας μέ τόν Θεό καί τῆς λατρείας.

Ἡ Ἔξοδος χωρίζεται σέ τρία κύρια μέρη Ι. Ὁ Ἰσραήλ στήν Αἴγυπτο (α’ - ι’). ΙΙ. Ἀπό τήν Ἐρυθρά Θάλασσα στό Σινᾶ (ις’ -ιη’). ΙΙΙ. Ὁ Ἰσραήλ στό Σινᾶ (ιθ’ - μ’ ).

Τά γεγονότα πό ἀναφέρονται στήν Ἔξοδο καλύπτουν περίοδο 216 ἐτῶν.

3) ΛΕΥΙΤΙΚΟ

Τό Λευϊτικό ἔχει τήν ἴδια σχέση μέ τήν Ἔξοδο, πού ἔχουν οἱ Ἐπιστολές μέ τά Εὐαγγέλια. Ἡ Ἔξοδος εἶναι ἡ περιγραφή τῆς λυτρώσεως καί θέτει τά θεμέλια τοῦ καθαρισμοῦ, τῆς λατρείας καί τῆς ὑπηρεσίας ἑνός λυτρωμένου λαοῦ. Τό Λευϊτικό δίνει τίς λεπτομέρειες τῆς ζωῆς, τῆς λατρείας καί τῆς ὑπηρεσίας τοῦ λαοῦ αὐτοῦ. Στήν Ἔξοδο, ὁ Θεός ὁμιλεῖ ἀπό τό ὄρος στό ὁποῖο κάθε προσέγγιση ἀπογορευόταν. Στό Λευϊτικό, ὁ Θεός ὁμιλεῖ ἀπό τή Σκηνή τοῦ Μαρτυρίου μέσα στήν ὁποία κατοικεῖ ἀνάμεσα στό λαό Του, γιά νά τούς λέει ἐκεῖνο πού ἁρμόζει στήν ἁγιότητά Του, καθώς τόν πλησιάζουν καί ἔχουν ἐπικοινωνία μέ Αὐτόν.

Ἡ λέξη-κλειδί τοῦ Λευϊτικοῦ εἶναι «ἁγιασμός» καί ἀπαντᾶται 87 φορές. Τό ἐδάφιο-κλειδί εἶναι τό ιθ΄ 2:

«Νά εἶσθε Ἅγιοι, διότι ἐγώ Κύριος ὁ Θεός σας εἶμαι ἅγιος»

Τό  Λευϊτικό διαιρεῖται σέ ἐννέα κύρια μέρη: Ι. Οἱ προσφορές, α΄-ς΄ 7. II. Ὁ Νόμος τῶν προσφορῶν, ς΄8-ζ΄ 38. III. Καθιέρωσις, η΄ 1-θ΄ 24. IV.Ἕνα προειδοποιητικό παράδειγμα, ι΄ 1-20. V.Ἕνας Ἅγιος Θεός, πρέπει νά ἔχει ἕνα καθαγιασμένο Λαό, ια΄-ιε΄. VI.Ἐξιλέωση, ις΄, ιζ΄. VII.Οἱ σχέσεις τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ιη΄ - κβ΄. VIII.Οἱ ἑορτές τοῦ Κυρίου, κγ΄. IX. Ὁδηγίες καί προειδοποιήσεις, κδ΄-κζ΄.

4) ΑΡΙΘΜΟΙ

Τό βιβλίο αὐτό πῆρε τό ὄνομά του ἀπό τό γεγονός ὅτι ἀναφέρει τήν ἀπαρίθμηση τοῦ Ἰσραήλ. Ἱστορικῶς, οἱ Ἀριθμοί συνεχίζουν τήν ἱστορία ἀπό ἐκεῖ πού τήν ἀφίνει ἡ Ἔξοδος, εἶναι δέ τό βιβλίο τῶν περιπλανήσεων τοῦ λυτρωθέντος λαοῦ στήν ἔρημο, συνεπείᾳ τῆς ἀποτυχίας τους νά εἰσέλθουν στή γῆ παρά τήν Κάδης – Βαρνῆ.

Τυπικῶς, εἶναι τό βιβλίο τῆς ὑπηρεσίας καί πορείας. Τοιουτοτρόπως συμπληρώνει, μαζύ μέ τά προηγούμενα βιβλία, μιά θαυμάσια πνευματική διάταξη : Γένεσις, τό βιβλίο τῆς δημιουργίας, καί τῆς πτώσεως. Ἔξοδος, τό βιβλίο τῆς ἀπολυτρώσεως. Λευιτικό, τό βιβλίο τῆς λατρείας καί κοινωνίας. Καί οἱ Ἀριθμοί, τό βιβλίο πού θά ἔπρεπε νά ἀκολουθεῖ — τῆς ὑπηρεσίας καί τῆς πορείας.

Εἶναι ἄξιο πολλῆς προσοχῆς ὅτι τίποτε δέν ἀφέθηκε στή ἀνθρώπινη πρωτοβουλία καί θέληση. Ὁ κάθε ὑπηρέτης ἦταν ἀριθμημένος, γνώριζε τή θέση του στήν οἰκογένεια καί εἶχε τή δική του σαφῶς καί καθορισμένη ὑπηρεσία. Τό ἀντίστοιχο τῆς Καινῆς Διαθήκης εἶναι τό Α΄ Κορινθίους ιβ΄.  

Τό δεύτερο μάθημα πού τό βιβλίο τῶν Ἀριθμῶν μᾶς δίνει εἶναι ὅτι, δοκιμασθέντες ἀπό τίς περιστάσεις τῆς ἐρήμου, οἱ Ἰσραηλῖτες ἀπέτυχαν τελείως. Οἱ Ἀριθμοί χωρίζονται σέ πέντε κύριες διαιρέσεις: 

Ι. Ἡ Διάταξις τοῦ Πλήθους α΄ 1-ι΄ 10.

ΙΙ. Ἀπό τό Σινᾶ στήν Κάδης- Βαρνή*, ι΄11-ιβ΄ 16

ΙΙΙ. Ὁ Ἰσραήλ παρά τήν Κάδης – Βαρνή, ιγ΄ 1-ιθ΄ 22.

  1. IV. Οἱ περιπλανήσεις τῆς Ἐρήμου, κ΄ 1-λγ΄ 49.
  2. V. Τελικές Ὁδηγίες λγ΄ 50-λστ΄ 13.

Τά γεγονότα πού ἀναφέρονται στούς Ἀριθμούς, καλύπτουν περίοδο 39 ἐτῶν.

*Κάδης ἤ Κάδης Βαρνή ἤ Ἐνμισπάτ (Γενέσεως ιδ΄, 7)

Τό ὄνομα πηγῆς, πόλεως καί ἐρήμου, ἐπί τό αὐτό κειμένων, δηλαδή περί τήν μεθόριο γραμμή τῆς γῆς τῆς Ἐπαγγελίας, τήν πρός νότο, ἤ «κατά τά ἄκρα τῶν ὁρίων» (Ἀριθμῶν κ΄, 16). Τήν Κάδης δύο φορές ἐπισκέφθηκαν οἱ Ἰσραηλῖτες κατά τίς περιπλανήσεις τους. Πρῶτα ἀφοῦ ἀναχώρησαν ἀπό τοῦ ὄρους Σινᾶ, καί  μετά ἀπό τριάκοντα καί ὀκτώ ἔτη ἀποπλάνησης στήν ἔρημο. Ἐδῶ ἀφοῦ πρῶτα ἔστειλαν δώδεκα κατασκόπους γιά κατασκοπεία στή γῆ τῆς Ἐπαγγελίας καί ἀφοῦ αὐτοί ἔφεραν ἀγγελίες, ὁ λαός, ἐπαναστάτησε καί τιμωρήθηκε ἀπό τόν Θεό (Ἀριθμῶν ιγ΄, ιδ΄). Ἔπειτα ἡ Μαριάμ ἡ ἀδελφή τοῦ Μωϋσέως ἐκεῖ πέθανε. Στήν περιοχή αὐτή ὁ λαός τῶν Ἰσραηλιτῶν δυσφοροῦσε γιά τήν ἔλλειψη νεροῦ  καί ὁ Μωϋσῆς ἀφοῦ παράκουσε τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ χτύπησε τήν πέτρα ἐνῶ μάταια οἱ Ἰσραηλῖτες ζητοῦσαν τήν διά μέσου τοῦ Ἐδώμ διάβαση (Ἀριθμῶν κ΄, 1 - 22). Τά πρός νότο ὅρια τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα ἔφταναν μέχρι τῆς Κάδης – Βαρνή (Ἰησοῦς τοῦ Ναυή ιβ΄, 22, ιε΄, 3).

5) ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ

Τό Δευτερονόμιο περιέχει τίς ἐπί μέρους συμβουλές τοῦ Μωϋσῆ, πού ἀπηύθυνε στούς Ἰσραηλῖτες ἐν ὄψει τῆς ἐπικεμένης εἰσόδου τους γιά τήν κατάκτηση τῆς ὑποσχεθείσης γῆς. Ἀναφέρει ἐπίσης, μιά περίληψη τῶν περιπλανήσεων στήν Ἔρημο τοῦ Ἰσραήλ, ἡ ὁποία εἶναι σπουδαία, διότι ὑπογραμμίζει τήν ἠθική κρίση τοῦ Θεοῦ πάνω στά διάφορα γεγονότα. Ἐπαναλαμβάνει τόν Δεκάλογο, σέ μιά γενεά ἡ ὁποία εἶχε μεγαλώσει στήν ἔρημο. Δίνει δέ ἀναγκαῖες ὁδηγίες γιά τή ζωή καί συμπεριφορά τοῦ Ἰσραήλ στή χώρα πού θά κατελάμβανε καί περιέχει τήν Παλαιστινιακή Συνθήκη (λ΄ 1-9 ). Τό βιβλίο διαπνέεται ἀπό τήν αὐστηρότητα τοῦ Νόμου. Ἡ λέξη - κλειδί εἶναι· « Θέλεις» . Τά ἐδάφια - κλειδί εἶναι· ια΄ 26 – 28:  

«Κοιτάξτε· ἐγώ σήμερα βάζω μπροστά σας τήν εὐλογία καί τήν κατάρα. Τήν εὐλογία, ἄν ὑπακούσετε στίς ἐντολές τοῦ Κυρίου, τοῦ Θεοῦ σας, πού ἐγώ σᾶς δίνω σήμερα, καί τήν κατάρα, ἄν δέν τίς ὑπακούσετε κι ἀπομακρυνθεῖτε ἀπό τό δρόμο πού ἐγώ σήμερα σᾶς δείχνω, κι ἀκολουθήσετε ἄλλους θεούς, πού δέν τούς γνωρίζετε»

Εἶναι σπουδαῖο νά σημειωθεῖ ὅτι, ἐνῶ ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας εἶχε ἄνευ ὅρων δοθεῖ στόν Ἀβραάμ καί στό ἀπόγονο του κατά τήν Ἀβρααμική Συνθήκη (Γενέσεως ιγ΄ 15, ιε΄ 7), ἐν τούτοις ὁ Ἰσραήλ εἰσῆλθε στή χώρα αὐτή ὁδηγούμενος ἀπό τόν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, κατόπιν τῆς ὑπό ὅρους Παλαιστινιακῆς Συνθήκης ( Δευτερονομίου κη΄ -λ΄ 9). Ὅταν παρεβίασαν ὁλοσχερῶς τούς ὅρους τῆς συνθήκης αὐτῆς, τό Ἔθνος κατ’ ἀρχήν διαιρέθηκε (Α΄ Βασιλειῶν. ιβ΄) καί κατόπιν ἐκδιώχθηκε ἀπό τή γῆ (Β΄ Βασιλειῶν ιζ΄ 1-18, κδ΄ 1 - κέ 11). Ἀλλά ἡ ἴδια συνθήκη ἄνευ ὅρων, ὑπόσχεται τήν ἐθνική ἀποκατάσταση τοῦ Ἰσραήλ.

Τό Δευτερονόμιο χωρίζεται σέ ἑπτά μέρη :

 Ι. Περίληψη τῆς ἱστορίας τοῦ Ἰσραήλ στήν ἔρημο, α΄ 1-γ΄ 29.

ΙΙ. Ἐπανάληψις τοῦ Νόμου, μέ προειδοποιήσεις καί προτροπές, δ΄ 1 – ια΄ 23. ΙΙΙ. Ὁδηγίες, προειδοποιήσεις καί προρρήσεις, ιβ΄ 1 – κζ΄ 26.

  1. IV. Οἱ μεγάλες τελικές προφητεῖες πού συγκεφαλαιώνουν τήν ἱστορία τοῦ Ἰσραήλ, μέ τή δευτέρα ἔλευση τοῦ Χριστοῦ καί πού περιέχουν τήν Παλαιστινιακή Συνθήκη, κη΄ 1- λ΄ 20.
  2. V. Τελευταῖες συμβουλές στούς Ἱερεῖς, τούς Λευΐτες καί στόν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, λα΄
  3. VI. Ὁ Ψαλμός τοῦ Μωϋσῆ καί οἱ εὐλογίες του, πρό τοῦ θανάτου του, λβ΄, λγ΄.

VII. Ὁ θάνατος τοῦ Μωϋσῆ, λδ΄.

Ὁ χρόνος πού καλύπτεται ἀπό τήν ἀνασκόπηση αὐτή εἶναι 40 χρόνια.

6) ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ

Τό βιβλίο τοῦ Ναυῆ περιγράφει τό ἀποτέλεσμα τῆς ἀπολυτρώσεως τοῦ Ἰσραήλ ἐκ τῆς Αἰγύπτου. Διότι ἡ ἀπολύτρωση αὐτή ἀποτελεῖτο ἀπό δύο μέρη: «Ἔξοδος» καί «Εἴσοδος» (Δευτερονόμιο στ΄ 23). Ἡ φράση – κλειδί εἶναι «Μωϋσῆς ὁ θεράπων μου ἐτελεύτησεν» (Ἰησοῦς τοῦ Ναυή α΄ 2). Ὁ Νόμος, τοῦ ὁποίου ὁ ἐκπρόσωπος εἶναι ὁ Μωϋσῆς, δέν μποροῦσε ποτέ νά δώσει σέ ἕνα ἁμαρτωλό λαό τή νίκη (Πρός Ἑβραίους ζ΄ 19, Πρός Ρωμαίους στ΄ 1, η΄ 2-4).

Κατά κάποια πνευματική ἔννοια τό βιβλίο τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυή, εἶναι ἡ πρός Ἐφεσίους ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. «Τά ἐπουράνια» τῆς πρός Ἐφεσίους εἶναι στό Χριστιανό, ὅ, τι ἡ Χαναάν στόν Ἰσραηλίτη-ἕνα μέρος ἀγῶνος καί συνεπῶς ὄχι ἕνας τύπος τοῦ οὐρανοῦ μόνον, ἀλλά ἐπίσης μία τοποθεσία νίκης καί εὐλογίας διά θείας δυνάμεως (Ἰησοῦς τοῦ Ναυή κα΄43-45, Πρός Ἐφεσίους α΄ 3).

Ἡ διοίκηση, ὅπως καί πρίν, ἦταν θεοκρατική. Ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυή διαδέχθηκε τόν Μωϋσῆ, ὡς ὁ ὑπό τόν Θεό Ἄρχοντας. Τό βιβλίο τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυή, χωρίζεται σέ τέσσερα μέρη : Ι. Ἡ κατάκτησις, α΄-ιβ. II. Ἡ διανομή τῆς κληρονομίας, ιγ΄-κα΄. III. Ἔναρξη διαφωνιῶν, κβ΄. IV. Τελευταῖες συμβουλές τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυή καί ὁ θάνατός του, κγ΄, κδ΄.

Τά γεγονότα πού ἀναφέρονται στόν Ἰησοῦ τοῦ Ναυή, καλύπτουν περίοδο 26 ἐτῶν.   

7) ΚΡΙΤΕΣ

Τό βιβλίο αὐτό πῆρε τό ὄνομά του, ἀπό τούς δέκα—τρεῖς ἄνδρες πού ἐγείροντο κατά διαστήματα γιά νά ἀπελευθερώνουν τόν Ἰσραήλ κατά τήν περίοδο τῆς παρακμῆς καί ἀποσυνθέσεως πού ἐπηκολούθησε τόν θάνατο τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυή. Μέ αὐτούς τούς ἀνθρώπους, Κύριος ὁ Θεός συνέχιζε τήν προσωπική του διακυβέρνηση τοῦ Ἰσραήλ. Τό ἐδάφιο-κλειδί γιά τήν κατάσταση στήν ὁποία βρισκόταν ὁ Ἰσραήλ εἶναι (ιζ΄ 6) «Ἕκαστος ἔπραττεν ὅ, τι ἐφαίνετο εἰς αὐτόν ὀρθόν».

Δύο γεγονότα χαρακτηρίζουν τήν περίοδο αὐτή - ἡ ἀπόλυτη κατάπτωση τοῦ Ἰσραήλ καί ἡ ἐπίμονη χάρη τοῦ Κυρίου. Στήν ἐκλογή τῶν Κριτῶν βλέπουμε ἔμπρακτα νά ἐφαρμόζωνται οἱ λόγοι τοῦ Ζαχαρία (δ΄ 6) «οὐχί διά δυνάμεως οὐδέ διά ἰσχύος ἀλλά διά τοῦ Πνεύματός μου, λέγει ὁ Κύριος», καθώς ἐπίσης τά λόγια τοῦ Παύλου «Βλέπετε τήν πρόσκλησίν σας, ὅτι εἶσθε οὐ πολλοί σοφοί κατά σάρκα, οὐ πολλοί δυνατοί, οὐ πολλοί εὐγενεῖς» (Πρός Κορινθίους Α΄ , α΄ 26).

Τό βιβλίου περιγράφει ἑπτά ἀποστασίες, ἑπτά δουλεῖες σέ ἑπτά εἰδωλολατρικά ἔθνη καί ἑπτά ἀπελευθερώσεις. Τό παράλληλο πνευματικῶς βρίσκεται στήν ἱστορία τῆς κατ’ ὄνομα ἐκκλησίας ἀπό τήν ἐποχή τῶν ἀποστόλων, ὅπου δημιουργήθηκαν οἱ διάφορες μερίδες καί ἡ ἔννοια τῆς ἑνώσεως εἰς ἕν σῶμα χάθηκε (Πρός Κορινθίους Α΄, ιβ΄ 12,13).

Τό βιβλίο τῶν Κριτῶν, χωρίζεται σέ δύο μέρη:

Ι. α΄-ιστ΄ συμπεριλαμβανομένου· ἐδάφιο κλεδί β΄ 18

«Κάθε φορά πού ὁ Κύριος τούς ἔστελεν ἕνα Κριτή, ἦταν ὁ ἴδιος μαζί του καί γλίτωνε τούς Ἰσραηλῖτες ἀπό τούς ἐχθρούς τους ὅσον καιρό ζοῦσε ὁ Κριτής· ὁ Κύριος τούς λυπόταν, ὅταν οἱ ἐκμεταλλευτές καί οἱ καταπιεστές τους τούς ἔκαναν νά στενάζουν »

ΙΙ.  ιζ΄-κα΄· ἐδάφιο κλειδί κα΄ 25.

«Τήν ἐποχή ἐκείνη δέν ὑπῆρχε ἀκόμη βασιλιάς στό λαό τοῦ Ἰσραήλ. Καθένας ἔκανε ὅ, τι ἤθελε»

Τά γεγονότα πού ἀναφέρονται στούς Κριτές, καλύπτουν περίοδο 305 ἐτῶν.

Οἱ Κριτές τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης χρησιμοποιήθηκαν ἀπό τόν Θεό ὡς ὄργανά Του γιά νά ἀπελευθερώσουν τούς Ἰσραηλῖτες (Κριταί β΄ 16), ὅταν ὑποδουλώνονταν ἀπό εἰδωλολατρικούς λαούς.

Στό ἔργο τους ὑποστηρίζονταν καί ἐνδυναμώνονταν ἀπό τόν Θεό  (Κριτῶν β΄ 18)

Ἦσαν ἀξιοσημείωτοι γιά τήν πίστη τους (Πρός Ἑβραίους ια΄ 32)

Τά ὀνόματά τους :

Γοθονιήλ: Κριτῶν γ΄ 9,10 (Χρονολογία π.Χ. 1405-διάρκεια 40 ἔτη)

ὑπό τήν δουλεία Ἐγλών τοῦ Μωαβίτου μέ διάρκεια 18 ἔτη

Ἀώδ:  Κριτῶν γ΄ 15 (διάρκεια 80 ἔτη) ὑπό τούς Φιλισταίους μέ διάρκεια ἄγνωστη

Σαμεγάρ Κριτῶν: γ΄ 31(διάρκεια 20 ἔτη-ὑπό τόν Ἰαβείν διάρκεια ἄγνωστη)

Δεββόρα καί Βαράκ: Κριτῶν δ΄ 4 (διάρκεια 40 ἔτη ὑπό τούς Μαδιανίτας 7 ἔτη )

Γεδεών: Κριτῶν στ΄ 11 (διάρκεια 40 ἔτη)

Ἀβιμέλεχ: Κριτῶν θ΄ 6 (διάρκεια 3 ἔτη)

Θωλά: Κριτῶν ι΄ 1 (διάρκεια 23 ἔτη)

Ἰαείρ: Κριτῶν ι΄ 3 (διάρκεια 22 ἔτη-ὑπό τούς Ἀμωνίτας διάρκεια 18 ἔτη)

Ἰαφθάε: Κριτῶν ια΄ 1 (διάρκεια 6 ἔτη)

Ἀβαισάν: Κριτῶν ιβ΄ 8 (διάρκεια 7 ἔτη)

Αἰλών: Κριτῶν ιβ΄ 11 (διάρκεια 10 ἔτη)

Ἀβιδών: Κριτῶν ιβ΄ 13 (διάρκεια 8 ἔτη-ὑπό τούς Φιλισταίους διάρκεια 40 ἔτη)

Σαμψών: Κριτῶν ιγ΄ 24, 25, ιστ΄ 31  (διάρκεια 20 ἔτη)

Ἠλεί: Βασιλειῶν Α΄, δ΄ 18 (διάρκεια 40 ἔτη-ὑπό τούς Φιλισταίους διάρκεια 20 ἔτη)

Σαμουήλ: Βασιλειῶν Α΄, ζ΄ 6, 15-17 (διάρκεια περί τά 20 ἔτη)

Σαούλ ὁ πρῶτος βασιλιάς ἐνθρονίστηκε τό ἔτος 1095 π.Χ.

Διοίκησαν τούς Ἰσραηλῖτες κατά τή διάρκεια μιᾶς περιόδου περίπου τετρακοσίων πενήντα ἐτῶν κατά τό Πράξεων ιγ΄ 20. Κατά τήν περίοδο τῆς διακυβερνήσεως τῶν Κριτῶν ὑπῆρχαν καί διαλλείμματα πού δέν ὑπῆρχε Κριτής-Κυβερνήτης:  Κριτῶν ιζ΄ 6, ιη΄ 1, ιθ΄ 1, κα΄ 25

Ὁ Ἰσραήλ δέν ἐπωφελεῖτο πάντοτε πνευματικά ἀπό τούς Κριτές (Κριτῶν β΄ 17-19)

8)ΡΟΥΘ

Αὐτή ἡ ὄμορφη ἱστορία θά πρέπει νά διαβαστεῖ σέ συνδυασμό μέ τό πρῶτο ἥμισυ τῶν Κριτῶν, διότι μᾶς προσφέρει μιά εἰκόνα τῆς ζωῆς τοῦ λαοῦ τοῦ Ἰσραήλ κατά τήν ἐποχή ἐκείνη.

Τελικῶς, τό βιβλίο μπορεῖ νά ληφθεῖ ὡς μία εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας (Ρούθ) σάν τήν ἐξ Ἐθνῶν νύμφη τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Βηθλεεμίτου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἱκανός νά λυτρώσει. Ἡ Ρούθ ἐπίσης μᾶς δίνει μία εἰκόνα τῆς φυσιολογικῆς ζωῆς  τῶν Χριστιανῶν: Ι. Ἡ Ρούθ ἀποφασίζει, α΄. ΙΙ. Ἡ Ρούθ ὑπηρετεῖ, β΄.  III. Ἡ Ρούθ ἀναπαύεται, γ΄. IV. Ἡ Ρούθ ἀνταμείβεται, δ΄.

Τά γεγονότα πού ἀναφέρονται στό βιβλίο τῆς Ρούθ, καλύπτουν περίοδο 10 ἐτῶν.

Κατάλογος τῶν Βασιλέων τῶν Ἰσραηλιτῶν

πρό τῆς Διαιρέσεως  τοῦ Βασιλείου

Βασιλεῖς          Χρονολογία         Ἔτη βασιλείας       Ἕτεροι Βασιλεῖς

  1. Σαούλ           1095π.Χ.                   40 ἔτη           

 2.Δαβίδ              1035π.Χ.                   40 ἔτη

  1. Σολομών 1015π.Χ. 40 ἔτη            Χειράμ βασιλεύς

      Τύρου Ῥεζών τῆς Συρίας

Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΔΙΑΙΡΕΘΗΚΕ ΤΟ ΕΤΟΣ 975 π.Χ.

Βασ. Ἰούδα   Βασ.Ἰσραήλ   Χρον. Βασ/λείας   Ἔτη Βασ/λείας   Ἕτεροι Βασ.λεῖς

1.Ροβοάμ                                975π.Χ.                       17 ἔτη                         Σισάκ τῆς Αἰγύπτου

  1. Ἱεροβοάμ 975 π.Χ.                      22 ἔτη

2.Ἀβιάμ                                  958 π.Χ.                      3 ἔτη

  1. Ἀσά 956 π.Χ. 41 ἔτη
  2. Ναδάβ 954 π.Χ.                      2 ἔτη
  3. Βαασά 953π.Χ.                       24 ἔτη             Βεν-ἈδάδΑ΄τῆς Συρίας
  4. Ἠλά 930π.Χ.                       2 ἔτη
  5. Ζιμβρί 929π.Χ.                       7 ἡμ.
  6. Θιβνί, Ἀμβρί 929π.Χ.                        4 ἔτη
  7. Ἀμρί ἤ Ἀμβρί 929π.Χ. 8 ἔτη
  8. Ἀχαάβ 918π.Χ.                       22 ἔτη
  9. Ἰωσαφάτ 914π.Χ. 25 ἔτη                         Βεν-ἈδάδΑ΄τῆς Συρίας
  10. Ὀχοζίας 897π.Χ.                       2 ἔτη
  11. Ἰωράμ 896 π.Χ.                      12 ἔτη
  12. Ἰωράμ 892π.Χ. 8 ἔτη
  13. Ὀχοζίας 885π.Χ. 1 ἔτη               Ἀζαήλ τῆς Συρίας
  14. Γοθολία 884π.Χ. 6 ἔτη

                        11.Ἰηοῦ           884π.Χ.                       28 ἔτη

  1. Ἰωάς 878π.Χ. 40 ἔτη
  2. Ἰωάχαζ 836π.Χ.                       17 ἔτη
  3. Ἰωάς 840π.Χ.                       16 ἔτη             Βέν Ἀδάδ Γ΄ τῆς Συρίας
  4. Ἀμασίας 839π.Χ 29 ἔτη
  5. ἸεροβοάμΒ΄ 825π.Χ.                        41 ἔτη
  6. Ἀζαρίας ἤγ Ὀζίας 810π.Χ. 52 ἔτη

                        Α΄Μεσοβασιλεία                               11 ἔτη

  1. Ζαχαρίας 772π.Χ.                       6 μῆνες
  2. Σαλλούμ 771π.Χ. 1 μήνα                        Φούλ τῆς Ἀσσυρίας
  3. Μεναήμ 771π.Χ.                       10 ἔτη
  4. Φακείας 761π.Χ.                       2 ἔτη               Φεγλάθ –Φελασάρ
  5. Φεκά 759π.Χ.                       20ἔτη
  6. Ἰωάθαμ 758π.Χ. 16 ἔτη
  7. Ἄχαζ 742π.Χ. 16ἔτη              Φεγλάθ–Φελασάρτῆς Ἀσσυρίας

                                            Β΄ Μεσοβασιλεία                  9ἔτη                Ρεσίν τῆς Συρίας

  1. Ὠσηέ 730π.Χ.                       19 ἔτη
  2. Ἐζεκίας 726π.Χ. 29ἔτη

Ἅλωση Σαμαρείας ἔτος 721π.Χ.                Βασιλεῖς τῆς Ἀσσυρίας Σαλμανασάρ 728,

Σαργών 721,

Σενναχειρίβ 702,

14.Μανασσής                                    697π.Χ.                       55ἔτη

  1. Ἀμών 642π.Χ. 2ἔτη
  2. Ἰωσίας 640π.Χ. 31ἔτη
  3. Ἰωάχαζ 609π.Χ. 3 μῆνες
  4. Ἰωακείμ 609π.Χ. 11ἔτη
  5. Ἰωαχείν 599π.Χ. 3 μῆνες
  6. Σεδεκίας 599π.Χ.                      11ἔτη

                        Ἅλωση Ἱεροσολύμων 605π.Χ.

                        Καταστροφή Ἱεροσολύμων 588π.Χ.                     Ναβουχοδονόσορ

τῆς Βαβυλῶνος                                   

           

9) ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ Ο΄

(ΣΑΜΟΥΗΛ Α΄, κατά τό  Ἑβραϊκό)

Αὐτό τό βιβλίο, παρουσιάζει τήν προσωπική ἱστορία τοῦ Σαμουήλ, τοῦ τελευταίου ἀπό τούς Κριτές. Ἀναφέρει τήν ἠθική κατάπτωση τῆς ἱερωσύνης ὑπό τόν ἀρχιερέα Ἠλεί, καθώς ἐπίσης καί τήν τῶν Κριτῶν, στήν προσπάθεια τοῦ Σαμουήλ νά κάνει τό ἀξίωμα αὐτό κληρονομικό (Βασιλειῶν Α΄,  η΄ 1).

Στό προφητικό του ἀξίωμα ὁ Σαμουήλ ἦταν πιστός καί μ’ αὐτόν ἀρχίζει ἡ σειρά τῶν Προφητῶν πού ἔγραψαν. Ἀπό ἐδῶ καί ἐμπρός ὁ Προφήτης καί ὄχι ὁ Ἱερέας, κυριαρχεῖ στή ζωή τοῦ Ἰσραήλ. Σ’ αὐτό τό βιβλίο, ἡ Θεοκρατία, ὅπως ἐξησκεῖτο ἀπό τούς Κριτές, τελειώνει (η΄ 7) καί ἀρχίζει ἡ σειρά τῶν βασιλέων μέ τόν Σαούλ.

Τό βιβλίο χωρίζεται σέ τέσσερα μέρη: I. Ἡ ἱστορία τῦ Σαμουήλ μέχρι τοῦ θανάτου τοῦ Ἀρχιερέως Ἠλεί, α΄ 1-δ΄ 22. II. Ἀπό τήν παραλαβή τῆς Κιβωτοῦ μέχρι τῆς ἀπαιτήσεως τῶν Ἰσραηλιτῶν νά ἔχουν βασιλιά, ε΄ 1-η΄ 22. III. Ἡ βασιλεία τοῦ Σαούλ μέχρι τῆς κλήσεως τοῦ Δαβίδ, θ΄ 1-ιε΄ 35. IV. Ἀπό τῆς κλήσεως τοῦ Δαβίδ μέχρι τοῦ θανάτου τοῦ Σαούλ ιστ΄1-λα΄ 13.

Τά γεγονότα πού ἀναφέρονται στό Βασιλέων Α΄, καλύπτουν περίοδο 115 ἐτῶν.

10) ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Β΄ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ Ο΄

(ΣΑΜΟΥΗΛ Β΄, κατά τό Ἑβραϊκό)

Ὅπως τό Βασιλειῶν Α΄, σημειώνει τήν ἀποτυχία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Ἠλεί, τόν Σαούλ, ἀκόμα καί μέ τόν Σαμουήλ, ἔτσι κατ’ ἀντίθεση τό Βασιλειῶν Β΄ σημειώνει τήν ἀποκατάσταση τῆς τάξεως διά τῆς ἐνθρονίσεως τοῦ Δαβίδ, τοῦ βασιλέως τοῦ Θεοῦ. Τό βιβλίο αὐτό ἀναφέρει ἐπίσης τήν ἐγκαθίδρυση τοῦ πολιτικοῦ κέντρου τοῦ Ἰσραήλ στήν Ἱερουσαλήμ (Βασιλειῶν Β΄ ε΄ 6-12) καί τοῦ θρησκευτικοῦ στό λόφο Σιών (Βασιλειῶν Β΄ ε΄ 7, στ 1-17).

Ὅταν ὅλα εἶχαν ἔτσι τακτοποιηθεῖ, ὁ Κύριος ἔκαμε τή μεγάλη Δαβιδική Συνθήκη (ζ΄ 8-17), ἀπό τήν ὁποία ξεκινοῦν καί ἀναπτύσσονται ὅλες οἱ ἀλήθειες περί τῆς Βασιλείας. Ὁ Δαβίδ στούς «τελευταίους του λόγους» (κγ΄ 1-7) περιγράφει τήν χιλιετή Βασιλεία πού θά ἔρθει μέ τόν Μεσσία.

Τό βιβλίο χωρίζεται σέ τέσσερα μέρη: I. Ἀπό τό θάνατο τοῦ Σαούλ μέχρι τή χρίση τοῦ Δαβίδ βασιλέως ἐπί τόν Ἰούδα, στήν Χεβρώνα, α΄ 1-β΄4α. II.Ἀπό τῆς χρίσεως στήν Χεβρώνα μέχρι τῆς ἐγκαθιδρύσεως τοῦ Δαβίδ ἐπί ὅλου τοῦ Ἰσραήλ, ἑνωμένου β΄ 4β-ε΄ 25.  III. Ἀπό τῆς κατακτήσεως τῆς Ἱερουσαλήμ, μέχρι τῆς ἀνταρσίας τοῦ Ἀβεσσαλώμ, στ΄ 1-ιδ΄33. IV. Ἀπό τῆς ἀνταρσίας τοῦ Ἀβεσσαλώμ, μέχρι τῆς ἀγορᾶς τῆς τοποθεσίας τοῦ ναοῦ, ιε΄ 1-κδ΄ 25. Τά γεγονότα πού ἀναφέρονται στό Βασιλέων Β΄, καλύπτουν περίοδο 38 ἐτῶν.

11) ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ΄ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ Ο΄

(ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄,  κατά τό Ἑβραϊκό)

Τό Βασιλειῶν Γ΄, ἀναφέρει τό θάνατο τοῦ Δαβίδ, τήν βασιλεία τοῦ Σολομῶντος, τήν οἰκοδόμηση τοῦ Ναοῦ, τό θάνατο τοῦ Σολομῶντος, τή διαίρεση τοῦ βασιλείου ὑπό τόν Ροβοάμ καί τόν Ἱεροβοάμ καί τήν ἱστορία τῶν δύο βασιλείων μέχρι τῆς ἀναρρήσεως τοῦ Ἰωράμ στόν Ἰούδα (νότιο βασίλειο) καί τοῦ Ὀχοζία στή Σαμάρεια (βόρειο βασίλειο). Περιλαμβάνει δέ τή μεγάλη διακονία τοῦ Προφήτου Ἠλία.

Τό βιβλίο χωρίζεται σέ ἑπτά μέρη : I. Ἀπό τῆς ἀνταρσίας τοῦ Ἀδωνία μέχρι τοῦ θανάτου τοῦ Δαβίδ, α΄ 1-β΄ 11. II. Ἀπό τῆς διαδοχῆς τοῦ Σολομῶντος μέχρι τῆς ἀφιερώσεως τοῦ Ναοῦ,  β΄ 12-η΄ 66.  III. Ἀπό τῆς ἐπιβεβαιώσεως τῆς Δαβιδικῆς Συνθήκης, μέχρι τοῦ θανάτου τοῦ Σολομῶντος, θ΄ 1-ια΄ 43. IV. Ἀπό τῆς διαιρέσεως τοῦ βασιλείου, μέχρι τοῦ θανάτου τοῦ Ἱεροβοάμ καί Ροβοάμ, ιβ΄ 1-ιδ΄ 31.  V. Τά βασίλεια μέχρι τῆς διαδοχῆς τοῦ Ἀχαάβ,  ιε΄ 1-ιστ΄ 28. VI. Ἀπό τῆς διαδοχῆς τοῦ Ἀχαάβ, μέχρι τοῦ θανάτου του, ιστ΄ 29-κβ΄ 40. VII. Ἀπό τῆς βασιλείας τοῦ Ἰωασαφάτ μέχρι τῆς διαδοχῆς τοῦ Ἰωράμ ἐπί τοῦ Ἰούδα, καί τοῦ Ὀχοζία ἐπί τῆς Σαμαρείας, κβ΄ 41-53.

Τά γεγονότα πού ἀναφέρονται στό Βασιλέων Γ΄, καλύπτουν περίοδο 118 ἐτῶν.

12) ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ΄ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ Ο΄

(ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Β΄, κατά τό Ἑβραϊκό)

Τό βιβλίο αὐτό συνεχίζει τήν ἱστορία τῶν βασιλείων, μέχρι τῶν αἰχμαλωσιῶν Περιλαμβάνει δέ καί τήν ἁρπαγή τοῦ Ἠλία στόν οὐρανό καί τή διακονία τοῦ Προφήτου Ἐλισαίου. Κατά τήν περίοδο αὐτή, στόν Ἰσραήλ (βόρειο βασίλειο) προφητεύουν ὁ Ἀμώς καί ὁ Ὠσηέ καί στόν Ἰούδα (νότιο βασίλειο) ὁ Ἀβδιοῦ, ὁ Ἰωήλ, ὁ Ἠσαιΐας, ὁ Μιχαίας, ὁ Ναούμ, ὁ Ἀββακούμ, ὁ Σοφονίας καί ὁ Ἱερεμίας.

Τό Βασιλειῶν Δ΄ χωρίζεται σέ ἑπτά μέρη : I. Τό τέλος τῆς διακονίας τοῦ Ἠλία καί ἡ ἁπραγή του στόν οὐρανό, α΄ 1-β΄ 11. II.Ἡ διακονία τοῦ Ἐλισσαιέ ἀπό τήν ἁρπαγή τοῦ Ἡλία μέχρι τῆς κρίσεως τοῦ Ἰησοῦ β΄ 12-θ΄ 10. IIII. Ἡ βασιλεία τοῦ Ἰηοῦ ἐπί τόν Ἰσραήλ, θ΄ 11-ι΄ 36. IV. Οἱ βασιλεῖς τῆς Γοθολίας καί τοῦ Ἰωάς ἐπί τόν Ἰούδα, ια΄ 1-ιβ΄ 21. V. Οἱ βασιλεῖς τοῦ Ἰωάχαζ καί τοῦ Ἰωάς ἐπί τόν Ἰσραήλ καί τό τέλος τῆς διακονίας τοῦ Ἐλισαιέ, ιγ΄ 1-25. VI.Ἀπό τοῦ θανάτου τοῦ Ἐλισαιέ μέχρι τῆς αἰχμαλωσίας τοῦ Ἰσραήλ, ιδ΄ 1-ιζ΄ 41. VII. Ἀπό τῆς διαδοχῆς τοῦ Ἐζεκία μέχρι τῆς αἰχμαλωσίας τοῦ Ἰούδα, ιη΄ 1-κε΄30.

Τά γεγονότα πού ἀναφέρονται στό Βασιλέων Δ΄, καλύπτουν περίοδο 308 ἐτῶν.  

13) ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Α΄ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ Ο΄

(ΧΡΟΝΙΚΩΝ Α΄, κατά τό Ἑβραϊκόν)

Τά δύο βιβλία τῶν Παραλειπομένων κατά τούς Ο΄ ἀποτελοῦν ἕνα βιβλίο κατά τήν ἑβραϊκή συλλογή δηλούμενα μέ τόν τίτλο Χρονικῶν Α΄. Ἀμφότερα καλύπτουν τήν περίοδο ἀπό τοῦ θανάτου τοῦ Σαούλ, μέχρι τῶν αἰχμαλωσιῶν. Γράφηκαν πιθανῶς κατά τήν Βαβυλωνιακή Αἰχμαλωσία, διαφέρουν δέ ἀπό τά δύο βιβλία τῶν Βασιλεῶν, στό ὅτι δίνουν μία πληρέστερη περιγραφή τοῦ Ἰούδα, ἐνῶ παραλείπουν τίς πολλές λεπτομέρειες. Ἡ εὐλογία τοῦ ἐπιγείου λαοῦ τοῦ Θεοῦ, σέ σχέση μέ τήν Δαβιδική μοναρχία, εἶναι προφανῶς ἡ τυπική σημασία τῶν βιβλίων αὐτῶν.

Τό Α΄ Παραλειπομένων, χωρίζεται σέ τρία μέρη: I.Οἱ ἐπίσημες γενεαλογίες, α΄ 1-θ΄44. II.Ἀπό τοῦ θανάτου τοῦ Σαούλ μέχρι τῆς διαδοχῆς τοῦ Δαβίδ, ι΄ 1-ιβ΄ 40. III.Ἀπό τῆς διαδοχῆς τοῦ Δαβίδ, μέχρι τοῦ θανάτου του, ιγ΄ 1-κθ΄ 30.

Ἐκτός ἀπό τίς γενεαλογίες (κεφ. α΄-θ΄), τά γεγονότα πού ἀναφέρονται στό Α΄ Παραλειπομένων, καλύπτουν περίοδο 41 ἐτῶν.

14) ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β΄ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ Ο΄

(ΧΡΟΝΙΚΩΝ Β΄, κατά τό Ἑβραϊκόν)

Τό βιβλίο αὐτό συνεχίζει τήν ἱστορία, πού ἔχει ἤδη ἀρχίσει τό Παραλειπομένων Α΄. Χωρίζεται σέ δεκαοκτώ μέρη, ὅσες καί οἱ βασιλεῖες ἀπό τοῦ Σολομῶντος, μέχρι τῶν αἰχμαλωσιῶν. Ἀναφέρει τή διαίρεση τοῦ Βασιλείου τοῦ Δαβίδ σέ δύο βασίλεια στό βόρειο (τοῦ Ἰσραήλ μέ πρωτεύουσα τήν Σαμάρεια) καί τό νότιο (τοῦ Ἰούδα μέ πρωτεύουσα τήν Ἱερουσαλήμ). Στό βόρειο κατοικοῦσαν οἱ ἀπόγονοι τῶν 10 φυλῶν τῶν Ἰσραηλιτῶν. Στό νότιο κατοικοῦσαν οἱ ἀπόγονοι τῶν δύο φυλῶν τῶν Ἰσραηλιτῶν μέ βασιλεῖς τούς δύο υἱούς τοῦ Σολομώντα  τόν Ἱεροβοάμ καί τόν Ροβοάμ. Ἡ περίοδος χαρακτηρίζεται ἀπό μία συνεχῶς αὐξανομένη ἀποστασία, πού διακόπτεται σποραδικῶς ἀπό μεταρρυθμίσεις  ὑπό τούς Ἀσά ιδ΄-ιστ΄, Ἰωσαφάτ ιζ΄ 1-19, Ἰωάς κδ΄, Ἐζεκία κθ΄-λβ΄ καί Ἰωσία λδ΄, λε΄. Ἀλλά ἡ θρησκευτική κατάσταση τοῦ λαοῦ, ἀκόμα καί ἡ καλυτέρα, περιγράφεται στόν Ἠσαΐα α΄-ε΄.

Τά γεγονότα πού ἀναφέρονται στό Β΄ Παραλειπομένων, καλύπτουν περίοδο 427 ἐτῶν.

15,16. ΕΣΔΡΑΣ Α΄ καί Β΄ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ Ο΄

(ΕΣΔΡΑΣ, κατά τό Ἑβραϊκόν)

Ὁ Ἔσδρας (Α΄καί Β΄), εἶναι τό πρῶτο ἀπό τά μετά τήν αἰχμαλωσία βιβλία (Ἔσδρας, Νεεμίας, Ἐσθήρ, Ἀγγαῖος, Ζαχαρίας καί Μαλαχίας).  Ἀναφέρουν τά τελευταῖα χρόνια τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα καί τήν ἐπιστροφή ἑνός ὑπολοίπου τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ στήν Παλαιστίνη ἀπό τόν Ζεροβάβελ, μέ διάταγμα τοῦ Κύρου. Αὐτοί ἔθεσαν τά θεμέλια τοῦ ναοῦ (536 π.Χ.). Ἀργότερα (458 π.Χ.) ἀκολούθησε ὁ Ἔσδρας, ὁ ὁποῖος ἀποκαστέστησε τό νόμο καί τίς τελετουργίες. Ἀλλά τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ ἔθνους, καί οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἄρχοντες, παρέμειναν ἐκ προτιμήσεως στή Βαβυλωνία καί Ἀσσυρία, ὅπου ἄκμαζαν. Τά μετά τήν αἰχμαλωσία βιβλία καταγίνονται μέ αὐτό τό ἀδύνατο ὑπόλοιπο, τό ὁποῖο μόνον αὐτό εἶχε καρδιά γιά τό Θεό.

Τό περιεχόμενο τοῦ Ἔσδρα Α΄.

Ι. Τά τελευταῖα χρόνια τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα

ΙΙ. Τό διάταγμα τοῦ Κύρου - ἐπιστροφή τῶν πρώτων αἰχμαλώτων 1, 1-55 καί 2, 1-26

ΙΙΙ. Τό ἔργο τοῦ Ζοροβάβελ 3, 1-7, 15· 3, 1 -4, 63: Ὁ Ζοροβάβελ κερδίζει τήν εὔνοια τοῦ Δαρείου τοῦ Α΄. 5, 1 – 7, 15 Ἡ ἀνοικοδόμηση τοῦ ναοῦ

ΙV. Ἡ δράση τοῦ Ἔσδρα 8, 1-9, 55

Τό περιεχόμενο τοῦ Ἕσδρα Β΄.

Ι. Ἡ ἐπιστροφή τῆς πρώτης ὁμάδας τῶν ἐξορίστων 1, 1 – 2, 70

ΙΙ. Ἡ ἀνοικοδόμηση τοῦ ναοῦ 3, 1-6, 22

ΙΙΙ. Ἡ ἐπιστροφή τῆς δεύτερης ὁμάδας ἐξορίστων καί ἡ δράση τοῦ Ἕσδρα 7, 1-10, 44  

17) ΝΕΕΜΙΑΣ

Δεκατέσσερα χρόνια μετά τήν ἐπιστροφή τοῦ Ἔσδρα στήν Ἱερουσαλήμ, ὁ Νεεμίας παρεκίνησε ἕναν ὅμιλο Ἰσραηλιτῶν (444 π.Χ.) καί ἀνοικοδήμησαν τά τείχη τῆς πόλεως καί ἀνασύστησε τίς πολιτικές ἐξουσίες. Αὐτά τά γεγονότα ἀναφέρει τό βιβλίο αὐτό. Χωρίζεται δέ σέ ὀκτώ μέρη:

  1. I. Tό ταξίδι στήν Ἱερουσαλήμ, α΄ 1-β΄ 20. II.Τό χτίσιμο τοῦ τείχους, γ΄ 1-στ΄19. III. Ἡ ἀπογραφή τοῦ πληθυσμοῦ, ζ΄ 1-73. IV. Ἡ ἀναζωπύρωσις, η΄ 1-ια΄ 36. V.Ἡ ἀπογραφή τῶν ἱερέων καί Λευϊτῶν, ιβ΄ 1-26. VI.Ἡ ἐγκαινίαση τοῦ τείχους, ιβ΄ 27-43. VII.Ἡ ἀνασύσταση τῆς λατρείας στό ναό, ιβ΄ 44-47. VIII.Ἡ ἔννομη τάξη ἀποκαθίσταται, ιγ΄ 1-31. Ἡ ἠθική κατάσταση τῆς ἐποχῆς αὐτῆς, μᾶς ἀποκαλύπτεται μέ τόν προφήτη Μαλαχία. Τό βιβλίο αὐτό μᾶς παρέχει πολλά περιστατικά ἀτομικῆς πίστεως, πού ἐνεργεῖ σύμφωνα μέ τό γραπτό λόγο (π.χ. α΄8, 9, ιγ΄ 1). Αὐτός εἶναι ὁ κανών τοῦ Τιμόθεον Β΄.

  Τά γεγονότα πού ἀναφέρονται στόν Νεεμία, καλύπτουν περίοδο 11 ἐτῶν.  

19)ΤΩΒΙΤ

Τό βιβλίο “Τωβίτ” φέρει ὡς τίτλο τό ὄνομα ἑνός εὐσεβῆ Ἰουδαίου τῆς διασπορᾶς, ὁ ὁποῖος εἶναι ἕνας ἀπό τούς ἥρωες τῆς ἱστορίας πού ἀφηγεῖται ὁ ἴδιος.

Ἡ γλώσσα τοῦ πρωτοτύπου (ἑβραϊκή, ἀραμαϊκή ἤ ἑλληνική) εἶναι ἄγνωστη. Τό ἔργο παρατίθεται ἀπό τήν ἑλληνική μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα (Ο΄) καί κατατάσσεται συνήθως στά “Ἱστορικά Βιβλία” τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐνῶ ἀπουσιάζει ἀπό τήν Ἑβραϊκή Βίβλο.

Τό περιεχόμενο τοῦ ἔργου ἀναφέρεται στίς δοκιμασίες καί στίς περιπέτειες δύο συγγενῶν Ἰουδαϊκῶν οἰκογενειῶν, τοῦ Τωβίτ καί τοῦ Ραγουήλ, οἱ ὁποῖες ζοῦσαν στή Νινευή καί στά Ἐκβάτανα ἀντίστοιχα. Ὁ Τωβίτ χάνει τήν περιουσία του καί τυφλώνεται, ἐνῶ ἡ κόρη τοῦ Ραγουήλ, ἡ Σάρρα, χάνει διαδοχικά ἑφτά συζύγους, οἱ ὁποῖοι πεθαίνουν τήν πρώτη νύχτα τοῦ γάμου της. Μέ παρέμβαση τοῦ Θεοῦ τά προσωπικά δράματα μεταστρέφονται σέ εὐτυχία: Ὑπό τήν καθοδήγηση τοῦ ἀγγέλου Ραφαήλ, ὁ Τωβίας, γιός τοῦ Τωβίτ, παίρνει ὡς σύζυγο τή Σάρρα καί θεραπεύει τόν πατέρα του.

Τό ἔργο, πού στηρίζεται σέ μία παλιά, εὐρύτατα διαδεδομένη, λαϊκή παράδοση, συνιστᾶ μία δημώδη ἀφήγηση μέ ἔντονα διδακτικό-παραινετικό χαρακτήρα. Ὁ συγγραφέας δέν δίνει ἰδιαίτερη σημασία στήν ἀκρίβεια τῶν ἱστορικῶν καί γεωγραφικῶν δεδομένων τῆς ἀφήγησης, τήν ὁποία χρησιμοποιεῖ ἁπλῶς ὡς πλαίσιο γιά τή διατύπωση τῆς διδασκαλίας του. Οἱ διάφοροι χαρακτῆρες τοῦ ἔργου προβάλλονται ὡς πρότυπα τῆς ἰουδαϊκῆς εὐσέβειας, διδάσκεται ἡ ἐμπιστοσύνη στό Θεό καί ἡ ὑποταγή στό νόμο του καί τονίζεται ἡ σημασία τῆς οἰκογένειας καί τοῦ γάμου. Ἰδιαίτερα ὅμως τονίζεται Ὁ ρόλος τῶν Ἀγγέλων ὡς ὀργάνων τῆς πρόνοιας τοῦ Πανάγαθου Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι πάντα παρών καί εὐεργετεῖ τούς πιστούς του.

Διάγραμμο τοῦ περιεχομένου :

  1. Οἱ δοκιμασίες καί οἱ προσευχές τοῦ Τωβίτ καί τῆς Σάρρας: 1,1—3,17
  2. Ὁδηγίες τοῦ Τωβίτ πρός τόν Τωβία: 4,1-21
  3. Τό ταξίδι τοῦ Τωβία καί τοῦ Ραφαήλ: 5,1—6,19
  4. Ὁ γάμος τοῦ Τωβία μέ τή Σάρρα: 7,1—9,6
  5. Ἐπιστροφή ἀπό ἀπό τό ταξίδι καί θεραπεία τοῦ Τωβίτ: 10,1—11,19
  6. Ἡ ἀποκάλυψη τῆς ταυτότητας τοῦ ἀγγέλου Ραφαήλ: 12,1-22
  7. Εὐχαριστήριος ὕμνος τοῦ Τωβίτ καί συμβουλές πρός τόν Τωβία: 13,1—1 4,15

19) ΙΟΥΔΙΘ

Ἡ Ἰουδίθ εἶναι ἡ κεντρική ἡρωίδα τοῦ φερώνυμου βιβλίου, ἡ ὁποία μέ τό θάρρος καί τήν πίστη της στό Θεό σώζει τήν πατρίδα της ἀπό τήν καταστροφή.

Τό πρωτότυπο κείμενο δέν σώζεται καί τό ἔργο δέν συγκαταλέγεται μεταξύ τῶν βιβλίων τῆς Ἑβραϊκῆς Βίβλου. Παρατίθεται ἀπό τήν ἑλληνική μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα (Ο΄) καί κατατάσσεται στά «Ἱστορικά Βιβλία» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Τό περιεχόμενο τοῦ ἔργου ἀναφέρεται στή σωτηρία τῆς μικρῆς πόλης Βαιτυλούα ἀπό τήν πολιορκία τῶν ἐχθρῶν. Ἡ Ἰουδίθ, μία νέα Ἰουδαία χήρα, κατορθώνει μέ τήν ἐμπιστοσύνη της στό Θεό νά ἐμψυχώσει τούς πολιορκημένους συμπατριῶτες της καί νά σκοτώσει τόν ἀρχηγό τῶν ἐχθρικῶν στρατευμάτων, τά ὁποία πανικοβάλλονται καί ἀποχωροῦν.

Σκοπός τοῦ συγγραφέα δέν εἶναι ἡ ἔκθεση ἱστορικῶν γεγονότων, ἀλλά ἡ διακήρυξη τῆς ἀλήθειας ὅτι κύριος του κόσμου καί τῆς ἱστορίας εἶναι ὁ Θεός. Γιά τό σκοπό αὐτόν ἀφηγεῖται μία ἱστορία, στήν ὁποία πρωταγωνιστοῦν πρόσωπα ἀπό διάφορες ἐποχές. Γραμμένη σέ μία ἐποχή, κατά τήν ὁποία ὁ μικρός ἰουδαϊκός λαός ἀγωνίζεται κατά τῆς πολιτικῆς τῶν Σελευκιδῶν, τονίζει τήν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος σώζει τό λαό του μέ τά ἀδύναμα χέρια μίας γυναίκας.

Διάγρομμα τοῦ περιεχομένου

  1. Ἐκστρατεία τοῦ Ὀλοφέρνη καί πολιορκία τῆς Βαιτυλούα: 1,1—7,32

2.Ὁ ἡρωισμός τῆς Ἰουδίθ: 8,1—13,20

  1. Ἡ νίκη κατά τῶν ἐχθρῶν: 14,1—16,25

20)ΕΣΘΗΡ

Ἡ σπουδαιότης τοῦ βιβλίου αὐτοῦ συνίσταται στό ὅτι μαρτυρεῖ γιά τήν μυστική φροντίδα πού ὁ Κύριος καταβάλλει γιά τόν διεσπαρμένο Ἰσραηλιτικό λαό. Τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ δέν ἀπαντᾶται οὔτε μία φορά, κι ὅμως σέ κανένα ἄλλο βιβλίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς δέν εἶναι τόσο καταφανής ἡ πρόνοιά Του. Ἕνα καί μόνο ὑπόλοιπο τοῦ λαοῦ ἐπέστρεψε στήν Ἱερουσαλήμ. Ὁ ὄγκος τοῦ Ἔθνους προτίμησε τήν εὔκολη καί ἐπικερδῆ ζωή, κάτω ἀπό τήν Περσική κυριαρχία. Ὡστόσο ὁ Θεός δέν τούς ἐγκατέλειψε. Αὐτό πού ἐδῶ κάνει γιά τόν Ἰούδα, ἀσφαλῶς κάνει τό ἴδιο γιά ὅλους πού ἔχουν συνδεθεῖ μέ Αὐτόν.

Τό βιβλίο χωρίζεται σέ ἑπτά μέρη:

  1. I. Ἡ ἱστορία τῆς Ἀστίν, α΄ 1-22. II. Ἡ Ἐσθήρ γίνεται βασίλισσα, β΄ 1-23. III. Ἡ συνωμοσία τοῦ Ἀμάν, γ΄ 1-15. IV. Τό θάρρος τῆς Ἐσθήρ φέρνει ἀπελευθέρωση, δ΄ 1-ζ΄ 10. V.Ἡ ἐκδίκηση, η΄ 1-θ΄ 19. VI. Ἡ ἑορτή τοῦ Φουρείμ, θ΄ 20-32. VII. Ὁ ἐπίλογος, ι΄ 1-3.

Τά γεγονότα πού ἀναφέρονται στό βιβλίο τῆς Ἐσθήρ, καλύπτουν περίοδο 12 ἐτῶν.   

21) ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α΄

Βιβλία τῶν “Μακκαβαίων” ὀνομάζονται τά ἔργα πού ἀναφέρονται σέ γεγονότα τῆς μακκαβαϊκῆς περιόδου. Τό ὄνομα “Μακκαβαῖος” δόθηκε ὡς παρωνύμιο στόν Ἰούδα, ἡγέτη τῆς ἰουδαϊκῆς ἐπανάστασης τοῦ 166 π.Χ. ἐναντίον τοῦ ἡγεμόνα τοῦ βασιλείου τῶν Σελευκιδῶν Ἀντιόχου Δ΄ τοῦ Ἐπιφανοῦς (2,4). Τό ἐπίθετο εἴτε προέρχεται ἀπό τήν ἑβραϊκή λέξη “μακκέβεθ” (= σφυρί) ἤ τήν ἀραμαϊκή ἀντίστοιχή της “μακκαμπά” (=σφύρα) ὅποτε μπορεῖ νά σημαίνει αὐτόν πού σφυροκόπησε τούς ἐχθρούς του· ἐπίσης μπορεῖ νά ἔχει σχέση μέ κάποιο ἰδιόμορφο σχῆμα τοῦ κεφαλιοῦ του, εἴτε εἶναι συντετμημένος τύπος τοῦ ὀνόματος “Μακκαβγιάχου”, ὅποτε σημαίνει αὐτόν πού εἶναι ὁρισμένος ἀπό τόν Κύριο (πρβλ. Ἠσ 62,2). Τό ἴδιο ἐπίθετο χαρακτηρίζει στή συνέχεια καί τούς διαδόχους του Ἰούδα, παράλληλα μέ τό οἰκογενειακό τους ὄνομα Ἀσμοναῖοι.

Τό Α΄ Μακκαβαίων γράφτηκε πρωτοτύπως στά ἑβραϊκά, ἀλλά τό κείμενο αὐτό χάθηκε καί σώζεται μόνο στά ἑλληνικά, ὅποτε δέν συμπεριλαμβάνεται στήν Ἑβραϊκή Βίβλο. Στήν ἑλληνική μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα (Ο΄) κατατάσσεται στά «Ἱστορικά Βιβλία» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Τό περιεχόμενο τοῦ βιβλίου ἀναφέρεται στήν ἐπανάσταση πού προκάλεσαν τά ἀντιιουδαϊκά μέτρα τοῦ Ἀντιόχου Δ΄ - τοῦ Ἐπιφανοῦς (175-164 π.Χ.) καί στούς ἀγῶνες τῶν Ἰουδαίων πού ἀκολούθησαν. Ἡ ἀφήγηση, πού καλύπτει περίοδο 40 ἐτῶν (175-135 π.Χ.), ἀρχίζει μέ τήν ἀνάρρηση τοῦ Ἀντιόχου στό θρόνο, τά μέτρα πού πῆρε ἐναντίον τῶν Ἰουδαίων καί τήν ἐξέγερση τοῦ ἱερέα Ματταθία. Τό κύριο μέρος τοῦ βιβλίου διαιρεῖται σέ τρεῖς ἑνότητες πού ἀναφέρονται στή δράση τῶν τριῶν γιῶν τοῦ Ματταθία, οἱ ὁποῖοι ἀναλαμβάνουν διαδοχικά τήν ἡγεσία τῆς ἐπανάστασης.

Ὁ Ἰούδας Μακκαβαῖος (166-161 π.Χ.) διεξάγει νικηφόρους ἀγῶνες καί ἀποκαθιστᾶ τή λατρεία τοῦ ναοῦ τῆς Ἱερουσαλήμ. Ὁ πόλεμος ὅμως συνεχίζεται καί τελικά ὁ Ἰούδας σκοτώνεται στή μάχη. Τόν διαδέχεται ὁ ἀδερφός τοῦ ὁ Ἰωνάθαν (161-143 π.Χ.), ὁ ὁποῖος ἐκμεταλλεύεται τίς ἐσωτερικές ἀντιπαραθέσεις τῶν Σελευκιδῶν, γιά νά διευρύνει τήν κυριαρχία του, ἀναλαμβάνει τό ἀξίωμα τοῦ ἀρχιερέα, ἀλλά τελικά συλλαμβάνεται ἀπό τούς ἐχθρούς του καί φονεύεται. Ἀνάλογη πολιτική, μέ μεγαλύτερη ἐπιτυχία, ἀκολουθεῖ καί ὁ ἀδερφός καί διάδοχός του Σίμων (142-135 π.Χ.), ὁ ὁποῖος ἀναγορεύεται μέγας ἀρχιερέας, στρατηγός καί ἡγούμενος τῶν Ἰουδαίων, ἀλλά τελικά πέφτει καί αὐτός θύμα πολιτικῆς δολοφονίας.

Τό βιβλίο ἀποτελεῖ πολύτιμη πηγή γιά τήν ἱστορία τῆς περιόδου στήν ὁποία ἀναφέρεται. Ὁ συγγραφέας ἐπιχειρεῖ νά δώσει ἕνα πλῆρες χρονικό τῆς μακκαβαϊκῆς ἐξέγερσης καί ταυτόχρονα νά ἐξυμνήσει τούς ἀγῶνες τῶν Ἀσμοναίων ὑπέρ τῆς πατρικῆς πίστης, τῶν ἰουδαϊκῶν ἐθίμων, ἀλλά καί τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας. Στή δράση τῶν ἡρώων του διαβλέπει τήν προσπάθεια ἀποκατάστασης τοῦ θεοκρατικοῦ ἰδεώδους.

Διάγραμμα τοῦ περιεχομένου

1.Εἰσαγωγή                                                                                      1,1-70

2.Ἰούδας Μακκαβαῖος                                                                   3,1-9,22

3.Ἰωνάθαν                                                                                        9,23-12,53

  1. Σίμων 13,1-16,24

22) ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Β΄

Τό βιβλιο Β΄ Μακκαβαίων” δέν ἀποτελεῖ συνέχεια τοῦ προηγούμενου ὁμώνυμου βίου, ἀλλά ἀνεξάρτητο ἔργο. Ὁ τίτλος του ὀφείλεται στό περιεχόμενό του, πού ἀναφέρεται σέ γεγονότα τῆς ἴδιας μέ τό Α΄ Μακκαβαίων περιόδου.

Τό Μακκαβαίων Β΄ γράφτηκε πρωτοτύττως στά ἑλληνικά ὡς ἐπιτομή ἑνός πεντάτομου ἔργου κάποιου Ἰάσονα Κυρηναίου. Στήν ἑλληνική μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα (Ο΄) κατατάσσεται στά “Ἱστορικά Βιβλία” τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐνῶ δέν συγκαταλέγεται μεταξύ τῶν βιβλίων τῆς Ἑβραϊκῆς Βίβλου.

Ἡ ἀφήγηση, πού καλύπτει περίοδο 15 ἐτῶν ἀρχίζει μέ τό τέλος τῆς βασιλείας τοῦ Σελεύκου Δ΄ τοῦ Φιλοπάτορα (187-175 π.Χ.) καί ὁλοκληρώνεται μέ τήν τελευταία νίκη τοῦ Ἰούδα Μακκαβαίου, λίγο πρίν ἀπό τό θάνατό του (161 π.Χ.). Στά δύο πρῶτα κεφάλαια περιέχονται δύο ἐπιστολές τῶν Ἰουδαίων τῆς Ἱερουσαλήμ πρός τούς συμπατριῶτες τους τῆς Αἰγύπτου, μέ τίς ὁποῖες τούς πληροφοροῦν γιά τή γιορτή τῶν Ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ καί τούς καλοῦν νά γιορτάσουν μαζί τους. Ἀκολουθεῖ ἀναφορά στήν πολιτική τῶν Σελευκιδῶν κατά τῶν Ἰσυδαίων, ἀλλά καί στίς διαμάχες γιά τήν ἐξασφάλιση τοῦ ἀρχιερατικου ἀξιώματος. Ἡ ἑνότητα τελειώνει μέ τήν περιγραφή τοῦ μαρτυρίου τοῦ γέροντα γραμματέα Ἐλεάζαρου, καθώς καί τῶν ἑφτά ἀδελφῶν καί τῆς μητέρας τους.

Τό ὑπόλοιπο ἔργο εἶναι ἀφιερωμένο στήν ἔκθεση τῆς ἱστορίας πού περιγράφεται στά 7 πρῶτα κεφάλαια τοῦ Α΄-Μακκαβαίων. Ἡ ἔκθεση γίνεται σέ δύο ἑνότητες πού ὁλοκληρώνονται, ἡ πρώτη μέ τό θάνατο τοῦ Ἀντιόχου Δ΄ - τοῦ Ἐπιφανοῦς, ὁ ὁποῖος βεβήλωσε τό ναό, καί ἡ δεύτερη μέ τό θάνατο τοῦ στρατηγοῦ Νικάνορα, ὁ ὁποῖος ἀπείλησε τό ναό. Στό τέλος τῆς κάθε ἑνότητας γίνεται λόγος γιά τή θεσμοθέτηση μίας ἀντίστοιχης γιορτῆς, στίς ὁποῖες ἀναφέρονται καί τά δύο ἑόρτια γράμματα τῶν δύο πρώτων κεφαλαίων.

Μέσα ἀπό τήν ἱστορική ἀφήγηση ὁ συγγραφέας ἐπιχειρεῖ νά τονίσει τή θρησκευτική πλευρά τῆς μακκαβαϊκῆς ἐξέγερσης καί νά δώσει τή θεολογική ἑρμηνεία τῶν γεγονότων. Τό ἐνδιαφέρον του ἐπικεντρώνεται στό ναό, δίνεται ἰδιαίτερη ἔμφαση στήν πιστότητα στό νόμο καί προβάλλεται ἡ ἰδέα τοῦ μαρτυρίου ὑπέρ τῆς πίστεως, ἐνῶ ταυτόχρονα διακηρύσσεται ἡ πίστη στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν.

Διάγραμμα τοῦ περιεχομένου

  1. Ἐόρτιες ἐπιστολές: 1,1—2,18
  2. Πρόλογος: 2,19-32
  3. Ἡ ἀντιιουδιαϊκή πολιτική τῶν Σελευκιδῶν

καί οἱ διαμάχες γιά τήν ἀρχιερατεία                                                      3,1-7,42

  1. Ἡ μακκαβαϊκή ἐπανάσταση 8,1-15,39

8,1 -10,8 Πρῶτες νίκες τοῦ Ἰούδα –θάνατος τοῦ Ἀντιόχου

10,9-15,39: Συνέχιση τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγώνα –Θάνατος τοῦ Νικάνορα

23) ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Γ΄

Τό βιβλίο Μακκαβαίων Γ΄, ἄν καί φέρει τόν ἴδιο μέ τά δύο προηγούμενα τίτλο, ἀναφέρεται σέ ἐντελῶς διαφορετικά μέ ἐκεῖνα γεγονότα τά ὁποῖα διαδραματίζονται στήν Αἴγυπτο, καί σέ παλιότερη ἀπό τή μακκαβαική ἐπανάσταση ἐποχή. Πιθανότατα ὁ τίτλος του ὀφείλεται στόν παραλληλισμό τῶν διωγμῶν πού ἀντιμετώπιζαν οἱ Ἰουδαῖοι τῆς Αἰγύπτου πρός ἐκείνους τῶν συμπατριωτῶν τους τῆς Παλαιστίνης.

Τό Γ΄ Μακκαβαίων γράφτηκε πρωτοτύπως στά ἑλληνικά, ὁπότε δέν συμπεριλαμβάνεται στήν Ἑβραϊκή Βίβλο. Στήν ἑλληνική μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα (Ο΄) κατατάσσεται στά “Ἱστορικά Βιβλία” τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Θέμα τοῦ βιβλίου ἀποτελεῖ ἕνα ἐπεισόδιο τῆς ἐποχῆς τοῦ Πτολεμαίου Δ΄ - τοῦ Φιλοπάτορα (221-205 π.Χ.), ὁ ὁποῖος συγκέντρωσε τούς Ἰουδαίους τῆς Ἀλεξάνδρειας στόν ἱππόδρομο γιά νά καταπατηθοῦν ἀπό ἐλέφαντες. Μέ τήν παρέμβαση δύο ἀγγέλων ὕστερα ἀπό προσευχή τοῦ ἱερέα Ἐλεάζαρ, οἱ ἐλέφαντες καταπάτησαν τούς διῶκτες τῶν Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι, μετά τή σωτηρία τους ἀνέκτησαν τά δικαιώματά τους καί θέσπισαν ἀναμνηστική γιορτή.

Πρόκειται γιά ἐποικοδομητικό ἔργο πού τονίζει τή σημασία τῆς προσευχῆς καί τήν παρέμβαση τοῦ Θεοῦ ὑπέρ τοῦ πιστοῦ λαοῦ του. Στόχος του εἶναι ἡ ἐνθάρρυνση καί ἡ παρηγορία τῶν Ἰσυδαίων τῆς Αἰγύπτου καί ἡ αἰτιολόγησή της, ἀντίστοιχης πρός τή γιορτή Πουρίμ τῆς Ἀνατολῆς, τοπικῆς γιορτῆς τῆς ἰουδαϊκῆς παροικίας τῆς Αἰγύπτου.

Διόγραμμο τοῦ περιεχομένου

1.Ὁ Πτολεμαῖος ἐπιχειρεῖ νά βεβηλώσει τό ναό:                                 1,1—2,24

  1. Οἱ διωγμοί τῶν Ἰουδαίων τῆς Αἰγύπτου: 2,25—4,21
  2. Ἡ θαυμαστή σωτηρία τῶν Ἰουδαίων: 5,1—7,23

ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

24) ΨΑΛΜΟΙ

Τό βιβλίο τῶν Ψαλμῶν ἀποτελεῖ μία συλλογή 150 θρησκευτικῶν ποιημάτων. Ψαλμοί ὀνομάζονται τά ποιήματα πού ἀπαγγέλλονται μέ τή συνοδεία ἑνός ἔγχορδου μουσικοῦ ὀργάνου, τοῦ “ψαλτηρίου”, καί ἐπειδή στήν κατηγορία αὐτή ἀνήκουν τά περισσότερα ποιήματα τῆς συλλογῆς, ἡ ὀνομασία ἀποδόθηκε σέ ὁλόκληρο τό βιβλίο. Στήν Ἑβραϊκή Βίβλο ἡ συλλογή φέρει τόν τίτλο “Αἶνοι”, πού ἐπίσης ἀντιστοιχεῖ σέ μία μόνο κατηγορία ποιημάτων. Μεταγενέστερα τοποθετήθηκαν στούς περισσότερους ψαλμούς καί ἐπιγραφές, πού, ἄν καί σέ ὁρισμένες περιπτώσεις εἶναι δυσνόητες, παρέχουν πληροφορίες γιά τό εἶδος τοῦ ποιήματος, τόν τρόπο τῆς μουσικῆς του ἐκτέλεσης ἤ τήν λειτουργική του χρήση, τή συλλογή στήν ὁποία ἀνῆκε, κλπ.

Οἱ ψαλμοί ἀνήκουν στά “Ποιητικά-Διδακτικά Βιβλία” τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐνῶ στήν Ἑβραϊκή Βίβλο κατατάσσονται στήν τρίτη ὁμάδα τῶν βιβλικῶν ἔργων, τά “Ἁγιόγραφα”. Οἱ Ψαλμοί ἀριθμοῦνται διαφορετικά στό ἑλληνικό ἀπ’ ὅ,τι στό ἑβραϊκό κείμενο. Ἡ ἑλληνική μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα (0΄) ἀριθμεῖ τούς ψαλμούς 9 - 10 καί 11 - 115 ὡς 9 καί 113 ἀντίστοιχα, ἐνῶ τούς Ψαλμούς 116 καί 147 ὡς 114-5 καί 146-147 ἀντίστοιχα, ὁπότε τό σύνολο παραμένει 150. Διαφορά ὑπάρχει ἐπίσης καί  στήν ἀρίθμηση τῶν στίχων, καθώς σέ παλαιότερες ἐκδόσεις τοῦ κειμένου οἱ ἐπιγραφές δέν ἀριθμοῦνται ὡς στίχοι, ὁπότε ὁ στίχος 2 ἀριθμεῖται ἐκεῖ ὡς 1.

Ἡ συλλογή περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες ποιημάτων, πού μέ βάση τά φιλολογικά τους χαρακτηριστικά διακρίνονται σέ τρεῖς κυρίως τύπους μέ τίς ὑποδιαιρέσεις τους: ὕμνοι, θρῆνοι καί εὐχαριστήρια ἄσματα. Ἀπό ἄποψη περιεχομένου ὅμως τό βιβλίο τῶν Ψαλμῶν καλύπτει ἕνα εὐρύτατο φάσμα πνευματικῶν ἐνδιαφερόντων, καθώς σ’αὐτό, ἐκτός ἀπό τήν ἐξύμνηση τοῦ μεγαλείου καί τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ καί τήν ἔκφραση τῶν συναισθημάτων πού πλημμυρίζουν τήν ψυχή τοῦ πιστοῦ, διατυπώνονται ὑψηλές διδασκαλίες γιά τό Θεό, τήν παρουσία του στήν ἱστορία, τό ἔλεος καί τήν ἀγάπη του ἀλλά καί τή δίκαιη κρίση του, τή ζωή καί τό θάνατο, τήν ἁγιότητα καί τήν ἁμαρτία καί προπάντων ἐκφράζεται ἡ μεσσιανική προσδοκία. Ἡ ποικιλία τῶν θεμάτων στά ὁποῖα ἀναφέρεται καί ἡ δύναμη τοῦ ποιητικοῦ του λόγου κατέστησαν τό βιβλίο τῶν Ψαλμῶν τό ὑμνολόγιο τόσο τῆς Ἰουδαϊκῆς Συναγωγῆς ὅσο καί τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ σημερινή μορφή τοῦ βιβλίου τῶν Ψαλμῶν εἶναι τό ἀποτέλεσμα τῆς συνένωσης, ὕστερα ἀπό μία μακρά διαδικασία ἐξέλιξης, μικρότερων συλλογῶν πού διαμορφώθηκαν σέ διάφορες ἐποχές. Ἐπειδή ἕνα μεγάλο μέρος τῶν ψαλμῶν (3-41 καί 51-72) συδέεται μέ τό ὄνομα τοῦ ποιητή βασιλιά Δαβίδ, ὁλόκληρη ἡ συλλογή ἀποδόθηκε τελικά σ’ αὐτόν. Ἀργότερα, κατά τό πρότυπο προφανῶς τῆς Πεντατεύχου, τό βιβλίο τῶν Ψαλμῶν διαιρέθηκε σέ πέντε μέρη, τό τέλος τῶν ὁποίων σημειώνεται μέ δοξολογίες.

Διάγραμμα τοῦ περιεχομένου

1ο βιβλίο 1-41 (Ο΄ 1-40)

2ο βιβλίο 42-72 (Ο΄41-71)

3ο βιβλίο 73-89 (72-88)

4ο βιβλίο 90-106 (Ο΄ 89-105)

5ο βιβλίο 107-150 (Ο΄ 106-150)

25) ΙΩΒ

Ὁ Ἰώβ, εἶναι ἕνα εἶδος δραματικοῦ ποιήματος. Εἶναι, πιθανῶς, τό ἀρχαιότερο ἀπό τά βιβλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί ἐγράφη ἀφαλῶς προτοῦ δοθῆ ὁ Νόμος τοῦ Θεοῦ στό Σινᾶ. Θά ἦταν ἀδύνατο, σέ μία συνομιλία πού ἐξήταζε τό ὅλο θέμα τῆς ἁμαρτίας, τῆς πρόνοιας τοῦ Θεοῦ καί τῆς σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου μέ Αὐτόν, νά παραληφθεῖ κάθε μνεία τοῦ Νόμου, ἐάν ὁ Νόμος ἦτο τότε γνωστός. Ὁ Ἰώβ ἦταν μία ἀληθινή προσωπικότης (Ἰεζεκιήλ ιδ΄ 20, Ἰακώβου ε΄ 11) καί τά ἀναφερόμενα γεγονότα εἶναι ἱστορικά. Τό βιβλίο ρίχνει ἕνα ἀξιοσημείωτο φῶς πάνω στό φιλοσοφικό πλάτος καί στή διανοητική μόρφωση τῆς πατριαρχικῆς ἐποχῆς. Τό πρόβλημα εἶναι· «Γιατί ὑποφέρει ὁ δίκαιος ;».

Τό βιβλίο χωρίζεται σέ ἑπτά μέρη: Ι. Πρόλογος, α΄ 1-β΄ 8. ΙΙ. Ὁ Ἰώβ καί ἡ γυναίκα του, β΄ 9, 10. ΙΙΙ. Ὁ Ἰώβ καί οἱ τρεῖς του φίλοι, β΄ 11 – λα΄ 40. ΙV. Ὁ Ἰώβ καί ὁ Ἐλιού, λβ΄ 1 – λζ΄ 24. V. Ὁ Κύριος καί ὁ Ἰώβ, λη΄ 1 – μα΄ 34. VI. Ἡ τελική ἀπάντησις τοῦ  Ἰώβ,  μβ΄ 1 - 6. VII. Ὁ ἐπίλογος, μβ΄ 7 - 17.

Τά γεγονότα πού ἀναφέρονται στό βιβλίο του Ἰώβ, ξετυλίχθησαν σέ χρονική περίοδο μη ὑπερβαίνουσα τό ἕν ἔτος.

26) ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ

Αὐτή ἡ συλλογή τῶν ἀποφθεγματικῶν ρήσεων ἤ φράσεων, εἶναι θεία σοφία ἐφαρμοσμένη στίς ἐπίγειες συνθῆκες ζωῆς τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Τό ἴδιο οἱ Παροιμίες εἶναι τοῦ Σολομῶντος (α΄ 1), δέν σημαίνει τίποτε περισσότερο ἀπό τό ὅτι αὐτός συνέλεξε καί τακτοποίησε κατά σειρά, παροιμίες πού ἤδη κυκλοφοροῦσαν μεταξύ τοῦ λαοῦ - ἡ σοφία τοῦ Πνεύματος, διά μέσου ἴσως πολλῶν αἰώνων (Ἐκκλησιαστής ιβ΄ 9). Τά κεφάλαια κε’-κθ΄ ἦσαν κοινά καί κυκλοφοροῦσαν στήν ἐποχή τοῦ Ἐζεκία (κε΄ 1). Τά κεφάλαια λ΄ καί λα΄ εἶναι τοῦ Ἀγούρ καί Λεμουήλ. Τό βιβλίο χωρίζεται σέ ἕξη μέρη.

I.Οἱ υἱοί, α΄ -ζ΄. II. Ὁ ὕμνος τῆς σοφίας, η΄ -θ΄. III. Ἡ ἀφροσύνη τῆς ἁμαρτίας, ι΄ -ιθ΄. IV. Προειδοποιήσεις καί συμβουλές, κ΄ -κθ΄. V. Οἱ λόγοι τοῦ Ἀγούρ, λ΄. VI. Οἱ λόγοι τοῦ βασιλέως Λεμουήλ, λα΄.  

27) ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ

Αὐτό εἶναι τό βιβλίο τοῦ ἀνθρώπου «ὑπό τόν ἥλιον», πού σκέφτεται γιά τή ζωή. Εἶναι τό καλύτερο πού ἔχει νά κάνει ὁ ἄνθρωπος, πού γνωρίζει ὅτι ὑπάρχει ἕνας ἅγιος Θεός ὁ Ὁποῖος μία μέρα θά φέρει τό κάθε τι σέ κρίση. Οἱ φράσεις κλειδί εἶναι : «ὑπό τόν ἥλιον», «ἐγνώρισα», «εἶπα ἐν τῇ καρδίᾳ μου». Τό βιβλίο ἐξετάζει κάτω ἀπό θεία ἔμπνευση τά πρόσκαιρα, ἀλλά τά συμπεράσματα καί οἱ κρίσεις εἶναι ἀνθρώπινες. Τό ὅτι τά συμπεράσματα αὐτά, εἶναι ἁπλῶς καί μόνο γιά νά δείξουν τήν «ματαιότητα» τοῦ νά ἀφιερώσει κανείς τή ζωή του στά ἐπίγεια, ἐν ὄψει μάλιστα τῆς κρίσεως, εἶναι σ’ ὅλο τό βιβλίο σαφές. Ὡστόσο τό «τέλος τῆς ὅλης ὑποθέσεως» (ιβ΄ 13) εἶναι τό καλύτερο πού μπορεῖ νά κάνει ὁ ἄνθρωπος ὑπό τό Νόμο, μακρυά ἀπό τή λύτρωση καί χωρίς νά περιμένει τό Εὐαγγέλιο.

Τό βιβλίο χωρίζεται σέ πέντε μέρη: I. Τό θέμα, α΄ 1-3. II. Ἡ ἀνάπτυξη τοῦ θέματος, α΄ 4-γ΄ 22. III. Τό θέμα ἐρευνᾶται ὑπό τό φῶς τῶν ἀνθρωπίνων θλίψεων, ὑποκρισιῶν, ἀβεβαιότητος, πτωχείας καί πλούτου, δ΄ 1-ι΄ 20. IV. Τό καλύτερο δυνατό πρᾶγμα γιά τόν φυσικό ἄνθρωπο, μακρυά ἀπό τόν Θεό, ια΄ 1 –ιβ΄ 12. V. Τό καλύτερο δυνατό, πρᾶγμα, γιά τόν ὑπό Νόμον ἄνθρωπο, ιβ΄ 13, 14.

28) ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ

Πουθενά ἀλλοῦ στή Βίβλο, ἡ στερημένη πνευματικότητα ἀνθρώπινη σκέψη, δέν πατᾶ σ’ ἔδαφος τόσο μυστηριῶδες καί ἀκατάλυπτο, ὅσο στό βιβλίο αὐτό. Ἀντιθέτως οἱ ἁγιώτεροι ἄνθρωποι ὅλων τῶν ἐποχῶν, βρῆκαν τό βιβλίο αὐτό ὡς πηγή ἁγνῆς καί πνευματικῆς ἀπολαύσεως. Τό ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ θείου Νυμφίου θά ἔπρεπε νά ἀκολουθεῖ ὅλες τίς ἀναλογίες τῆς  συζυγικῆς σχέσεως, φαίνεται κακό μόνο σ’ ἀντιλήψεις τόσο παρεξηγημένα ἀσκητικές, πού καί ἡ συζυγική σχέση αὐτή καθ’ αὑτήν τούς φαίνεται ἀνούσια καί ἀκάθαρτη. Ἡ ἑρμηνεία εἶναι διπλῆ: Κατ’ ἀρχήν, τό βιβλίο εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς ἁγνῆς ἐγγάμου ἀγάπης, ὅπως ὁ Θεός τήν διέταξε στή δημιουργία καί ἡ δικαιολόγηση αὐτῆς τῆς ἀγάπης ἐναντίον τόσο τοῦ ἀσκητισμοῦ ὅσο καί τῶν σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν-αὐτά τά δύο πού συνήθως βεβηλώνουν τήν ἁγιότητα τοῦ γάμου. Ἡ δεύτερη καί εὐρύτερη ἑρμηνεία εἶναι τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Νυμφίου καί τῆς ἐπουρανίας νύμφης Του, τῆς Ἐκκλησίας (Πρός Κορινθίους Β΄, ια΄ 1-4). Κατ’ αὐτή τήν ἔννοια, τό βιβλίο χωρίζεται σέ ἕξη μέρη: I. Ἡ Νύμφη ἐμφανίζεται σέ τρυφερή ἐπικοινωνία μέ τόν Νυμφίο, α΄ 1-β΄ 7. II. Ὁλίσθημα καί ἐπανόρθωσις, β΄ 8-γ΄ 5. III. Ἡ χαρά τῆς ἐπικοινωνίας, γ΄ 6-ε΄ 1. IV. Ξέχωρα ἐνδιαφέροντα-ἡ Νύμφη ἱκανοποιημένη, ὁ Νυμφίος βρίσκεται ἀλλοῦ, ε΄ 2-5.  V. Ἡ Νύμφη ἀναζητοῦσα καί δίδοντας μαρτυρία, ε΄ 6-στ΄ 3.  VI. Ἀδιάσπαστη κοινωνία, στ΄ 4-η΄ 14.    

29) ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ

Τό βιβλίο “Σοφία Σολομώντος” συνιστᾶ μία διατριβή γιά τά ἀγαθά τῆς σοφίας καί τά κακά τῆς ἀσέβειας. Ὁ τίτλος του ὀφείλεται στή φήμη τοῦ Σολομώντα ὡς σοφοῦ βασιλιά (Γ΄ Βασιλειῶν 5,9-44) καί στήν τάση τῆς ἐποχῆς νά ἀποδίδονται τά περισσότερα σοφιολογικά ἔργα σ’ αὐτόν.

Τό βιβλίο γράφτηκε πρωτοτύπως σέ ἑλληνική γλώσσα, στήν Ἀλεξάνδρεια, τῆς Αἰγύπτου ὅποτε δέν συμπεριλαμβάνεται μεταξύ τῶν ἔργων τῆς Ἑβραϊκῆς Βίβλου. Παρατίθεται μόνον ἀπό τήν ἑλληνική μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα (Ο΄), ἡ ὁποία τό κατατάσσει στά “Ποιητικά - Διδακτικά Βιβλία” τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Ἡ πραγμάτευση τοῦ βασικοῦ θέματος τοῦ ἔργου ἀρχίζει μέ τή διερεύνηση τοῦ ρόλου τῆς σοφίας στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου καί στή συνέχεια γίνεται σύγκριση τῆς τύχης τῶν δικαίων μέ ἐκείνη τῶν ἀδίκων κατά τήν παροῦσα ζωή ἀλλά καί μετά τό θάνατο. Ἀκολουθεῖ ἀνάλυση τῆς προέλευσης καί τῆς φύσης τῆς σοφίας καί παρουσίαση τῶν τρόπων ἀπόκτησής της. Τέλος, ἐξετάζονται μέσα ἀπό μία ἐπισκόπηση τῆς ἱερῆς ἰστορίας μέ ἰδιαίτερη ἀναφορά στά γεγονότα τῆς ἐξόδου τῶν ἰσραηλιτῶν ἀπό τήν Αἴγυπτο, οἱ συνέπειες τῆς σοφίας καί ἀσκεῖται σκληρή κριτική κατά τῆς εἰδωλολατρίας.

Στόχος τοῦ συγγραφέα εἶναι κυρίως νά στηρίξει τήν κλονισμένη, ἐξαιτίας τῶν ἐπιτευγμάτων καί τῆς λάμψης τοῦ ἀλεξανδρινοῦ πολιτισμοῦ, πίστη τῶν Ἰουδαίων, ἀλλά καί νά προσελκύσει τούς εἰδωλολάτρες στήν πίστη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ἰδιαίτερο χαρακτηριοτικό τοῦ ἔργου εἶναι ἡ ἐπίδραση τῆς ἑλληνιστικῆς σκέψης κυρίως τῆς πλατωνικῆς φιλοσοφίας, σέ ὁρισμένες ἰδέες τοῦ συγγραφέα καί πολύ περισσότερο στή γλώσσα του. Αὐτός ὁ ἐπιτυχής συνδυασμός Ἑλληνικῆς Παιδείας καί Ἰουδαϊκῆς πίστης ἀποτελεῖ ἕνα ἄριστο δεῖγμα τοῦ πόσο δημιουργική μπορεῖ νά ἀποβεῖ ἡ συνάντηση δύο πολιτισμῶν.

Διάγραμμο τοῦ περιεχομένου

  1. Ἡ σοφία καί οἱ συνέπειές της γιά τόν ἄνθρωπο: 1,1—5,23
  2. Ὁ Σολομών καί ἡ ἀναζήτηση τῆς σοφίας: 6,1—9,19
  3. Οἱ συνέπειες τῆς σοφίας στήν ἱστορία: 10,1—1 9,22

30) ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ

Ὁ τίτλος τοῦ βιβλίου “Σοφία Σειράχ” εἶναι σύντμηση τοῦ πλήρους τίτλου τοῦ ἔργου “Σοφία Ἰησοῦ υἱοῦ Σειράχ”. Πρόκειται, δηλαδή, γιά ἕνα σοφιολογικό ἔργο γραμμένο ἀπό κάποιο Ἰουδαῖο Ἰησοῦ (50,27). Τό βιβλίο μεταφράστηκε τό 132 π.Χ. στά ἑλληνικά ἀπό τόν ἐγγονό τοῦ συγγραφέα (πρόλογος στ. 27 ἑξ.) καί παρατίθεται ἀπό τή μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα (Ο΄) στό τέλος τῆς ὁμάδας “Ποιητικά-Διδακτικά Βιβλία” τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἀπό τήν Ἰουδαϊκή Συναγωγή δέν ἔγινε δεκτό στόν κανόνα της, τό ἑβραικό πρωτότυπο χάθηκε, ἀλλά ἡ ἀρχαιολογική ἔρευνα ἔφερε στό φῶς μεγάλα ἀποσπάσματά του.

Ὡς πρός τή μορφή καί τό περιεχόμενο τό βιβλίο δέν διαφοροποιεῖται οὐσιαστικό ἀπό τά ὑπόλοιπα ἔργα τῆς ὁμάδας. Μετά τόν πρόλογο τοῦ μεταφραστή παρατίθεται μία μεγάλη συλλογή γνωμικῶν, συμβουλῶν καί παραινέσεων χωρίς συστηματική τάξη, πού ἀναφέρονται στήν ἀντιμετώπιση διαφόρων προβλημάτων τῆς ζωῆς καί προτρέπουν τόν ἀναγνώστη στήν ἀναζήτηση τῆς σοφίας. Ἀκολουθοῦν δύο τμήματα στά ὁποῖα ὑμνεῖται ἡ δόξα καί τό μεγαλεῖο του Θεοῦ, ὅπως αὐτή παρουσιάζεται στή φύση μέσα ἀπό τά δημιουργήματά του καί ἀποκαλύπτεται στήν ἱστορία μέσα ἀπό τίς προσωπικότητες τῆς Βίβλου. Τό ἔργο κατακλείεται μέ ἕναν εὐχαριστήριο ὕμνο στό Θεό γιά τίς εὐεργεσίες Του καί ἕνα ποίημα πού ἀναφέρεται στήν ἀναζήτηση τῆς σοφίας.

Ἡ διδασκαλία τοῦ βιβλίου εἶναι ἐπίσης παραδοσιακή καί ἐμφανίζει πολλές ὁμοιότητες μέ ἐκείνη τῶν ἄλλων βιβλίων τῆς ὁμάδας. Γράφοντας κατά τίς παραμονές τῆς μακκαβαϊκῆς ἐξέγερσης, ὁ συγγραφέας ἐπιχειρεῖ νά ἀντιπαραθέσει στήν ἄκριτη υἱοθέτηση τῶν Ἑλληνικῶν ἐθίμων καί ἰδεῶν τήν παράδοση τοῦ λαοῦ του. Σ’  αὐτή τήν προσπάθεια ὀφείλεται καί ἡ ἔμφαση πού δίνει σέ θέματα πού συνήθως εἶναι ξένα πρός πᾶν προβληματισμό τῶν σοφῶν. Ἔτσι, ἕνα νέο στοιχεῖο πού προστίθεται εἶναι ἡ θεώρηση τῆς σοφίας στό πλαίσιο τῆς νομικῆς σκέψης τῆς ἐποχῆς. Ἡ σοφία ταυτίζεται μέ τό νόμο (24,23-24) καί πιστή τήρηση τοῦ νόμου σημαίνει, ἐκτός τῶν ἄλλων, ἀκριβῆ τέλεση τῆς λατρείας (35,1-10). Μία ἄλλη διαφορά σέ σχέση μέ τά ὑπόλοιπα σοφιολογικά ἔργα εἶναι ἡ ἰδιαίτερη σημασία πού δίνει ὁ Σειραχίδης στήν ἱερή ἱστορία καί στή Διαθήκη.

ΤΑ ΠΡΟΦΗΤΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

31) ΩΣΗΕ

Ὁ Προφήτης Ὠσηέ ἦταν σύγχρονος τῶν Προφητῶν τοῦ Ἀμώς στόν Ἰσραήλ (βόρειο βασίλειο) καί τοῦ Ἠσαΐα καί Μιχαία στόν Ἰούδα (νότιο βασίλειο) καί ἡ διακονία του συνεχίστηκε μετά τήν πρώτη ἤ Ἀσσυριακή αἰχμαλωσία τοῦ βορείου Βασιλείου (Βασιλειῶν Δ΄, ιε΄ 29). Τό ὕφος του εἶναι ἀπότομο, μεταφορικό καί παραβολικό.

Ὁ Ἰσραηλιτικός λαός ἕνεκα τῆς ἀποστασίας του ἀπό τόν Θεό παρομοιάζεται μέ πόρνη – σύζυγο τοῦ Κυρίου, ἀποβεβλημένη πού τελικά θά ἐξαγνισθεῖ καί θά ἐπανορθωθεῖ. Αὐτό εἶναι τό ξεχωριστό ἄγγελμα τοῦ Ὠσηέ, τό ὁποῖο μπορεῖ νά συνοψισθεῖ σέ δύο λέξεις. «Λο-ἀμμί» δηλαδή «δέν εἶσθε λαός μου» καί «Ἀμμί», δηλαδή «λαός μου». Ὁ Ἰσραήλ, δέν εἶναι ἀποστάτης μόνον καί ἁμαρτωλός-πρᾶγμα πού ἀναφέρεται ἐπίσης, ἀλλά ἡ ἁμαρτία του παίρνει τόν χαρακτῆρα τῆς μοιχείας, λόγῳ τῆς ὑψηλῆς συζυγικῆς σχέσεώς του μέ τόν Θεό.

Τό βιβλίο χωρίζεται σέ τρία μέρη : I. Ἡ ἀνέντιμη σύζυγος, α΄ 1-γ΄ 5. II. Ὁ ἁμαρτωλός λαός, δ΄ 1-ιγ΄ 8.  III. Ἡ τελική εὐλογία καί δόξα τοῦ Ἰσραήλ, ιγ΄ 9-ιδ΄ 9.

Τά γεγονότα πού ἀναφέρονται στό Ὠσηέ, καλύπτουν περίοδο 60 ἐτῶν.

32) ΑΜΩΣ

Ὁ Προφήτης Ἀμώς ἦταν Ἰουδαῖος, προφήτευσε ὅμως (776-763 π.Χ.) στό βόρειο βασίλειο τοῦ Ἰσραήλ (α΄ 1, ζ΄14,15). Ἔδρασε κατά τή διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ Ἱεροβοάμ ΙΙ, ἑνός ἱκανοῦ ἀλλά εἰδωλολάτρη βασιλιᾶ, ὁ ὁποῖος ὁδήγησε τό βασίλειό του στό ζενίθ τῆς δυνάμεώς του. Τίποτα δέν μποροῦσε νά φανεῖ πιό ἀπίθανο ἀπό τήν ἐκπλήρωση τῶν προειδοποιήσεων τοῦ Ἀμώς. Κι’ ὅμως μέσα σέ πενῆντα χρόνια, τό βασίλειο αὐτό, καταστράφηκε τελείως. Ὁπωσδήποτε ὅμως, ἡ ὅρασις τοῦ Ἀμώς εἶναι εὐρύτερη ἀπό τό βόρειο βασίλειο μόνο. Περικλείει ὅλο «τόν οἶκον τοῦ Ἰακώβ» δηλαδή ὅλους τούς Ἰουδαίους.

Τό βιβλίο χωρίζεται σέ τέσσερα μέρη: I. Κρίσεις ἐπάνω στίς πόλεις πού περιβάλλουν τήν Παλαιστίνη,  α΄ 1-β΄ 3. II. Κρίσεις ἐπάνω στόν Ἰούδα καί τόν Ἰσραήλ, β΄  4-16. III. Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου ἐναντίον «παντός τοῦ γένους» Ἰακώβ, γ΄ 1-θ΄ 10. IV.Ἡ μελλοντική δόξα τῆς Δαβιδικῆς βασιλείας θ΄ 11-15.

33) ΜΙΧΑΙΑΣ

Ὁ Προφήτης Μιχαίας, σύγχρονος τοῦ Ἠσαΐα, προφήτευσε κατά τήν διάρκεια τῆς βασιλείας τῶν Ἰωάθαμ, Ἄχαζ καί Ἐζεκίου, βασιλέων τοῦ Ἰούδα στό νότο καί τῶν Φακειά, Φεκά καί Ὠσηέ, βασιλέων τοῦ Ἰσραήλ στό βορρᾶ (Βασιλέων Δ΄, ιε΄ 23-30). Ἦταν ἕνας προφήτης στόν Ἰούδα (Ἱερεμίου κστ΄ 17-19) ὡστόσο τό βιβλίο πού φέρει τό ὄνομά του ἀφορᾶ κυρίως τή Σαμάρεια.

Τό βιβλίο τοῦ Μιχαία χωρίζεται σέ τρία προφητικά μέρη, τό καθένα τῶν ὁποίων ἀρχίζει μέ τήν λέξη «Ἀκούσατε». Ι. α΄ 1-β΄ 13. ΙΙ. γ΄ 1-ε΄ 15. ΙΙΙ. Στ΄ 1-ζ΄ 20.  

Τά γεγονότα πού ἀναφέρονται στό βιβλίο αὐτό, καλύπτουν περίοδο 40 ἐτῶν.

34)ΙΩΗΛ

Ὁ Προφήτης Ἰωήλ, ἕνας προφήτης τοῦ Ἰούδα, πιθανῶς ἔζησε καί ἐργάστηκε κατά τή διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ Ἰωάς (Β΄ Παραλειπομένων κβ΄-κδ΄). Ὅταν ἦταν νέος, θά εἶχε γνωρίσει τόν Ἠλία καί ἀσφαλῶς θά ἦταν σύγχρονος τοῦ Ἐλισσαιέ. Οἱ πληγές ἀπό τά διάφορα ζωύφια, πού εἶναι τεκμήριο τῆς θείας τιμωρίας, δίνουν τήν ἀφορμή γιά τήν ἀποκάλυψη τῆς ἐρχομένης «ἡμέρας τοῦ Κυρίου» (Ἠσαΐας β΄ 12) ὑπό τίς δύο της πλευρές, τῆς κρίσεως γιά τά ἔθνη καί τῆς εὐλογίας γιά τόν Ἰσραήλ.

Ὁ Ἰωήλ χωρίζεται σέ τρία κύρια μέρη: Ι. Οἱ πληγές τῶν ζωϋφίων, α΄ 1-20. ΙΙ.Ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου, β΄ 1-γ΄ 8. ΙΙΙ. Ἀνασκόπηση τῆς ἡμέρας τοῦ Κυρίου καί πλήρης εὐλογία τῆς βασιλείας, γ΄ 9-21.

35) ΟΒΔΙΟΥ

Ἀπό ἐσωτερικές μαρτυρίες τοῦ κειμένου, φαίνεται ἡ δρᾶσις τοῦ προφήτου Ὀβδιοῦ νά τοποθετεῖται στίς ἡμέρες τῆς βασιλείας τῆς αἱμοσταγοῦς Γοθολίας (Βασιλειῶν Δ΄, η΄ 16-26). Ἄν αὐτό εἶναι ἀληθινό καί ἐάν ἡ δράση τοῦ Ἰωήλ ἦταν κατά τή διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ Ἰωάς, τότε ὁ Ὀβδιοῦ εἶναι χρονολογικῶς ὁ πρῶτος ἀπό τούς Προφῆτες πού ἔγραψαν καί ὁ πρῶτος πού χρησιμοποίησε τήν ἔκφραση «ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου».

Τό βιβλίο χωρίζεται σέ τέσσαρα μέρη: I. Ἡ ταπείνωσις τοῦ Ἐδώμ, ἐδ. 1-9. II. Ἡ ἀποκορύφωση τῆς ἁμαρτίας τοῦ Ἐδώμ, ἐδ. 10-14. III.Ἡ μελλοντική ἐπίσκεψη τοῦ Ἐδώμ, ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου, ἐδ. 15, 16 (Ἠσαΐου λδ΄, ξγ΄ 1-6). IV. Ὁ Ἐδώμ θά συμπεριληφθεῖ στή μελλοντική Βασιλεία , ἐδ.  17-21 (Ἀριθμῶν κδ΄ 17-19).

36) ΙΩΝΑΣ

Ἡ ἱστορική ὕπαρξη τοῦ προσώπου τοῦ Προφήτου Ἰωνᾶ πιστοποιεῖται ἀπό τά λόγια τοῦ Ἰδίου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ (Ματθαίου ιβ΄ 39-41), καθώς ἐπίσης καί ὅτι ἡ παραμονή του μέσα στήν κοιλιά τοῦ κήτους ἦταν ἕνα «σημεῖο» ἤ τύπος τῆς ἐνταφιάσεως καί ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας. Ἀμφότερα εἶναι θαύματα καί εἶναι ἐξ ἴσου ἀξιόπιστα. Στό Βασιλειῶν Δ΄, ιδ΄ 25 βρίσκουμε τήν ἐκπλήρωση μιᾶς προφητείας πού ὁ Ἰωνᾶς εἶχε κάμει.

Προσωπικά ὁ Ἰωνᾶς ἦταν ἕνας φανατικός Ἑβραῖος, ἀπρόθυμος νά κηρύξει σέ μιά εἰδωλολατρική πόλη καί θύμωσε ὅταν ὁ Θεός μακροθύμησε καί δέν τήν κατέστρεψε. Ἡ ἱστορία του εἶναι ἕνας τύπος πού προεικονίζει τό λαό τοῦ Ἰσραήλ ἔξω ἀπό τή χώρα του καί ὁ ὁποῖος Ἰσραήλ εἶναι πρόξενος ταραχῶν στά ἔθνη, ὡστόσο ὅμως δίνει μαρτυρία σ’ αὐτά. Ἐκδιώχνεται ἀπό τά ἔθνη ἀλλά κατά ἕνα θαυμαστό τρόπο διατηρεῖται, στήν δέ μελλοντική βαθειά στεναχώρια καί ἀμηχανία τους ἐπικαλοῦνται τόν Ἰεχωβᾶ Σωτῆρα καί βρίσκουν ἀπελευθέρωση, γενόμενοι αὐτοί τώρα κήρυκες στούς εἰδωλολάτρες (Ζαχαρίου η΄ 7-23). Ἐπίσης εἶναι ἕνας τύπος τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀπεσταλμένου, ἀναστηθέντος ἀπό τούς νεκρούς καί φέροντος σωτηρία στά ἔθνη. Ὁ χωρισμός τῶν κεφαλαίων εἶναι καί ἡ ἀνάλυση τοῦ βιβλίου τοῦ Ἰωνᾶ.

37) ΝΑΟΥΜ

Ὁ Προφήτης Ναούμ προφήτευσε κατά τήν διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ Ἐζεκίου, πιθανῶς περίπου 150 χρόνια μετά τόν Ἰωνᾶ. Δέν ἔχει παρά ἕνα μόνο θέμα-τήν καταστροφή τῆς Νινευῆ. Κατά τόν Διόδωρο τόν Σικελιώτη, ἡ πόλη καταστράφηκε περίπου ἕνα αἰῶνα ἀργότερα, ἀκριβῶς ὅπως ἐδῶ προλέγεται. Ἡ ὅλη προφητεία εἶναι ἕνας συνεχής ἔλεγχος καί μιά προειδοποίηση γιά τήν κρίση πού ἔρχεται ὥστε δέν μπορεῖ νά χωρισθεῖ σέ μέρη. Τό ἠθικό θέμα τοῦ βιβλίου εἶναι ἡ ἁγιότης τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία πρέπει νά χτυπήσει τήν ἁμαρτία μέ κρίση.

38) ΑΒΒΑΚΟΥΜ

Εἶναι πολύ πιθανό ὅτι ὁ Προφήτης Ἀββακούμ προφήτευσε τά τελευταῖα χρόνια τοῦ Ἰωσία. Γιά τό πρόσωπο τοῦ προφήτη τίποτε σχεδόν δέν εἶναι γνωστό. Μᾶς ἀποκαλύπτει ἐν τούτοις τόν χαρακτῆρα τοῦ Θεοῦ, κατά ἕναν ὅλως διόλου ξεχωριστό τρόπο. Μόνος αὐτός ἀπό τούς προφῆτες, ἐνδιαφέρεται πιό πολύ νά διαφυλαχθεῖ ἡ ἁγιότης τοῦ Θεοῦ, παρά νά ἐκφύγει ὁ Ἰσραήλ τήν τιμωρία. Τό βιβλίο τοῦ Ἀββακούμ γραμμένο μόλις τήν παραμονή τῆς αἰχμαλωσίας, δίνει μ’ ἐμφατικό τόνο τή μαρτυρία αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ ἐναντίον τῆς εἰδωλολατρείας καί τοῦ πανθεϊσμοῦ.

Τό βιβλίο μπορεῖ νά χωριστεῖ σέ πέντε μέρη : I.
Ἡ ἀμηχανία τοῦ Ἀββακούμ ἐν ὄψει τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ λαοῦ καί τῆς σιωπῆς τοῦ Θεοῦ, α΄ 1-4. Ἱστορικῶς αὐτό ἦταν ἡ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ, λόγῳ τῆς ματανοίας τοῦ Ἰωσία, (Δ΄ Βασιλειῶν κβ΄ 18-20). II. Ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ στήν ἀπορία τοῦ προφήτη, α΄ 5-11. III.Ἔχοντας ὁ προφήτης αὐτή τήν ἀπάντηση, προφέρει τή μαρτυρία τοῦ Θεοῦ, α΄ 12-17, ὅμως ἀναμένει περαιτέρω ἀπαντήσεις, β΄ 1. IV. Στόν προφήτη πού ἔτσι προσδοκᾶ ἔρχεται ἡ ἀπάντηση μιᾶς ὁράσεως, β΄ 2-10.  V.Ὅλα κλείνουν μέ τόν ἔξοχο ψαλμό τῆς Βασιλείας.

Τό ὅλο βιβλίο τοῦ Ἀββακούμ διατυπώνει τό ἐρώτημα στό ὁποῖο καί ἀπαντάει, τοῦ πῶς ὁ Θεός μπορεῖ νά εἶναι συνεπής στόν Ἑαυτό Του, ἐνῶ ἐπιτρέπει τό κακό νά ὑπάρχει.

Ὁ Προφήτης νόμιζε ὅτι ἡ ἁγιότης τοῦ Θεοῦ, δέν θά Τοῦ ἐπέτρεπε νά συναλλαγεῖ μέ τόν ἀσεβῆ Ἰσραήλ. Ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀναγγελία εἰσβολῆς  τῶν Χαλδαίων (α΄ 6) καί μία παγκόσμια διασπορά (α΄ 5). Ὅμως ὁ Θεός δέν εἶναι μόνο ὀργή. «Ἀρέσκεται εἰς τό ἔλεος» (Μιχαίου ζ΄ 18) καί δέν ξεχνᾶ τίς ἀπαντήσεις Του στίς ἀπορίες τοῦ προφήτη Του, νά τίς διανθίσει μέ τίς μεγάλες Του ὑποσχέσεις, α΄ 5, β΄ 3, 4, 14, 20.

39) ΣΟΦΟΝΙΑΣ

Ὁ Προφήτης αὐτός, σύγχρονος τοῦ Ἱερεμία, ἔδρασε κατά τή διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ Ἰωσία. Ἦταν ἐποχή ἀναζωπυρώσεως (Βασιλειῶν Δ΄, κβ΄), ἐν τούτοις ἐπέκειτο ἡ αἰχμαλωσία καί ὁ Σοφονίας καθορίζει τήν πνευματική καί ἠθική κατάσταση τοῦ λαοῦ ἡ ὁποία, παρ’ ὅλη τήν ἐπιφανειακή ἀναζωπύρωση, ἔκανε τήν αἰχμαλωσία ἀναπόφευκτη.

Ὁ Σοφονίας χωρίζεται σέ τέσσερα μέρη : I. Ἡ μελλοντική εἰσβολή τοῦ Ναβουχοδονόσορος, μία εἰκόνα τῆς ἡμέρας τοῦ Κυρίου,  α΄ 1-β΄ 3. II. Προρρήσεις τῆς κρίσεως, πάνω σέ διάφορους λαούς, β΄ 4-15.  III. Ἡ πνευματική καί ἠθική κατάσταση τοῦ Ἰσραήλ γιά τήν ὁποία θά ἐρχόταν ἡ αἰχμαλωσία, γ΄ 1 -7. IV. Ἡ κρίσης τῶν ἐθνῶν ἀκολουθεῖται ἀπό τήν εὐλογία τῆς βασιλείας τοῦ Μεσσία, γ΄ 8-20.

40) ΑΓΓΑΙΟΣ

Ὁ Ἀγγαῖος ὑπῆρξε προφήτης τοῦ ὑπολοίπου τοῦ λαοῦ πού εἶχε ἐπιστρέψει στήν πατρῶα γῆ, ἔπειτα ἀπό τήν ἑβδομηκοντάχρονη αἰχμαλωσία. Οἱ λεπτομέρειες αὐτές δίνονται σέ ἔκταση στά βιβλία τοῦ Ἔσδρα καί τοῦ Νεεμία. Τό ἔργο τοῦ Ἀγγαίου, ὅπως καί τοῦ Ζαχαρία καί Μαλαχία, ἦταν νά ἐμψυχώσει, νά ἐλέγξει, καί νά νουθετήσει ἐκεῖνο τό ἀδύνατο καί διαιρεμένο ὑπόλοιπο τοῦ λαοῦ. Τό θέμα τοῦ Ἀγγαίου εἶναι ὁ ἀτελείωτος ναός, ἡ δέ ἰδιαίτερη ἀποστολή του, νά ἐμψυχώσει καί νά ἐνθαρρύνει τούς οἰκοδομοῦντες.

Οἱ διαιρέσεις τοῦ βιβλίου σημειώνονται μέ τήν στερεότυπη ἔκφραση «ἔγεινε λόγος Κυρίου δι΄ Ἀγγαίου».  I.Τό γεγονός πού προκάλεσε τήν προφητεία,  α΄ 3-15.  II. Ἡ θεία ἀποδοκιμασία γιά τό σταμάτημα τοῦ ἔργου,  α΄ 3-15. III.  Οἱ ναοί-τοῦ Σολομῶντος, τῆς ἀνοικοδομήσεως καί τῆς ἐποχῆς τῆς βασιλείας,  β΄ 1-9.  IV. Ρυπαρότης καί τιμωρία, β΄ 10-19.  V. Ἡ τελική νίκη, β΄ 20-23 (βλ. Ἀποκαλύψεως ιθ΄ 17-20, ιδ΄ 19,20, Ζαχαρίου ιδ΄ 1-3).

41) ΖΑΧΑΡΙΑΣ

Ὁ Προφήτης Ζαχαρίας, ὅπως καί ὁ Ἀγγαῖος, ἦταν ἕνας προφήτης στό ὑπόλοιπο τοῦ λαοῦ, πού ἐπέστρεψε μετά ἀπό 70 χρόνια αἰχμαλωσίας ἀπό τούς Βαβυλωνίους. Ὑπάρχουν πολλοί συμβολισμοί στόν Ζαχαρία, ἀλλά αὐτά τά δύσκολα μέρη ἑρμηνεύονται εὔκολα ὑπό τό φῶς ὁλοκλήρου τοῦ σώματος τῆς σχετικῆς προφητείας.

Οἱ Μεσσιανικές περικοπές, σέ σχέσει μέ τίς ὑπόλοιπες προγητεῖες περί βασιλείας εἶναι ἀπολύτως σαφεῖς. Καί οἱ δύο ἐλεύσεις τοῦ Χριστοῦ βρίσκοντια στίς προφητεῖες του Ζαχαρία (Ζαχαρίου θ΄ 9 μέ Ματθαίου κα΄ 1-11 καί Ζαχαρίου ιδ΄ 3,4).

Ὁ Ζαχαρίας, περισσότερο καί ἀπό τόν Ἀγγαῖο καί τόν Μαλαχία, δίνει τίς προθέσεις τοῦ Θεοῦ γιά τίς ἐθνικές κοσμικές δυνάμεις πού περιστοιχίζουν τό ἐπαναπατρισθέν ὑπόλοιπο. Αὐτός τούς ἔδωσε τήν ἐξουσία (Δανιήλ β΄ 37-40) καί θά Τοῦ ἀποδώσουν λόγο. Τό κριτήριο δέ, ὅπως πάντοτε, θά εἶναι ἡ στάση τους ἔναντι τοῦ Ἰσραήλ (Ζαχαρίου β΄ 8).

Τό βιβλίο τοῦ Ζαχαρία, λοιπόν, γνωρίζεται σέ τρία μεγάλα μέρη: I.Συμβολικές ὁράσεις ὑπό τό φῶς τῆς Μεσσιανικῆς ἐλπίδας, α΄ 1-στ΄ 15. II. Ἡ ἀποστολή ἀπό τήν Βαβυλῶνα, ζ΄-η΄.  III. Ὁ Μεσσίας ἀπορριπτόμενος καί κατόπιν ἐρχόμενος ἐν δυνάμει, θ΄-ιδ΄.   

42) ΜΑΛΑΧΙΑΣ

Ὁ Προφήτης Μαλαχίας, «ὁ ἀγγελιαφόρος μου», εἶναι ὁ τελευταῖος τῶν Προφητῶν στό ἐπαναπατρισθέν ὑπόλοιπο τῶν Ἰσραηλιτῶν μετά ἀπό τά 70 χρόνια αἰχμαλωσίας. Πιθανῶς προφήτευσε στήν ἐποχή τῆς συγχύσεως κατά τήν ἀπουσία τοῦ Νεεμία (Νεεμίου ιγ΄ 6). Τό βάρος τοῦ κηρύγματός του εἶναι, ἡ ἀγάπη τοῦ Κυρίου, οἱ ἁμαρτίες τῶν ἱερέων καί τοῦ λαοῦ καί ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου. Ὁ Μαλαχίας, ὅπως καί ὁ Ζαχαρίας βλέπει καί τίς δύο ἐλεύσεις καί προλέγει γιά δύο προδρόμους (Μαλαχίου γ΄ 1 καί δ΄ 5,6). Σάν σύνολο, ὁ Μαλαχίας, δίνει τή δίκαιη κρίση τοῦ Θεοῦ ἐπάνω στό ὑπόλοιπο τοῦ λαοῦ πού ἀπαναπατρίσθη διά τῆς χάριτός Του ὑπό τόν Ἔσδρα καί Νεεμία. Εἶχε ἐγκαταστήσει τόν οἶκον Του μεταξύ τους, ἀλλά ἡ λατρεία τους ἦταν τυπική καί ἀνειλικρινής.

Τό βιβλίο χωρίζεται φυσιολογικά σέ τέσσερα μέρη: I.Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν Ἰσραήλ, α΄ 1-5. II. Οἱ ἁμαρτίες τῶν ἱερέων ἐλέγχονται, α΄ 6-β΄ 9.  III. Οἱ ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ ἐλέγχονται, β΄ 10-γ΄ 18.  IV. Ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου, δ΄ 1-6.

43) ΗΣΑΙΑΣ

Ὁ Προφήτης Ἠσαΐας δικαίως θεωρεῖται ὡς ὁ κορυφαῖος τῶν Προφητῶν πού ἔγραψαν. Ἔχει τήν πλέον ἀντιληπτή μαρτυρία καί εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχήν Προφήτης τῆς λυτρώσεως. Σέ κανένα ἄλλο βιβλίο τῶν Γραφῶν, γραμμένο κάτω ἀπό τό Νόμο, δέν ἔχουμε μία τόσο καθαρή περιγραφή τῆς χάριτος. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Καινῆς Διαθήκης δέν ἐμφανίζεται (Ἐφεσίους γ΄ 3-10), ἀλλά τό πρόσωπο τοῦ Μεσσία καί τά παθήματά Του, καθώς ἐπίσης ἡ εὐλογία τῶν εἰδωλολατρῶν δι’ Αὐτοῦ, δίνονται σ’ ἕναν πλήρη ὁραματισμό.

Ἐκτός ἀπό τή μαρτυρία του στήν ἐποχή του, ἡ ὁποία συμπεριλαμβάνει προειδοποιήσεις γιά τίς ἐπερχόμενες κρίσεις, ἐπάνω στά μεγάλα ἔθνη ἐκείνων τῶν ἡμερῶν, τά προφητικά ἀγγέλματα τοῦ Ἠσαΐα, καλύπτουν ἑπτά μεγάλα θέματα: I. Ὁ Ἰσραήλ σέ ἐξορία καί ἡ θεία κρίση ἐπάνω στούς καταπιεστές τοῦ Ἰσραήλ. II. Ἡ ἐπιστροφή ἀπό τήν Βαβυλῶνα.  III.Ἡ φανέρωση τοῦ Μεσσία ἐν ταπεινώσει (π.χ. κεφάλαιο νγ΄). IV.Ἡ εὐλογία τῶν ἐθνικῶν. V. Ἡ φανέρωση τοῦ Μεσσία σέ κρίση («ἡ ἡμέρα τῆς ἐκδικήσεως τοῦ Θεοῦ ἡμῶν»). VI. Ἡ βασιλεία τοῦ δικαίου Βλαστοῦ τοῦ Δαβίδ, στήν ἐποχή τῆς βασιλείας. VII. Οἱ νέοι οὐρανοί καί ἡ νέα γῆ.

Ὁ Ἠσαΐας χωρίζεται σέ δύο μεγάλα μέρη :

Ι. Βλέποντας πρός τίς αἰχμαλωσίες, α΄ 1-λθ΄ 8. Ἐδάφιο κλειδί, α΄ 1, 2. «Ὄραμα πού εἶδε ὁ Ἠσαΐας, γιός τοῦ Ἀμώς, σχετικά μέ τόν Ἰούδα καί τήν Ἱερουσαλήμ, τήν ἐποχή πού βασιλιάδες τοῦ Ἰούδα ἦταν ὁ Οὐζζίας, ὁ Ἰωθάμ, ὁ Ἄχαζ καί ὁ Ἐζεκίας.

Ἀκοῦστε οὐρανοί καί σύ γῆ δῶσε προσοχή, γιατί μιλάει ὁ Κύριος: «ἀνάθρεψα παιδιά καί τώρα πού μεγάλωσαν, πεισματικά ὀρθώνονται ἐναντίον μου».

ΙΙ. Βλέποντας πέραν τῶν αἰχμαλωσιῶν, μ΄ 1-ξς΄ 24. Ἐδάφιο κλειδί, μ΄ 1-2.

«Παρηγορεῖτε, παρηγορεῖτε τό λαό μου, λέει ὁ Θεός σας. Βεβαιῶστε τήν Ἱερουσαλήμ καί φωνάξτε της ὅτι τελείωσε τῆς δουλείας ὁ καιρός, ὅτι ἡ ἀνομία της συγχωρέθηκε, ὅτι τιμωρήθηκε, ἀπό τόν Κύριο μέ τό παραπάνω, γιά ὅλες τίς ἁμαρτίες της»

44) ΙΕΡΕΜΙΑΣ

Ὁ προφήτης Ἱερεμίας, στή δράση τοῦ ὁποίου ἀναφέρεται καί τούς λόγους τοῦ ὁποίου περιέχει τό φερώνυμο βιβλίο, ἔδρασε στό βασίλειο τοῦ Ἰούδα στό νότο, κατά τά τέλη του 7ου καί τίς ἀρχές τοῦ 6ου π.Χ. αἰώνα. Καταγόταν ἀπό ἱερατική οἰκογένεια καί κλήθηκε στό προφητικό ἀξίωμα τό 627 π.Χ σέ νεαρή ἡλικία. Ἡ ἐποχή τῆς δράσης του συμπίπτει μέ τήν κατάρρευση τῆς ἡγεμονίας τῶν Ἀσσυρίων καί τήν ἀνάδειξη τῶν Βαβυλωνίων σέ κυρίαρχη δύναμη τῆς Μεσοποταμίας ἀρχικά καί τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τῆς Συρίας καί τῆς Παλαιστίνης στή συνέχεια. Ἡ ἐξασθένιση τοῦ Ἀσσυριακοῦ ἐλέγχου στήν Παλαιστίνη ἔδωσε στό βασιλιά Ἰωσία τή δυνατότητα νά ἐπεκτείνει τά ὅρια τοῦ κράτους του καί νά προχωρήσει σέ θρησκευτική μεταρρύθμιση γιά τήν ἀποκάθαρση τῆς Ἰουδαϊκῆς λατρείας ἀπό τά εἰδωλολατρικά στοιχεῖα. Ἡ ἥττα καί ὁ θάνατος τοῦ Ἰωσία στή Μεγιδδώ (609 π.Χ.) ἀπό τούς Αἰγυπτίους καί ἡ ἥττα στή συνέχεια τῶν Αἰγυπτίων στή Χαρκεμίς (605 π.Χ.) ἀπό τούς Βαβυλωνίους εἶχαν ὡς συνέπεια νά περιέλιει τό βασίλειο τοῦ Ἰούδα ὑπό βαβυλωνιακό ἔλεγχο. Οἱ προσπάθειες τοῦ βασιλιά Ἰωακείμ γιά ἀνεξαρτησία ὄχι μόνο δέν ἀπέδωσαν, ἀλλά καί ἔφεραν στή χώρα τήν κατάστροφή. Οἱ Βαβυλώνιοι κατέλαβαν τήν Ἱερουσαλήμ καί ὁδήγησαν τό διάδοχό του Ἰεχονία καί μέρος τοῦ πληθυσμοῦ στήν αἰχμαλωσία (597 π.Χ.). Ὁ νέος βασιλιάς Σεδεκίας ἀκολούθησε ἀνάλογη μέ τούς προκατόχους του πολιτική μέ ἀποτέλεσμα νά προκαλέσει νέα ἐκστρατεία τῶν Βαβυλωνίων καί ὁλοκληρωτική καταστροφή τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα καί τῆς Ἱερουσαλήμ καί νέα αἰχμαλωσία τοῦ λαοῦ (587/6 π.Χ.). Ὁ Ἱερεμίας παρέμεινε στή χώρα μέχρι τή δολοφονία τοῦ διοικητῆ Γεδαλία τόν ὁποῖο εἶχαν τοποθετήσει ἐκεῖ οἱ Βαβυλώνιοι καί στή συνέχεια κατέφυγε στήν Αἴγυπτο.

Στήν ἑλληνική μετάφραση τῶν Ἐβδομήκονα (Ο΄) τό ἔργο κατατάσσεται μετά τό βιβλίο τοῦ προφήτη Ἠσαΐα, στήν ὁμάδα “Προφητικά Βιβλία” τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Στήν ἴδια θέση κατατάσσεται καί στήν Ἑβραϊκή Βίβλο· στήν ὑποομάδα “Μεταγενέστεροι Προφῆτες” τῆς ὁμάδας “Προφητες”. Ἀνάμεσα στό κείμενο τῶν Ο΄ καί τό ἑβραϊκό ὑπάρχουν σημαντικές διαφορές τόσο στήν ἔκταση (τό κείμενα τῶν Ο΄ εἶναι κατά 12% περίπου συντομότερα ἀπό τό ἑβραϊκό) ὅσο καί στήν κατάταξη τῶν ἑνοτήτων. Ἔτσι, οἱ ἑνότητες 25, 13-44,30 ἀριθμοῦντοι ἀπό τούς Ο΄ ὡς 32,13-51,30, τό 45,1-5 ὡς 51,31- 35, τό κεφ. 46 ὡς 26, τό 47 ὡς 29, τό 48 ὡς 31, οἱ ἑνότητες 49,1-6.7-22.23-27.28-33 ὡς 30,17-22.1-16.29-33.23-28 ἀντίστοιχα, καί τά κεφ. 50-51 ὡς 27-28. Ἀλλά καί στό ἑβραϊκό κείμενο ἐπικρατεῖ ἀταξία στήν κατάταξη τοῦ ὑλικοῦ: Τό πρῶτο μέρας τοῦ ἔργου συνιστοῦν οἱ ἀπειλές κατά τοῦ Ἰούδα καί τῆς Ἱερουσαλήμ (1,1-25,14). Ἀκολουθοῦνο οἱ προφητεῖες κατά τῶν γειτονικῶν μέ τόν Ἰσραήλ λαῶν (25,15-38), πού διακόπτονται ὅμως καί συνεχίζονται στό τέλος τοῦ βιβλίου (κεφ. 46-51). Ἐνδιάμεσα παρεμβάλλονται βιογραφικά στοιχεῖα γιά τόν προφήτη (κεφ. 26-35) καί τό δεινά πού αὐτός ὑπέστη (κεφ. 36-44), πού ἐπίσης διακόπτονται ἀπό ἕνα παρηγορητικό κείμενο σέ ποιητικό λόγο (κεφ. 30-31).

Τά δραματικά γεγονότα τῆς ἐποχῆς τοῦ προφήτη καί ἡ ρευστή πολιτική κατάσταση εἶχαν ὡς συνέπεια νά γίνει ὁ προφήτης ἀντιπαθής στούς σύγχρόνους του, καθώς ἦταν ὑποχρεωμένος νά στρέφεται κατά πάντων: κατά τῶν βασιλιάδων γιά τήν ἀλόγιστη πολιτική τους, κατά τῶν ἱερέων γιά τήν τυπολατρία, τήν κερδοσκοπία καί τό συγκρητισμό τους, κατά τῶν ψευδοπροφητῶν γιά τίς ἀπατηλές ἐλπίδες πού καλλιεργοῦσαν στό λαό, κατά τῶν πλουσίων γιά τήν καταδυνάστευση τῶν φτωχῶν καί κατά  τοῦ λαοῦ γιά τήν ἠθική κατάπτωση καί εἰδωλολατρία του. Ἡ ζωή του κατέστη ἕνα διαρκές μαρτύριο μέ συλλήψεις, ἐπιβουλές κατά τῆς ζωῆς του, φυλακίσεις, ἀπαγορεύσεις ἐπισκέψεων στό ναό, κάψιμο τῶν ἔργων του. Ὅλα αὐτά γέμισαν μέ θλίψη τόν προφήτη, ἐπηρέσαν βαθύτατα τήν ψυχολογία του καί ἔκαναν τό λόγο του νά εἶναι συνυφασμένος μέ τό θρῆνο, ταυτόχρονα ὅμως ἀνέδειξαν τόν ἴδιο σέ μία ἀπό τίς πνευμακότερες πρωσοπικότητες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὥστε νά μήν εἶναι τυχαῖο τό ὅτι μερικοί σύγχρονοι τοῦ Χριστοῦ θεωροῦσαν τόν Ἰησοῦ σάν ἕναν ἄλλον Ἱερεμία (Ματθαίου 16,14). Μέ ἀπειλές, προτροπές καί παρακλήσεις προσπαθεῖ ὁ προφήτης νά πείσει τό λαό νά ἐπιστρέψει στό Θεό ἐναντίον τοῦ ὁποίου ἔχει μέ τίς πράξεις του ἐπαναστατήσει. Μή βλέποντας ὅμως σημάδια ἀλλαγῆς, ἐξαγγέλλει τήν κρίση τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία θά ἐκδηλωθεῖ μέ καταστροφή, γιά τήν ὁποία ὑπεύθυνος δέν θά εἶναι ὁ Θεός ἀλλά ὁ λαός μέ τή συμπεριφορά του. Ὄργανα τῆς παιδαγωγικῆς κρίσεως τοῦ Θεοῦ θά εἶναι τό ἔθνη πού καί αὐτά μέ τή σειρά τους θά τιμωρηθοῦν, γιατί παρεξήγησαν τό ρόλο πού τούς ἀνέθεσε ὁ Θεός καί ἔδειξαν αὐτοπεποίθηση καί ἐκδικητικότητα ἀπέναντι στό λαό τοῦ Ἰούδα. Παρ’ ὅλα αὐτά ὁ προφήτης βλέπει καί πέρα ἀπό τήν καταστροφή. Ὁραματίζεται τήν ἀποκατάσταση τοῦ λαοῦ καί ἐξαγγέλλει τήν σύναψη μίας νέας διαθήκης, πού θά καθορίζει πλέον τή σχέση τοῦ Θεοῦ, ὄχι μέ τό λαό ὡς σύνολο ἀλλά μέ τόν καθένα ξεχωριστά καί πού θά εἶναι γραμμένη ὄχι σέ πλάκες ἀλλά στήν καρδία τοῦ καθένα (31,31-34). Τή σύναψη τῆς νέας αὐτῆς διαθήκης θά ἐπιβεβαιώσει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός κατά τό μυστικό δεῖπνο (Λουκᾶ 22,20).

Διαγραμμα τοῦ περιεχομένου

  1. Ἐπιγραφή: 1, 1-3
  2. Λόγοι κατά τοῦ βαοιλείου τοῦ Ἰούδα καί τῆς Ἰερουσαλήμ 1,4-25,14

1,4-6,30: Κατά τήν ἐποχή τοῦ Ἰωσία

7,1-20,18: Κατά τήν ἐποχή τοῦ Ἰωακίμ

21,1-25,14: Μετά τήν ἐποχή τᾶν Ἰωακίμ

  1. Λόγοι κατά τῶν λαῶν: 25,15-38
  2. Ἐξαγγελίες σωτηρίας: 26,1-35,19
  3. Τό δεινά του Ἱερεμία: 36,1-45,5
  4. Λόγοι κατά τῶν λαῶν: 46,1-51,64
  5. Ἡ πτώση τῆς Ἱερουσαλήμ: 52,1-34

45) ΒΑΡΟΥΧ

Τό βιβλίο Βαρούχ συνιστᾶ, σύμφωνα μέ τήν εἰσαγωγή του (1, 1-14), ἕνα κείμενο ὁ ὁποῖο ἔστειλε ὁ μαθητής καί γραμματέας τοῦ προφήτη Ἱερεμία, Βαρούχ, ἀπό τή Βαβυλώνα, ὅπου ζοῦσε μεταξύ τῶν ἐξόριστων Ἰουδαίων, πρός τούς συμπατριῶτες του, στήν Ἱερουσαλήμ, γιά νά διαβάζεται κατά τίς λατρευτικές συνάξεις.

Τό ἑβραϊκό πρωτότυπο τοῦ κειμένου χάθηκε καί τό ἔργο σώζεται μόνο σέ μεταγενέστερη ἑλληνική μετάφραση, ὁπότε δέν συμπεριλαμβάνεται στά βιβλία τῆς Ἑβραϊκῆς Βίβλου. Στή μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα (Ο΄) κατατάσσεται στά “Ποιητικά Βιβλία” τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, μεταξύ τῶν βιβλίων “Ἱερεμίας” καί “Θρῆνοι”.

Τό κύριο μέρος τοῦ βιβλίου ἀρχίζει μέ ἐκτενῆ προσευχή, στήν ὁποία οἱ ἐξάριστοι Ἰουδαῖοι ἀναγνωρίζουν ὅτι αἰτία τῶν δεινῶν τους εἶναι ἡ ἀποστασία τους ἀπό τό Θεό καί δηλώνουν τή μετάνοιά τους. Ἀκολουθεῖ ἕνα ἐγκώμιο τῆς σοφίας, ἡ ὁποία ταυτίζεται μέ τό νόμο τοῦ Θεοῦ. Στήν τελευταία ἑνότητα παρουσιάζεται ἡ Ἱερουσαλήμ προσωποποιημένη νά παρηγορεῖ τούς ἐξορίστους ἐνισχύοντας τήν πίστη τους στό Θεό, καί προφητεύεται τό τέλος τῆς αἰχμαλωοίας.

Στό βιβλίο ἐκφράζεται ἡ βασική προφητική πίστη ὅτι αἰτία τῆς καταστροφῆς ὑπῆρξε ἀποστασία τοῦ λαοῦ ἀπό τό Θεό, ἀλλά καί ἡ ἐλπίδα ὅτι ἡ μετάνοια θά φέρει τά ἀναμενόμενα ἀγαθά ἀποτελέσματα.

Διάγραμμα τοῦ περιεχομένου

  1. Εἰσαγωγή: 1,1-14
  2. Ἡ προσευχή τῶν ἐξορίστων: 1,15-3,8

3, Τό ἐγκώμιο τῆς σοφίας: 3,9-4,4

  1. Παρηγορητικός λόγος πρός τούς ἐξορίστους: 4,5-5,9

46) ΘΡΗΝΟΙ

Τό βιβλίο Θρῆνοι ὀφείλει τόν τίτλο του στό περιεχόμενό του, πού συνιστᾶ μία συλλογή θρηνωδῶν ἀοράτων γιά τήν καταστροφή τῆς Ἱερουσαλήμ ἀπό τούς Βαβυλωνίους. Στό ἑβραϊκό πρωτότυπο τό βιβλίο ἐπιγράφεται “Εϊχάχ” ( Ὦ, Πώς!) ἀπό τήν πρώτη λέξη τῶν ἀσμάτων.

Στήν ἑλληνική μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα (Ο΄) τό ἔργο κατατάσσεται στά “Προφητικά Βιβλία” τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐπειδή ἑρμηνεύει τήν καταστροφή τῆς Ἱερουοαλήμ μέ βάση τήν προφητική διδασκαλία (Ἱερεμίας) ὡς συνέπεια τῆς ἀποστασίας τοῦ λαοῦ ἀπό τό Θεό. Στήν Ἑβραϊκή Βίβλο τό ἔργο κατατάσσεται στήν τρίτη ὁμάδα βιβλίων, τά ‘Ἁγιόγραφα”.

Στό βιβλίο περιέχονται πέντε θρηνώδη ἄσματα, στά ὁποία περιγράφεται ἡ οἰκτρή κατάσταση πού δημιουργήθηκε στή χώρα καί στήν Ἱερουσαλήμ μετά τή βαβυλωνιακή κατάκτηση. Ὁ ποιητής διερωτᾶται γιά τό λόγο αὐτῆς τῆς ἀπερίγραπτης καταστροφῆς, γιά νά διαπιστώσει ὅτι δέν εὐθύνεται ὁ Θεός γι’ αὐτήν ἀλλά ἡ ἁμαρτία τοῦ λαοῦ. Παρά τήν ἀπόγνωσή του ὅμως ἀπό τό μέγεθος τῶν δεινῶν, δέν παύει νά ἐμπιστεύεται στή θεία μακροθυμία καί εὐσπλαχνία καί νά ἐλπίζει ὅτι ὁ Θεός καί πάλι θά βοηθήσει καί θά σώσει τό λαό του.

Διάγραμμα τοῦ περιεχομένου:

1ος θρῆνος: 1,1-22

2ος θρῆνος: 2,1-22

3ος θρῆνος: 3,1-66

4ος θρῆνος: 4,1-22

5ος θρῆνος: 5,1-22

47) ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ

Μέ τόν τίτλο “Ἐπιστολή Ἱερεμίου” παρατίθεται ἀπό τήν ἑλληνική μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα (Ο΄), μετά τό βιβλίο “Θρῆνοι”, μία σύντομη ἀπολογητική πραγματεία κατά τῶν εἰδώλων. Τό ἔργο ἀνάγεται σέ κάποιο ἑβραϊκό πρωτότυπο, τό ὁποῖο ὅμως χάθηκε. Στή λατινική μετάφραση τῆς Βίβλου (Βουλγάτα) βρίσκεται ἐνσωματωμένο ὡς 6ο κεφάλαιο στό βιβλίο “Βαρούχ”.

Σύμφωνα μέ τό περιεχόμενό της, ἡ ἐπιστολή γράφεται μέ σκοπό νά προφυλάξει τούς ἐξόριστους στή Βαβυλώνα Ἰουδαίους ἀπό τήν εἰδωλολατρία, τονίζοντας μέ σκωπτική διάθεση τήν ἀδυναμία τῶν εἰδώλων νά βοηθήσουν μέ ὁποιονδήποτε τρόπο τούς ἀνθρώπους.

Διάγραμμα τοῦ περιεχομένου

  1. Ἡ ἀδυναμία τῶν εἰδώλων γιά βοήθεια: στ. 1-40
  2. Ἡ ἀνοησία τῆς εἰδωλολατρίας: στ. 41 -73

48) ΙΕΖΕΚΙΗΛ

Ὁ Προφήτης Ἰεζεκιήλ μεταφέρθηκε στή Βαβυλῶνα, μεταξύ τοῦ πρώτου καί τοῦ τελευταίου ἐκπατρισμοῦ τοῦ Ἰούδα (Δ΄ Βασιλειῶν κδ΄ 11-16). Ὅπως ὁ Δανιήλ καί ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης, ἔτσι καί ὁ Ἰεζεκιήλ προφήτευσε ἔξω ἀπό τή γῆ τῆς χώρας του καί οἱ προφητεῖες του, ὅπως καί ἐκείνων, ἀκολουθοῦν τή μέθοδο τοῦ συμβολισμοῦ καί τῶν ὁράσεων. Σέ ἀντίθεση μέ τούς πρό τῆς ἐξορίας Προφῆτες, τῶν ὁποίων ἡ διακονία ἦταν κατά κύριο λόγο εἴτε μεταξύ τοῦ Ἰούδα εἴτε μεταξύ τοῦ βασιλείου τῶν δέκα φυλῶν, ὁ Ἰεζεκιήλ εἶναι ἡ φωνή Κυρίου τοῦ Θεοῦ «εἰς ὅλον τόν οἶκον τοῦ Ἰσραήλ».

Ὁ σκοπός τῆς διακονίας του, σέ κύριες γραμμές, εἶναι νά διατηρήσει ζωντανές, μπροστά στή γενεά πού γεννήθηκε στήν αἰχμαλωσία, τίς ἁμαρτίες τοῦ Ἔθνους πού ἔφεραν τόσο χαμηλά τό λαό Ἰσραήλ (Ἰεζεκιήλ ιδ΄ 23). Ἐπίσης νά διατηρήσει τήν πίστη τῶν ἐξόριστων μέ προρρήσεις γιά τήν ἐθνική ἀποκατάσταση, γιά ἀπόδωση δικαιοσύνης ἐναντίον τῶν καταπιεστῶν τους καί γιά ἐθνική δόξα ὑπό τήν Δαυϊδική μοναρχία.

Ὁ Ἰεζεκιήλ χωρίζεται σέ ἑπτά μεγάλα προφητικά μέρη,  χαρακτηριζόμενα μέ τήν ἔκφραση : «Ἡ χείρ τοῦ Κυρίου ἐστάθη ἐπ’ ἐμέ» (Ἰεζεκιήλ α΄ 3, γ΄ 14, 22, η΄ 1, λγ΄ 22, λζ΄ 1, μ΄ 1). Οἱ μικρότερες ὑποδιαιρέσεις διακρίνονται μέ τό στερεότυπον, «ἔγεινε λόγος Κυρίου πρός ἐμέ».

Τά γεγονότα πού ἀναφέρονται στόν Ἰεζεκιήλ καλύπτουν περίοδο 21 ἐτῶν.

49) ΔΑΝΙΗΛ

Ὁ Προφήτης Δανιήλ, ὅπως καί ὁ Ἰεζεκιήλ, ἦταν Ἰουδαῖος αἰχμάλωτος στή Βαβυλῶνα. Προερχόταν ἀπό βασιλική ἤ πριγκιπική καταγωγή (α΄ 3). Λόγῳ αὐτῆς τῆς κοινωνικῆς του θέσεως καί τῆς χάριτος πού τόν διέκρινε, ἐκπαιδευόταν γιά νά ὑπηρετήσει στό παλάτι.  Ὁ Δανιήλ, στή μολυσμένη ἀτμόσφαιρα μιᾶς ἀνατολίτικης αὐλῆς,  ἔζησε μιά ζωή μοναδικῆς εὐσεβείας καί χρησιμότητος. Ἡ μακροχρόνιος ζωή του ἐκτείνεται ἀπό τόν Ναβουχοδονόσορα μέχρι τόν Κῦρο.  Ἦταν σύγχρονος τοῦ Ἱερεμία, Ἰεζεκιήλ (ιδ΄ 20), Ἰησοῦ, τοῦ ἀρχιερέως τῆς ἀποκαταστάσεως, Ἔσδρα καί Ζοροβάβελ. Ὁ Δανιήλ, εἶναι ἡ ἀπαραίτητος εἰσαγωγή στήν προφητεία τῆς Καινῆς Διαθήκης, στήν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη τά θέματα τῆς ὁποίας εἶναι,  ἡ ἀποστασία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καταγράφεται στίς ἐπιστολές τῶν 7 Ἐκκλησιῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἡ φανέρωση τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἁμαρτίας, ἡ μεγάλη θλίψη, ἡ ἐπιστροφή τοῦ Κυρίου, οἱ ἀναστάσεις καί οἱ κρίσεις. Ὅλα τά ἀνωτέρω, ἐκτός τοῦ πρώτου, εἶναι θέματα καί τοῦ Δανιήλ.

Ὁ Δανιήλ, ὅμως εἶναι κυρίως ὁ Προφήτης γιά «τούς καιρούς τῶν ἐθνῶν» (Λουκᾶ κα΄ 23). Ἡ ὅρασή του περιλαμβάνει τήν ὅλη πορεία τῆς ἐθνικῆς κοσμικῆς- ἐξουσίας, μέχρι τοῦ τέλους αὐτῆς, πού εἶναι ἡ καταστροφή καί ἡ ἐγκαθίδρυσις τῆς Μεσσιανικῆς βασιλείας.

Ὁ Δανιήλ χωρίζεται σέ τέσσερα μεγάλα μέρη: I. Εἰσαγωγή. Ἡ ἱστορία τῆς ζωῆς τοῦ Δανιήλ, ἀπό τῆς κατακτήσεως τῆς Ἱερουσαλήμ, μέχρι τοῦ δευτέρου ἔτους τοῦ Ναβουχοδονόσορος α΄ 1-21. II. Οἱ ὁράσεις καί τά ἀποτελέσματά τους, β΄ 1-δ΄ 37. III. Ἡ προσωπική ἱστορία τοῦ Δανιήλ ὑπό τούς Βαλτάσαρ καί Δαρεῖον, ε΄ 1-στ΄ 28. IV. Οἱ ὁράσεις τοῦ Δανιήλ, ζ΄ 1-ιβ΄ 13.

Τά γεγονότα πού ἀναφέρονται στόν Δανιήλ, καλύπτουν περίοδο 73 ἐτῶν.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ –ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ΄

Τό περισπούδαστο αὐτό βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἄν καί δέν συγκαταλέγεται μεταξύ τῶν κανονικῶν βιβλίων αὐτῆς, οὐχ ἦττον φέρεται νά περιλαμβάνεται σέ παλαιά χειρόγραφα τῆς Ἑλληνικῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί ἐκδόσεις αὐτῆς καθώς καί στήν ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας μας ἐγκεκριμένη Ἀθηναϊκή ἔκδοση τῶν ἐτῶν 1884 καί 1892.

Σκοπός: Ὁ σκοπός τοῦ βιβλίου εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι ἡ ὀρθοφροσύνη κυριαρχεῖ στά πάθη.

Μία συνοπτική παρουσίαση τοῦ περιεχομένου εἶναι ἡ ἑξῆς :

Γίνεται ἀναφορά στό τί εἶναι ὀρθοφροσύνη καί ποῦ ἐκτίνεται ἡ κυριαρχία της. Ὁ σώφρων λογισμός κυριαρχεῖ στίς ὀρμές τοῦ σώματος καί τῶν παθῶν τῆς ψυχῆς, πού τελικά ἀνταγωνίζεται τήν δύναμη ἄλλων παθῶν καί τέλος νικᾶ. Ἀναφέρεται στό πάθημα τοῦ Ἀπολλωνίου καί στό Ἀντίοχο τόν Ἐπιφανή κατά τῶν Ἰουδαίων. Στήν προτροπή τοῦ Ἀντιόχου πρός τόν Ἐλεάζαρον γιά νά ἀπαρνηθεῖ τήν θρησκεία του. Ἡ θαρραλέα καί σοφή ἀπάντηση τοῦ Ἐλεαζάρου. Τό φοβερό μαρτύριο τοῦ Ἐλεαζάρου καί ὁ ἡρωϊκός θάνατός του. Ἐγκώμιο στόν εὐσεβῆ καί σοφό Ἐλεάζαρο. Οἱ ἑπτά πιστοί νέοι μέ τήν μητέρα τους ἀποδεικνύονται θαρραλέοι μπροστά στόν Ἀντίοχο. Οἱ βασανισμοί καί ἡρωϊκός θάνατος τῶν δύο πρώτων ἀδελφῶν. Ὁ μαρτυρικός θάνατος καί τῶν δύο ἄλλων. Τό μαρτύριο τοῦ πέμπτου καί ἕκτου ἀδελφοῦ. Τό μαρτύριο τοῦ νεωτέρου ὅλων. Ἡ πίστη φώτισε τήν ὀρθοφροσύνη. Καί ἡ κατά Θεόν ὀρθοφροσύνη  τούς ἀνέδειξε ἥρωες τῆς πίστεως. Ἥρωες πού μέ τήν πίστη ἐνισχύουν ὁ ἕνας τόν ἄλλο. Ὁμοίως καί ἡ μητέρα τους. Ἐγκώμιο πρός τήν ἡρωϊκή μητέρα τῶν ἑπτά μαρτύρων. Τί δέν εἶπε καί τί εἶπε ἡ ἡρωϊκή μητέρα πρός τά θεοσεβῆ παιδιά της. Ἡ δόξα τῶν ἡρωϊκῶν αὐτῶν μαρτύρων. Χαίρονται ὅλοι γιά τήν ἀρετή καί τό μαρτύριό τους στούς οὐρανούς.  

 

ΠΙΝΑΚΑΣ

ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ                         Οἱ 7 Καθολικές Ἐπιστολές

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ                             ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ  

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ                             ΕΠΙΣΤΟΛΗ Α΄ ΠΕΤΡΟΥ

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ                           ΕΠΙΣΤΟΛΗ Β΄ ΠΕΤΡΟΥ

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ       ΕΠΙΣΤΟΛΗ Α΄ ΙΩΑΝΝΟΥ

Οἱ 14 Ἐπιστολές τοῦ                        ΕΠΙΣΤΟΛΗ Β΄ ΙΩΑΝΝΟΥ

Ἀποστόλου Παύλου                         ΕΠΙΣΤΟΛΗ Γ΄ ΙΩΑΝΝΟΥ

ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ                         ΕΠΙΣΤΟΛΗ  ΙΟΥΔΑ

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄                 ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄

ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ

ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ

ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ

ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ

ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄

ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄

ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄

ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄

ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ

ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ

ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ-ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

 

  • ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Συγγραφέας : Ὁ συγγραφέας τοῦ πρώτου Εὐαγγελίου, ὅπως ὅλοι παραδέχονται, εἶναι ὁ Ματθαῖος, ὀνομαζόμενος ἐπίσης καί Λευΐ. Ἕνας Ἰουδαῖος ἀπό τή Γαλιλαία, ὁ ὁποῖος ὑπηρετοῦσε ὡς εἰσπράκτορας φόρων στίς διαταγές τοῦ Ρωμαίου κατακτητῆ. Ἦταν συνεπῶς, ἕνας μισητός καί μέ κακή φήμη τελώνης.

Ἡ χρονολογία τῆς συγγραφῆς τοῦ κατά Ματθαῖον, ἔχει πολύ συζητηθεῖ. Ἐν τούτοις δέν ὑπῆρξαν ἐπιχειρήματα πού νά σταθοῦν ἱκανά νά ἀμφισβητήσουν τήν κατά κοινή παραδοχή χρονολογία, ἡ ὁποία τό τοποθετεῖ στό 37 μ.Χ.

Θέμα : Τό ἰδιαίτερο χαρακτηριστικό καί ὁ σκοπός τοῦ βιβλίου αὐτοῦ, φαίνεται ἀμέσως ἀπό τό πρῶτο ἐδάφιο· «Βίβλος τῆς γενεαλογίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ τοῦ Δαβίδ, υἱοῦ τοῦ Ἀβραάμ» (Ματθαίου α΄ 1). Αὐτό Τόν συσχετίζει ἀμέσως μέ τίς δύο σπουδαιότερες ἐπαγγελίες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀναφορικά μέ τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ: Τήν Δαβιδική ἐπαγγελία τῆς βασιλείας καί τήν Ἀβρααμική ἐπαγγελία τῆς ὑποσχέσεως (Βασιλειῶν Β΄ ζ΄ 8-16, Γενέσεως ιε΄ 18).

Ὁ Ματθαῖος λοιπόν, γράφει γι’ αὐτό τόν διπλό χαρακτῆρα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀκολουθώντας τή σειρά πού μᾶς δίνει στό πρῶτο ἐδάφιο, πρῶτα τόν  Βασιλιά, τόν Υἱό τοῦ Δαβίδ καί κατόπιν τόν Υἱό τοῦ Ἀβραάμ, ὑπήκοο μέχρι θανάτου, ὅμοια μέ τόν τύπο τοῦ Ἰσαάκ (Γενέσεως κβ΄ 1-18, Πρός Ἑβραίους ια΄ 17-19).

Ὡστόσο ὁ ξεχωριστός χαρακτῆρας τοῦ Χριστοῦ στό Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου, εἶναι αὐτός τοῦ ὑποσχεμένου Βασιλιᾶ, τοῦ Δαβίδ ὁ «δίκαιος Βλαστός» (Ἱερεμίου κγ΄ 5, λγ΄ 15). Ὁ Ματθαῖο μᾶς ἀναφέρει τήν γενεαλογία Του, τήν γέννησή Του στή Βηθλεέμ τήν πόλη τοῦ Δαβίδ, σύμφωνα μέ τό Μιχαίου ε΄ 2, τήν διακονία τοῦ Προδρόμου Του σύμφωνα μέ τό Μαλαχίου γ΄ 1, τήν διακονία Αὐτοῦ τοῦ ἰδίου τοῦ Βασιλιᾶ, τήν ἀπόρριψή Του ἀπό τόν Ἰσραηλιτικό λαό, καθώς καί τίς προρρήσεις Του γιά τή δεύτερή Ἔλευσή Του μέ δύναμη καί μεγάλη δόξα.

Μόνο στά κεφάλαια κστ΄ - κη΄, ὁ Ματθαῖος ἐπιστρέφει στήν πρώτη ἐπαγγελία καί μᾶς ἀναφέρει τόν ἐξιλαστήριο θάνατο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀβραάμ.

Τά ἀνωτέρω μᾶς δίνουν τό χαρακτῆρα καί τήν ἰδιομορφία τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου. Εἶναι τό Εὐαγγέλιο εἰδικώτερα γιά τόν Ἰσραήλ, πού ἀναφέροντας ὡστόσο τό θάνατο τοῦ Χριστοῦ γίνεται ἕνα Εὐαγγέλιο γιά ὅλο τόν κόσμο.

Τό κατά Ματθαῖον χωρίζεται σέ τρία κύρια μέρη:

Ι. Ἡ διακήρυξη πρός τό λαό Ἰσραήλ καί ἡ ἀπόρριψις τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Υἱοῦ τοῦ Δαβίδ, τοῦ γεννηθέντος Βασιλέως τῶν Ἰουδαίων, α΄ 1-κε΄ 46. Ὑποδιαιρέσεις τοῦ μέρους αὐτοῦ εἶναι οἱ ἑξῆς: (1) ἡ ἐπίσημος γενεαλογία καί γέννηση τοῦ Βασιλιᾶ, α΄ 1-25, (2) ἡ παιδική ἡλικία τοῦ Βασιλιᾶ, β΄ 1-23, (3) «ἐπλησίασεν» ἡ Βασιλεία, γ΄ 1-ιβ΄ 50,  (4) τά μυστήρια τῆς Βασιλείας, ιγ΄ 1-52, (5) ἡ διακονία Τοῦ ἀπορριφθέντος Βασιλιᾶ, ιγ΄ 53-κγ΄ 39, (6) ἡ ὑπόσχεση τοῦ Βασιλιᾶ νά ἐπιστρέψει μέ δύναμη καί δόξα, κδ΄ 1-κε΄ 46.

ΙΙ. Ἡ θυσία καί ἡ Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀβραάμ, κστ΄ 1-κη΄ 8.

ΙΙΙ. Ὁ ἀναστημένος Κύριος διακονεῖ τούς δικούς Του, κη΄  9-20.

Τά γεγονότα πού ἀναφέρονται στόν Ματθαῖο, καλύπτουν περίοδο 38 ἐτῶν.

  • ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

Συγγραφέας: Ὁ Συγγραφέας τοῦ δευτέρου Εὐαγγελίου, ὁ Μᾶρκος, ὀνομαζόμενος καί Ἰωάννης, ἤταν γιός μιᾶς ἀπό τίς Μαρίες πού ἀναφέρει ἡ Καινή Διαθήκη καί ἀνεψιός τοῦ Βαρνάβα. Ἦταν ἐπίσης ἕνας συνεργάτης τῶν Ἀποστόλων καί τό ὄνομά του ἀναφέρεται στά γραπτά τοῦ Παύλου καί τοῦ Λουκᾶ (Πράξεων ιβ΄ 12, 25, ιε΄ 37, 39, Πρός Κολοσσαεῖς δ΄ 10, Β΄ Πρός Τιμόθεο δ΄11, Πρός Φιλήμονα 24).

Ἡ χρονολογία συγγραφῆς τοῦ κατά Μᾶρκον Εὐαγγελίου ἔχει τοποθετηθεῖ μεταξύ τοῦ 57 καί 63 μ. Χ.

Θέμα : Τό κύριο χαρακτηριστικό καί ὁ σκοπός τοῦ βιβλίου αὐτοῦ διακρίνεται ἀπό τό περιεχόμενό του. Μέσα σ’ αὐτό ὁ Ἰησοῦς παρουσιάζεται ὡς μέγας Ἐργάτης, ἐκτελῶν ἔργα μεγάλα, παρά σάν ὁ μοναδικός Διδάσκαλος. Εἶναι τό Εὐαγγέλιο πού φανερώνει τόν Ἰησοῦ ὡς «τόν δοῦλον τόν Βλαστόν» τοῦ Κυρίου (Ζαχαρίου γ΄ 8), ὅπως ὁ Ματθαῖος Τόν παρουσιάζει σάν «τόν Βλαστόν στόν Δαβίδ» (Ἱερεμίου λγ΄ 15).

  Παντοῦ διακηρύσσεται ὁ χαρακτήρ τοῦ Δούλου- τοῦ ὑπηρέτου – τοῦ ἐνσαρκωθέντος Υἱοῦ. Τό ἐδάφιο – κλειδί βρίσκεται στό ι΄ 45· «Διότι ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου δέν ἦλθε διά νά ὑπηρετηθεῖ, ἀλλά γιά νά ὑπηρετήσει». Ἡ χαρακτηριστική λέξη εἶναι «εὐθύς», λέξη πού χαρακτηρίζει τόν ὑπηρέτη. Γενεαλογία δέν μᾶς δίδεται, γιατί ποιός ἐνδιαφέρεται γιά τή γενεαλογία ἑνός ὑπηρέτου; Ὁ ξεχωριστός χαρακτήρας τοῦ Χριστοῦ πού μᾶς δίνεται στό Εὐαγγέλιο τοῦ Μάρκου, εἶναι αὐτός τοῦ Φιλιππησίους β΄ 6-8.

Ἀλλά αὐτός ὁ ταπεινός Ὑπηρέτης, ἦταν Ἐκεῖνος πού ἄν καί ἐκένωσε τόν ἑαυτό Του ἀπό «τήν μορφήν Θεοῦ» γιά νά λάβει «μορφή δούλου», ἦταν «Θεός ἰσχυρός» (Ἠσαΐου θ΄ 6), καθώς ὁ Μᾶρκος ἐντελῶς ξεχωριστά τό διακηρύττει (α΄ 1) καί συνεπῶς μεγάλα ἔργα συνώδευαν καί ἔδιναν αὐθεντία στή διακονία Του. Καθώς ἁρμόζει, λοιπόν, σέ Ὑπηρέτου – Εὐαγγέλιο, εἶναι ἕνα Εὐαγγέλιο ἔργων παρά λόγων.

Ἡ καλύτερη προετοιμασία τῆς καρδιᾶς γιά τή μελέτη τοῦ κατά Μᾶρκον, εἶναι ἡ μετά προσευχῆς ἀνάγνωση τῶν Ἠσαΐου μβ΄ 1-22,  ν΄ 4-11, νβ΄ 13-νγ΄ 12, Ζαχαρίου γ΄ 8, Φιλιππησίους β΄ 5-8.

Τό κατά Μᾶρκον χωρίζεται σέ πέντε κύρια μέρη: Ι. Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Ὑπηρέτου – Υἱοῦ, α΄ 1-11. ΙΙ. Ὁ Ὑπηρέτης –Υἱός δοκιμάζεται ὡς πρός τήν πιστότητά Του, α΄ 12-13. ΙΙΙ. Ὁ Ὑπηρέτης – Υἱός στό ἔργο, α΄ 14-ιγ΄ 37. IV. Ὁ Ὑπηρέτης –Υἱός «ὑπήκοος μέχρι θανάτου», ιδ΄ 1-ιε΄ 47. V. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἀναστημένου Ὑπηρέτου – Υἱοῦ, ὁ Ὁποῖος τώρα ἀνυψοῦται καί Τοῦ δίνεται πᾶσα ἐξουσία, ιστ΄ 1-20.

Τά γεγονότα πού ἀναφέρονται σ’ αὐτό τό βιβλίο καλύπτουν περίοδο 7 ἐτῶν.

  • ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

Συγγραφέας: Ὁ συγγραφέας τοῦ τρίτου Εὐαγγελίου, ὀνομάζεται ἀπό τόν Παῦλο ὡς «ὁ ἰατρός ὁ ἀγαπητός» (Πρός Κολοσσαεῖς δ΄ 14). Καθώς δέ μαθαίνουμε ἀπό τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ἦταν πολύ συχνά, σύντροφος καί συνοδοιπόρος τοῦ Παύλου. Ἦταν ἰουδαϊκῆς καταγωγῆς, ἀλλά ἡ βαθειά του γνώση τῆς ἑλληνικῆς τόν χαρακτηρίζει ὡς ἕνα Ἰουδαῖο τῆς Διασπορᾶς. Ἡ παράδοση λέει ὅτι ἦταν ἕνας Ἰουδαῖος ἀπό τήν Ἀντιόχεια, ὅπως ὁ Παῦλος ἀπό τήν Ταρσό.

Χρονολογία: Ἡ χρονολογία συγγραφῆς βρίσκεται κάπου μεταξύ τοῦ 63-69 μ.Χ.

Θέμα: Τό κατά Λουκᾶν, εἶναι τό Εὐαγγέλιο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ὅπως τό κατά Ἰωάννην παρουσιάζει τή θεότητα τοῦ ἐνανθρωπήσαντος. Ἡ φράση-κλειδί εἶναι «ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου», τό δέ ἐδάφιο – κλεδί τό (ιθ΄ 10), «Διότι ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἦλθε νά ζητήσῃ καί νά σώσῃ τό ἀπολωλός». Σέ ἁρμονία μέ τό σκοπό αὐτό, ὁ Λουκᾶς ἀναφέρει ἐκεῖνα τά γεγονότα ἀναφορικά μέ τόν Ἰησοῦ, τά ὁποῖα ἀποδεικνύουν τήν ἀπόλυτο ἀνθρωπότητά του. Ἡ γενεαλογία του καταλήγει στόν Ἀδάμ, ἐνῶ ταυτόχρονα μᾶς δίδεται ἡ πλέον λεπτομερής περιγραφή τῆς Μητέρας Του καί τῆς νηπιακῆς καί παιδικῆς ἡλικίας Του. Οἱ παραβολές κατά ξεχωριστό τρόπο στόν Λουκᾶ, ἔχουν τήν χαρακτηριστική νότα τοῦ ἀνθρωπίνου καί τῆς ἀναζητήσεως. Ὡστόσο ὁ Λουκᾶς εἶναι πολύ προσεκτικός στό νά διατηρεῖ τή Θεότητα καί τή Βασιλική ἰδιότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ (Λουκᾶ α΄ 32-35). Τό κατά Λουκᾶν συνεπῶς, εἶναι τό Εὐαγγέλιο «τοῦ Ἀνθρώπου τοῦ ὁποίου τό ὄνομα εἶναι ὁ ΒΛΑΣΤΟΣ» (Ζαχαρίου στ΄ 12).

Τό κατά Λουκᾶν χωρίζεται σέ ἑπτά κύρια μέρη: Ι. Ἡ εἰσαγωγή τοῦ εὐαγγελιστοῦ, α΄ 1-4. ΙΙ. Ἡ ἀνθρώπινη γραμμή καταγωγῆς τοῦ Ἰησοῦ, α΄ 5-β΄ 52. ΙΙΙ. Ἡ βάπτιση, ἡ γενεαλογία, καί ὁ πειρασμός τοῦ Ἰησοῦ, γ΄ 1-δ΄ 13. IV. Ἡ διακονία τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ὡς προφήτη – Βασιλιά στή Γαλιλαία, δ΄ 14-θ΄ 50. V. Τό ταξείδι τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τή Γαλιλαία στήν Ἱερουσαλήμ, θ΄ 51-ιθ΄ 44. VI. Ἡ τελική προσφορά τοῦ Υἱοῦ του ἀνθρώπου ὡς Βασιλέως τοῦ Ἰσραήλ, ἡ ἀπόρριψή Του καί ἡ θυσία Του, ιθ΄ 45-κγ΄56. VII. Ἡ ἀνάσταση καί ἡ ἀνάληψη τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, κδ΄ 1-53.

Τά γεγονότα πού ἀναφέρονται στό βιβλίο αὐτό, καλύπτουν περίοδο 39 ἐτῶν.

  • ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

Συγγραφέας: Τό τέταρτο Εὐαγγέλιο γράφτηκε ἀπό τόν ἀπόστολο Ἰωάννη (Ἰωάννου κα΄ 24). Ἄν καί ἀμφισβητήθηκε ἀπό διαφόρους κριτικούς, ἐν τούτοις ἡ κριτική πάλι παραδέχεται ὅτι τό Εὐαγγέλιο παραμένει Ἰωαννικό κείμενο, ὅπως εἶχε ἀναγνωρισθεῖ ἀπό τούς πρώτους χριστιανικούς χρόνους.

Χρονολογία: Ἡ χρονολογία τοῦ κατά Ἰωάννην Εὐαγγελίου, κειμένεται μεταξύ τοῦ 85 καί 90 μ.Χ. Πιθανώτερον δέ τό 90 μ.Χ.

Θέμα : Τό θέμα τοῦ Εὐαγγελίου αὐτοῦ φαίνεται καθαρά, τόσο ἀπό τόν πρόλογο (α΄ 1-14), ὅσο καί ἀπό τό τελευταῖο του ἐδάφιο (κ΄ 31) καί εἶναι : Ἡ ἐνσάρκωση τοῦ αἰωνίου Λόγου, τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιά νά ἀποκαλύψει τόν Θεό κάτω ἀπό τίς συνθῆκες τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, ὥστε ὅσοι πιστεύουν σ’ Αὐτόν ὡς «τόν Χριστόν, τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ» (κ΄ 31) νά ἔχουν αἰώνια ζωή. Χαρακτηριστικές λέξεις στό Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη: «πιστεύων» καί «ζωή».

Τό βιβλίο φυσιολογικά χωρίζεται σέ ἑπτά μέρη: Ι. Πρόλογος: Ὁ αἰώνιος Λόγος ἐνσαρκωθείς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ,  α΄ 1-14. ΙΙ. Ἡ μαρτυρία τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ α΄ 15-34. ΙΙΙ. Τό δημόσιο ἔργο τοῦ Χριστοῦ, α΄ 35-ιβ΄ 50. IV. Τό κατ’ ἰδίαν ἔργο τοῦ Χριστοῦ μεταξύ τῶν δικῶν Του, ιγ΄ 1-ιζ΄ 26. V. Ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ, ιη΄ 1-ιθ΄ 42. VI. Ἐπιβεβαίωση τῆς προσωπικότητας τοῦ Χριστοῦ μέ τήν ἀνάστασή Του, κ΄ 1-31. VII. Ὁ ἐπίλογος : Ὁ Χριστός, Κύριος τῆς ζωῆς καί τῆς ὑπηρεσίας.

Τά γεγονότα πού ἀναφέρονται στό βιβλίο αὐτό  καλύπτουν περίοδο 7 ἐτῶν.

  • ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Συγγραφέας :  Στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, συνεχίζει ὁ Λουκᾶς τήν διήγηση τῆς  πορείας τοῦ Χριστιανισμοῦ, πού ἄρχισε στό Εὐαγγέλιο πού φέρει τό ὄνομά Του. Στόν «πρῶτον λόγον», λέγει τί ὁ Ἰησοῦς «ἤρχισεν νά κάμνῃ καί νά διδάσκῃ». Στίς Πραξεις, ἀναφέρει τί ὁ Ἰησοῦς συνέχισε νά κάνει καί νά διδάσκει διά τοῦ Ἁγίου Του Πνεύματος πού ἐξαπέστειλε.  

Ἡμερομηνία: Οἱ Πράξεις καταλήγουν μέ τή διήγηση τῆς πρώτης διακονίας τοῦ Παύλου στή Ρώμη, τό 65 μ.Χ. καί φαίνεται ὅτι γράφηκαν γύρω στήν ἐποχή αὐτή.

Θέμα: Αὐτό τό βιβλίο περιέχει τήν ἀνάληψη καί τήν ὑπόσχεση τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατά τήν Πεντηκοστή, τη χρησιμοποίηση τῶν «κλειδιῶν» ἀπό τόν Πέτρο (σύμφωνα μέ τό Ματθαίου ιγ΄), γιά νά ἀνοίξει τήν πόρτα τῆς βασιλείας στούς Ἑβραίους τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς καί στούς Ἐθνικούς στό σπίτι τοῦ Κορνηλίου, τήν ἀρχή καί ξεκίνημα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἐπιστροφή καί διακονία τοῦ Παύλου.

Τό Ἅγιο Πνεῦμα πληροῖ τήν ὅλη ἀφήγηση. Καθώς δέ ἡ παρουσία τοῦ Υἱοῦ, δοξάζοντος καί ἀποκαλύπτοντος τόν Πατέρα, εἶναι τό μέγα γεγονός τῶν Εὐαγγελίων, ἔτσι ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δοξάζοντος καί ἀποκαλύπτοντος τόν Υἱόν, εἶναι τό μέγα γεγονός τῶν Πράξεων. Οἱ Πράξεις χωρίζονται σέ δύο κύρια μέρη:

Στό πρῶτο μέρος (α΄-θ΄ 43), ὁ Πέτρος εἶναι ἡ ἐξέχουσα προσωπικότητα, τό δέ κέντρο ἡ Ἱερουσαλήμ καί ἡ διακονία ἀνάμεσα στούς Ἰουδαίους. Ἤδη δέ αὐτοί εὑρισκόμενοι σέ σχέση συνθήκης μέ τόν Θεό, εἶχαν ἁμαρτήσει μέ τό νά ἀπορρίψουν τόν Ἰησοῦ ὡς τόν Χριστό. Τό κήρυγμα συνεπῶς κατευθυνόταν στό σημεῖο αὐτό καί ἀπαιτεῖτο μετάνοια. Ἡ φανερή ἀποτυχία τῶν ὑποσχέσεων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀναφορικά μέ τήν Δαβιδική Βασιλεία, ἐξηγεῖται ἀπό τήν ὑπόσχεση ὅτι ἡ βασιλεία θά πραγματοποιεῖτο μέ τήν ἐπιστροφή τοῦ Χριστοῦ (Πράξεων β΄ 25-31, ιε΄ 14-16). Αὐτή ἡ διακονία πρός τούς Ἰσραηλῖτες, ἐρχόταν σέ ἐκπλήρωση τοῦ Λουκᾶ ιθ΄ 12-14. Στούς διωγμούς τῶν ἀποστόλων καί τελικά στό μαρτυρικό θάνατο τοῦ Στεφάνου, οἱ Ἑβραῖοι ἔστελναν τό μήνυμα στό Βασιλιά, λέγοντες ὅτι «Δέν θέλομεν τοῦτον νά βασιλεύση ἐφ’ ἡμᾶς».

Στό δεύτερο μέρος (ι΄ 1-κη΄ 31), ὁ Παῦλος εἶναι ἡ ἐξέχουσα φυσιογνωμία, ἕνα νέο δέ κέντρο δημιουργεῖται στήν Ἀντιόχεια καί ἡ διακονία κυρίως στρέφεται πρός τούς εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι ὡς «ξένοι τῶν διαθηκῶν τῆς ἐπαγγελίας» (Ἐφεσίους β΄ 12), δέν εἶχαν παρά «νά πιστέψουν εἰς τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν» γιά νά σωθοῦν. Τά κεφάλαια ια΄, ιβ΄, καί ιε΄ τοῦ τμήματος αὐτοῦ εἶναι μεταβατικά, πού τελικά ἑδραιώνουν τήν διαφορά μεταξύ τῶν διδασκαλιῶν τοῦ Νόμου καί τῆς Χάριτος. Ἡ Πρός Γαλάτες ἐπιστολή, θά πρέπει νά μελετηθεῖ σέ συσχετισμό μέ τά καεφάλαια αὐτά.

Τά γεγονότα πού ἀναφέρονται στίς Πράξεις καλύπτουν περίοδο 32 ἐτῶν.

ΔΙΔΑΚΤΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ

ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

  • ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Συγγραφέας: Ὁ ἀπόστολος Παῦλος (α΄ 1).

Χρονολογία: Ἡ πρός Ρωμαίους, ἕκτη κατά χρονολογική σειρά τοῦ Παύλου, γράφτηκε ἀπό τήν Κόρινθο κατά τήν διάρκεια τῆς τρίτης ἐπισκέψεως τοῦ ἀποστόλου στήν πόλη αὐτή (Κορινθίους Β΄, ιγ΄ 1), τό 60 μ.Χ.  Ἀφορμή τῆς ἐπιστολῆς εἶναι ὁ σκοπός τοῦ Παύλου νά ἐπισκεφθεῖ σύντομα τήν Ρώμη. Ἀσφαλῶς θά ἤθελε νά ἀναγγείλει πρός τῆς ἐπισκέψεως του, τίς ξεχωριστές ἐκεῖνες ἀλήθειες πού εἶχαν ἀποκαλυφθεῖ σ’ αὐτόν καί δι’ αὐτοῦ. Θά ἐπιθυμοῦσε οἱ Χριστιανοί τῆς Ρώμης νά εἶχαν τή δική του προσωπική ἔκθεση τῶν μεγάλων ἀληθειῶν τῆς χάριτος, πού μέ τόση ἐμπάθεια πολεμοῦνταν παντοῦ ἀπό τούς «νομοδιδασκάλους».

Θέμα : Θέμα τῆς πρός Ρωμαίους εἶναι «τό Εὐαγγέλιο τοῦ Θεοῦ» (α΄ 1), ὁ πιό πλατύς προσδιορισμός ὁλόκληρης τῆς ἀλήθειας τῆς λυτρώσεως, ἐπειδή «παρά τῷ Θεῷ δέν εἶναι προσωποληψία», οὔτε εἶναι «ὁ Θεός μόνον τῶν Ἰουδαίων» (β΄ 11, γ΄ 29). Κατ’ ἀκολουθίαν, «ὅλος ὁ κόσμος» εὑρίσκεται ἔνοχος (γ΄ 19), καί ἡ λύτρωση ἀποκαλύπτεται τόσο πλατειά ὅσο καί ἡ ἀνάγκη αὐτή, ὑπό τόν μοναδικό ὅρο τῆς πίστεως. Ὄχι δέ μόνον οἱ Ρωμαῖοι ἐνσωματοῦνται κατά τόν πληρέστερο τρόπο στίς ἀλήθειες τῆς χάριτος σέ σχέση μέ τή σωτηρία, ἀλλά σέ τρία ἀξιοσημείωτα κεφάλαια (θ΄-ια΄), οἱ μεγάλες ὑποσχέσεις πρός τόν Ἰσραήλ συμβιβάζονται μέ τίς ὑποσχέσεις πού ἀφοροῦν τά Ἔθνη, ἡ δέ ἐκπλήρωση τῶν πρώτων φαίνεται νά περιμένει τήν συμπλήρωση τῆς Ἐκκλησίας καί τόν ἐρχομό τοῦ Λυτρωτοῦ ἐκ Σιών (ια΄ 25-27). Ἡ φράση – κλειδί τῆς ἐπιστολῆς εἶναι, «ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ» (α΄ 17, γ΄ 21, 22).

Ἡ ἐπιστολή, ἐκτός ἀπό τήν εἰσαγωγή, διαιρεῖται σέ ἑπτά μέρη: Ι. Ὅλος ὁ κόσμος εἶναι ἔνοχος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, α΄ 18-γ΄ 20. ΙΙ. Ἡ δικαίωση γίνεται διά τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ ἐκ πίστεως, τό εὐαγγέλιο δέν εἶναι ἡ θεραπεία γιά τήν ἐνοχή, γ΄ 21-ε΄ 11. ΙΙΙ. Ἡ συσταύρωση μέ τόν Χριστό, ἡ ἐξ ἀναστάσεως ζωή τοῦ Χριστοῦ καί τό περπάτημα ἐν πνεύματι, ἡ πρόνοια τοῦ Εὐαγγελίου γιά τήν κληρονομική ἁμαρτία, ε΄ 12-η΄ 13. IV. Τό πλῆρες ἀποτέλεσμα τῶν εὐλογιῶν τοῦ Εὐαγγελίου, η΄ 14-39. V. Παρένθεση: Τό Εὐαγγέλιο δέν καταργεῖ τίς ὑποσχέσεις πρός τόν λαό Ἰσραήλ, θ΄ 1-ια΄ 36. VI. Χριστιανική ζωή καί ὑπηρεσία, ιβ΄ 1-ιε΄ 33. VII. Ἡ ἐξωτερίκευση τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης, ιστ΄ 1-27.

7) ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄

Συγγραφέας: Ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ἡ σχέση του μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου μᾶς περιγράφεται στίς Πράξεις ιη΄ 1-18, καθώς ἐπίσης καί στίς ἐπιστολές πρός Κορινθίους.

Χρονολογία : Ἡ πρώτη πρός Κορινθίους γράφτηκε τό 59 μ.Χ., κατά τό τέλος τῆς τρίχρονης παραμονῆς τοῦ Παύλου στήν Ἔφεσο (Πράξεων κ΄ 31, Α΄ Κορινθίους ιστ΄ 5-8).

Θέμα : Καταπιάνεται μέ πολλά θέματα, ὡστόσο θά μπορούσαμε νά τά κατατάξουμε στό γενικό τίτλο : «Χριστιανική Ζωή καί Συμπεριφορά». Ἀκόμη καί ἡ καταπληκτική ἀποκάλυψη τῆς ἀλήθειας περί τῆς ἀναστάσεως ἔχει σχέση μέ τό θέμα αὐτό (Κορινθίους Α΄, ιε΄ 58). Ἀφορμή τῆς ἐπιστολῆς ἦταν ἕνα γράμμα ἀπό τήν Κόρινθο μέ ἐρωτήσεις σχετικά μέ τόν γάμο καί τήν χρήση κρεάτων πού εἶχαν προσφερθεῖ σέ εἴδωλα (Πρός Κορινθίους Α΄, ζ΄ 1, η΄ 1-13), ὁ ἀπόστολος ὅμως ἦταν πολύ περισσότερο ἐνήμερος τῆς καταστάσεως, ἀπό πληροφορίες πού τοῦ ἔρχονταν, γιά τίς βαθειές διαιρέσεις καί αὐξανόμενες ἔριδες στήν Ἐκκλησία, ἀκόμα δέ καί γιά μιά περίπτωση αἱμομιξίας, ἡ ὁποία δέν εἶχε κριθεῖ (α΄ 10-12, ε΄ 1). Οἱ φατριαστικές αὐτές τάσεις μεταξύ τους δέν ὀφείλονταν σέ αἱρέσεις ἤ ἑτεροδιδασκαλίες, ἀλλά στήν σαρκικότητα τῶν πάντοτε ἀνήσυχων Κορινθίων καί στή λατρεία τους, σάν Ἕλληνες, τῆς «σοφίας» καί τοῦ λόγου. Ἐδῶ καυτηριάζεται τό βδέλυγμα τῆς ἀνθρώπινης ἀρχηγίας στά πράγματα τοῦ Θεοῦ.  Μικρότερες δέ ἀταξίες ὀφείλονταν στή ματαιότητα, πού τούς ἔσπρωχνε σέ μιά τελείως παιδαριώδη ἐπιθυμία νά μιλοῦν γλῶσσες καί νά ἐπιθυμοῦν γενικώτερα ὑπερφυσικά χαρίσματα, σέ σημεῖο πού νά παραμελοῦν τήν ὑγιαίνουσα διδασκαλία (Α΄ Πρός Κορινθίους ιδ΄ 1-28). Ὁ Παῦλος ὑπερασπίζει ἐπίσης τήν ἀποστολική του ἰδιότητα, διότι αὐτό συνεπάγεταν τήν αὐθεντία τῆς διδασκαλίας πού ἀπεκαλύπτονταν δι’ αὐτοῦ. Ἀκριβής ἀνάλυση τῆς Α΄ Πρός Κορινθίους δέν μπορεῖ νά γίνει. Ἡ ἐπιστολή δέν εἶναι μία μελέτη ἀλλά κάτι πού προῆλθε ἀπό τό Πνεῦμα διά μέσου τῆς λύπης, τῆς ἀνησυχίας καί τῆς ἁγίας ἀγανακτήσεως τοῦ ἀποστόλου. Ὡστόσο ἡ ἀκόλουθος ἀνάλυση θά ἀπέβαινε ἴσως χρήσιμη. Ι. Εἰσαγωγή : Ἡ θέση τοῦ πιστοῦ μέσα στή χάρη, α΄ 1-9. ΙΙ. Ἡ ἀντίθεση τῆς παρούσης καταστάσεως τῶν φατριῶν, α΄ 10-δ΄ 21. ΙΙΙ. Ἡ ἀνηθικότητα ἐλέγχεται καί ἐντέλεται πειθαρχία, ε΄ 1-στ΄ 8. IV. Ὁ ἁγιασμός τοῦ σώματος καί ὁ Χριστιανικός γάμος, στ΄ 9-ζ΄ 40. V. Τά ἐκ θυσιῶν κρέατα καί οἱ πειρασμοί τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας, η΄ 1-ια΄1. VI. Ἡ χριστιανική τάξη καί τό Δεῖπνο τοῦ Κυρίου, ια΄ 2-34. VII. Πνευματικά χαρίσματα ἐν σχέσει μέ τό σῶμα, τήν ἐκκλησία καί χριστιανική διακονία, ιβ΄ 1-ιδ΄40. VIII. Ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ιε΄ 1-58. IX. Εἰδικές κατευθύνσεις καί χαιρετισμοί, ιστ΄1-24.

  8) ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β΄

Συγγραφέας : Ὁ ἀπόστολος Παῦλος (α΄1).

Χρονολογία : Τό 60 μ.Χ., πιθανῶς ἀπό τούς Φιλίππους, μετά ἀπό τά γεγονότα πού ἀναφέρονται στό Πράξεις ιθ΄ 23-κ΄ 1-3.

Θέμα : Ἡ ἐπιστολή φανερώνει τήν συγκινητική κατάσταση πού βρισκόταν ὁ μεγάλος ἀπόστολος τήν ἐποχή αὐτή. Βρισκόταν σέ σωματική ἀδυναμία, κάματο καί πόνο. Τά πνευματικά ὅμως φορτία ἦσαν ἀκόμη βαρύτερα. Αὐτά δέ ἦσαν δύο εἰδῶν - ἀνησυχία γιά τή διατήρηση τῶν ἐκκλησιῶν στή Χάρη ἐν ὄψει τοῦ κινδύνου τῶν νόμο-διδασκάλων καί ὀδύνη τῆς καρδιᾶς γιά τήν δυσπιστία πού ἔτρεφαν πρός αὐτόν οἱ Ἰουδαῖοι καί οἱ Ἰουδαΐζοντες Χριστιανοί. Ἡ ψυχρή διδασκαλία τῶν Ἰουδαϊζόντων ἀκολουθεῖτο ἀπό δυσφήμιση καί ἄρνηση τῆς ἀποστολικῆς του ἰδιότητος.

Εἶναι προφανές ὅτι ἡ πιό ἐπικίνδυνη μερίδα στήν Κόρινθο ἦταν ἐκείνη ἡ ὁποία ἔλεγε,  «καί ἐγώ τοῦ Χριστοῦ» (Πρός Κορινθίους Α΄, α΄ 12). Ἀπέρριπταν τή νέα διά τοῦ Παύλου ἀποκάλυψη τῶν διδασκαλιῶν τῆς χάριτος, βασιζόμενοι πιθανῶς, στίς διδασκαλίες τοῦ Κυρίου μας περί τῆς βασιλείας «ὡς διακόνου τῆς περιτομῆς» (Πρός Ρωμαίους ιε΄ 8) καί ὡς φαίνεται λησμονοῦντες ὅτι μιά νέα Οἰκονομία εἶχε συσταθεῖ διά τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό δημιουργοῦσε τήν ἀνάγκη ὑποστηρίξεως τῆς προελεύσεως καί τῶν ὁρίων τῆς ἀποστολικῆς ἰδιότητος τοῦ Παύλου.

Ἡ ἐπιστολή χωρίζεται σέ τρία μέρη: Ι. Οἱ ἀρχές οἱ ὁποῖες διεῖπαν τόν Παῦλο στίς ἐνέργειές του, α΄ 1-ζ΄ 16. ΙΙ. Ἡ συνεισφορά γιά τούς πτωχούς ἁγίους τῆς Ἱερουσαλήμ, η΄ 1-θ΄ 15. ΙΙΙ. Ἡ ὑπό τοῦ Παύλου ὑπεράσπιση τῆς ἀποστολικῆς του ἰδιότητος, ι΄ 1-ιγ΄ 14.   

9) ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ

Συγγραφέας : Ὁ ἀπόστολος Παῦλος (α΄ 1).

Χρονολογία. Ἡ πρός Γαλάτας, γράφτηκε πιθανῶς τό 60 μ.Χ., κατά τήν τρίτη δηλαδή ἐπίσκεψη τοῦ Παύλου στήν Κόρινθο. Ὁ λόγος πού ἔκανε τόν Παῦλο νά γράψει τήν ἐπιστολή αὐτή, εἶναι φανερός. Εἶχε φθάσει στήν ἀκοή τοῦ Παύλου ὅτι οἱ ἄστατοι Γαλάτες, πού δέν ἦσαν Ἕλληνες, ἀλλά Κέλτες «ἕνα τμῆμα τοῦ χειμάρου τῶν βαρβάρων πού ξεχύθηκαν στήν Ἑλλάδα τόν τρίτο αἰῶνα πρό Χριστοῦ», εἶχαν γίνει ἕρμαιο τῶν νομοδιδασκάλων, τῶν Ἰουδαϊζόντων ἱεραποστόλων ἀπό τήν Παλαιστίνη.

Θέμα : Τό θέμα τῆς πρός Γαλάτας εἶναι ἡ ἀνάπτυξη τῶν λόγων πού συνιστοῦν τήν ἀποφυγή κάθε ἀναμίξεως τοῦ Εὐαγγελίου τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ μέ τό Νόμο, πρᾶγμα πού θά κατέστρεφε τελικά τόν χαρακτῆρα τοῦ Εὐαγγελίου, πού εἶναι ἡ ἀνόθευτος χάρις τοῦ Θεοῦ στούς ἁμαρτωλούς.

Τό σφάλμα τῶν Γαλατῶν εἶχε δύο πλευρές, οἱ ὁποῖες στήν ἐπιστολή αὐτή ἐλέγχονται καί ἀνασκευάζονται. Ἡ πρώτη ἦταν ἡ διδασκαλία ὅτι ἡ ὑπακοή στό Νόμο μαζί μέ τήν πίστη, εἶναι ἡ βάση γιά τήν δικαίωση τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἡ δεύτερη ἦταν ὅτι ὁ δικαιωθείς πιστός γίνεται τέλειος διά τῆς τηρήσεως τοῦ Νόμου. Ὁ Παῦλος ἀπαντᾶ στό πρῶτο μέ τό παράδειγμα ὅτι ἡ δικαίωση γίνεται διά τῆς Συνθήκης μέ τόν Ἀβραάμ (Γενέσεως ιε΄ 18), καί ὅτι ὁ Νόμος, ὁ ὁποῖος δόθηκε μετά ἀπό 430 χρόνια μετά τήν ἐπιβεβαίωση τῆς Συνθήκης αὐτῆς, καί πού ὁ ἀληθής σκοπός του ἦταν καταδίκη καί ὄχι δικαίωση, δέν μπορεῖ νά ἀκυρώσει μιά σωτηρία πού βασίζεται πάνω στήν προηγούμενη αὐτή συνθήκη. Ὁ Παῦλος ἀπαντᾶ στό δεύτερο καί πλέον ἐπικίνδυνο σημεῖο, ὑποστηρίζοντας ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ὁ Ἁγιαστής μας.

Ἡ ἐπιστολή χωρίζεται σέ ἑπτά μέρη:

Ι. Ἀσπασμός, α΄ 1-5. ΙΙ. Θέμα, α΄ 6-9. ΙΙΙ. Τό εὐαγγέλιο τοῦ Παύλου εἶναι κατ’ ἀποκάλυψη, α΄ 10-β΄ 14. IV. Ἡ δικαίωση γίνεται διά τῆς πίστεως χωρίς τό νόμο, β΄ 15-γ΄24. V. Ὁ κανών τῆς ζωῆς τοῦ πιστοῦ εἶναι ἐν χάριτι καί ὄχι ἐν τῷ νόμῳ, γ΄ 25-ε΄15. VI. Ὁ ἁγιασμός γίνεται διά τοῦ Πνεύματος καί ὄχι διά τοῦ νόμου,  ε΄ 16-24. VII. Προτροπές καί συμπεράσματα, ε΄ 25-στ΄ 18.

10) ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ

Συγγραφέας : Ὁ ἀπόστολος Παῦλος (α΄ 1).

Χρονολογία. Ἡ Ἐφεσίους γράφτηκε ἀπό τή Ρώμη τό 64 μ.Χ. Εἶναι ἡ πρώτη κατά σειρά ἀπό τίς ἐπιστολές πού γράφτηκαν ἀπό τή φυλακή (Πράξεων κ΄-κζ΄) καί ἐστάλη μέ τόν Τυχικό, μαζί μέ τήν πρός Κολοσσαεῖς καί τήν πρός Φιλήμονα.

Εἶναι πιθανόν ὅτι οἱ δύο μεγαλύτερες ἐπιστολές εἶχαν ἀφορμή τήν ἐπιστροφή τοῦ Ὀνήσιμου στόν Φιλήμονα. Ἡ Ἐφεσίους εἶναι ἡ πιό ἀπρόσωπη ἀπό τίς ἐπιστολές τοῦ Παύλου. Πράγματι οἱ λέξεις «τούς ὄντας ἐν Ἐφέσῳ», λείπουν ἀπό τά αὐθεντικώτερα χειρόγραφα.

Στήν πρός Κολοσσαεῖς (δ΄ 16) ἀναφέρεται μιά ἐπιστολή πρός τούς ἐν Λαοδικείᾳ. Πολλοί παραδέχονται ὅτι ἡ ἐπιστολή πού μᾶς εἶναι γνωστή ὡς ἡ πρός Ἐφεσίους, στήν πραγματικότητα εἶναι ἡ πρός Λαοδικεῖς ἐπιστολή. Πιθανότατα εἶχε σταλεῖ καί στήν Ἔφεσο καί στή Λαοδικεία χωρίς νά ἀπευθύνεται σέ καμιά ἐκκλησία. Ἡ ἐπιστολή συνεπῶς θά ἦταν «πρός τούς ἁγίους καί πιστούς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» πανταχόθεν.

Θέμα. Ἡ διδασκαλία τῆς ἐπιστολῆς ἔχει τήν ἀκόλουθη ὄψη. Περιέχει τήν ὑψηλότερη ἀλήθεια περί τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά δέν ἀναφέρει τίποτε γιά τήν ἐκκλησιαστική τάξη. Ἡ Ἐκκλησία ἐδῶ εἶναι ἡ ἀληθινή Ἐκκλησία, «τό σῶμα αὐτοῦ» καί δέν πρόκειται γιά τήν τοπική ἐκκλησία, ὅπως στήν Φιλιππησίους, Κορινθίους, κ.λπ.

Τρεῖς βασικές ἀλήθειες συνιστοῦν τήν ἐπιστολή αὐτή: Ἡ δοξασμένη θέση τοῦ πιστοῦ διά τῆς χάριτος · ἡ ἀλήθεια ἀναφορικά μέ τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ · καί ἡ πορεία τοῦ πιστοῦ σύμφωνα μέ τή θέση του αὐτή.

 Ὑπάρχει μιά στενή πνευματική συγγένεια μεταξύ τῆς πρός Ἐφεσίους καί τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, τά «ἐπουράνια» ἀντιστοιχοῦνται στή θέση τοῦ Χριστιανοῦ μέ τή Χαναάν στήν πεῖρα τοῦ λαοῦ Ἰσραήλ. Καί στίς δύο περιπτώσεις ὑπάρχει ὁ ἀγώνας, κάποτε ἡ ἀποτυχία, ἀλλά ἐπίσης καί ἡ νίκη, ἡ ἀνάπαυση καί ἡ κατάκτηση (Ἰησοῦς τοῦ Ναυή κα΄ 43-45, Ἐφεσίους α΄ 3, γ΄ 14-19, στ΄ 16, 23). Καθώς δέ ἁρμόζει σέ μιά πλήρη ἀποκάλυψη, ὁ ἀριθμός ἑπτά εἶναι καταφανής στήν ἀρχιτεκτονική τῆς Ἐφεσίους.

Ἡ ἐπιστολή χωρίζεται χονδρικῶς σέ τέσσερα μέρη: Ι. Ὁ ἀποστολικός χαιρετισμός, α΄ 1,2. ΙΙ. Ἡ θέσει κατάσταση τοῦ πιστοῦ «ἐν Χριστῷ» καί «ἐν τοῖς ἐπουρανίοις», διά τῆς χάριτος καί μόνο, α΄ 3-γ΄ 21. ΙΙΙ. Πορεία καί ὑπηρεσία, δ΄ 1-ε΄ 17. IV. Ἡ πορεία καί ὁ ἀγώνας τοῦ πλήρους πνεύματος πιστοῦ, ε΄18-στ΄24.

11) ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ

Συγγραφέας : Ὁ ἀπόστολος Παῦλος (α΄ 1).

Χρονολογία : Ἡ χρονολογία συγγραφῆς τῆς πρός Φιλιππησίους, δέν μπορεῖ νά καθορισθεῖ ἐπακριβῶς. Εἶναι μιά ἀπό τίς ἐπιστολές τῆς αἰχμαλωσίας. Ἐάν ὁ Παῦλος φυλακίστηκε δύο φορές, καί ἄν ναι, ἐάν ἡ πρός Φιλιππησίους γράφτηκε κατά τήν πρώτη ἤ τή δεύτερη φυλάκιση, δέν ἐπηρεάζει κατ’ οὐδένα τρόπο τό ἄγγελμα τῆς ἐπιστολῆς. Τό 64 μ.Χ. ἔχει κοινῶς παραδεχθεῖ, ὡς χρονολογία συγγραφῆς. Ἡ ἄμεση ἀφορμή τῆς ἐπιστολῆς ἀποκαλύπτεται στό Φιλιππησίους δ΄ 10-18.

Θέμα : Τό θέμα τῆς πρός Φιλιππησίους εἶναι ἡ χριστιανική ζωή. Ἡ ὑγιής διδασκαλία προϋποτίθεται. Δέν ὑπάρχει τίποτε στήν ἐκκλησιαστική τάξη, πού νά χρήζει τακτοποιήσεως. Οἱ Φιλιπππήσιοι πιστοί ἀποτελοῦν μία φυσιολογική σύναξη τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ἡ ἐπιστολή ἀπευθύνεται στούς «ἁγίους ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, μετά τῶν ἐπισκόπων (πρεσβυτέρων) καί διακόνων». Οἱ δύσκολες συνθῆκες ὑπό τίς ὁποῖες ὁ ἀπόστολος βρίσκεται, δέν ἐπηρεάζουν οὔτε ἀμαυρώνουν τή χριστιανική πεῖρα καί ζωή πού ἀπολαμβάνει. Ὡς πρός τό πρῶτο, εἶναι ἕνας φυλακισμένος τοῦ Νέρωνος. Ὡς πρός τό δεύτερο, ὑπάρχει ὁ ἀλαλαγμός τῆς νίκης, ὁ παιάν τῆς χαρᾶς. Ἡ χριστιανική πεῖρα, θά μᾶς διδάξει, στήν ἐπιστολή του αὐτή, δέν εἶναι κάτι πού ἐξαρτᾶται ἀπό τό περιβάλλον τοῦ πιστοῦ, ἀλλά κάτι πού βρίσκεται ἐντός του.

Τό ἐδάφιο – κλειδί εἶναι «Δι’ ἐμέ τό ζῆν εἶναι ὁ Χριστός, καί τό ἀποθανεῖν κέρδος» (α΄ 21). Ἡ σωστή χριστιανική πεῖρα, λοιπόν εἶναι ἡ ἐξωτερίκευση τῆς ζωῆς, τῆς φύσεως καί τοῦ νοῦ τοῦ Χριστοῦ, πού ζεῖ μέσα μας, κάτω ἀπό ὁποιεδήποτε περιστάσεις πού μπορεῖ νά βρεθεῖ ὁ χριαστιανός (α΄ 6, 11, β΄ 5,13).

Ἡ διαίρεση τῆς ἐπιστολῆς, γίνεται ἀπό τά κεφάλαια: Ι. Χριστός, ἡ ζωή τοῦ πιστοῦ, χαίροντος στίς θλίψεις, α΄ 1-30. ΙΙ. Χριστός, τό πρότυπον τοῦ πιστοῦ, χαίροντος στήν ταπεινή ὑπηρεσία, β΄ 1-30. ΙΙΙ. Χριστός, τό ἀντικείμενο τοῦ πιστοῦ, χαίροντος παρ’ ὅλες τίς ἀτέλειες, γ΄ 1-21. IV. Χριστός, ἡ δύναμη τοῦ πιστοῦ, χαίροντος μέσα στίς ἀνησυχίες, δ΄ 1-23.

12) ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ

Συγγραφέας : Ὁ ἀπόστολος Παῦλος (α΄ 1).

Χρονολογία: Ἡ πρός Κολοσσαεῖς ἐστάλη μέ τόν ἴδιο ἀγγελιαφόρο πού ἔφερε τήν πρός Ἐφεσίους καί πρός Φιλήμονα καί πιθανῶς γράφτηκε τήν ἴδια ἐποχή.

Θέμα: Ὁ Ἐπαφρᾶς πού ὑπηρετοῦσε στόν λόγο στήν ἐκκλησία τῶν Κολοσσῶν, ἦταν συγκρατούμενος τοῦ Παύλου στή φυλακή τῆς Ρώμης. Ἀπ’ αὐτόν ἀναμφίβολα ὁ Παῦλος ἔμαθε τήν κατάσταση τῆς ἐκκλησίας αὐτῆς. Ὡς πρός τίς θεμελιώδης ἀλήθειες, ἠ κατάσταση τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ἐξαιρετική (α΄ 3-8), ἀλλά μέ ἕνα πανοῦργο τρόπο, εἶχαν ἐμφανισθεῖ δύο σημεῖα πλάνης: Τό πρῶτο ἦταν ἡ ἐμφάνιση τοῦ Νόμου στήν Ἀλεξανδρινή του μορφή, τοῦ ἀσκητισμοῦ, «μή ἐγγίσης, μή γευθῆς», μαζί μέ κάποιο ἴχνος τῆς Ἰουδαϊκῆς τηρήσεως τῶν «ἡμερῶν», ἀντικείμενον τῶν ὁποίων ἦταν ἡ ἀπονέκρωση τοῦ σώματος (πρβλ. Ρωμαίους η΄ 13). Τό δεύτερο σημεῖο πλάνης ἦταν ἕνας ψευδής μυστικισμός «ἐμβατεύων εἰς πράγματα τά ὁποῖα δέν εἶδε» -τό ἀποτέλεσμα φιλοσοφικῆς θεωρίας. Ἐπειδή δέ αὐτά εἶναι πάντοτε συνεχεῖς κίνδυνοι, ἡ πρός Κολοσσαεῖς γράφτηκε, ὄχι μόνο γιά κεῖνες τίς ἡμέρες, ἀλλά γιά τήν προειδοποίηση τῆς Ἐκκλησίας ὅλων τῶν ἡμερῶν.

Ἡ ἐπιστολή χωρίζεται σέ ἑπτά μέρη: Ι. Εἰσαγωγή, α΄ 1-8. ΙΙ. Ἡ ἀποστολική προσευχή, α΄ 9-14. ΙΙΙ. Ἡ ἐξύψωσις τοῦ Χριστοῦ, Δημιουργοῦ, Λυτρωτοῦ καί Ἐγκατοικοῦντος ἐντός τοῦ πιστοῦ, α΄15-29. ΙV. Ἡ θεότητα ἐνσαρκωθεῖσα ἐν Χριστῷ, ἐν τῷ Ὁποίῳ ὁ πιστός εἶναι πλήρης, β΄1-23. V. Ἡ ἕνωσις τοῦ πιστοῦ μέ τόν Χριστό στήν ἀνάσταση, ζωή καί δόξα, γ΄ 1-4. VI. Ἡ χριστιανική ζωή, καρπός τῆς ἑνώσεως μέ τόν Χριστό, γ΄ 5-δ΄6.VII. Χριστιανική ἐπικοινωνία, δ΄ 7-18.      

13) ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α΄

Συγγραφέας : Ὁ ἀπόστολος Παῦλος (α΄ 1).

Χρονολογία: Ἡ ἐπιστολή γράφτηκε ἀπό τήν Κόρινθο τό 54 μ.Χ., λίγο μετά τήν ἀναχώρηση τοῦ Παύλου ἀπό τή Θεσσαλονίκη (Πράξεων ιστ΄, ιζ΄) καί εἶναι ἡ παλαιότερη τῶν ἐπιστολῶν του.

            Θέμα: Τό θέμα τῆς ἐπιστολῆς εἶναι τριπλό: (1) Νά στηρίξει νέους στήν πίστη μαθητές, στίς θεμελιώδεις ἀλήθειες πού ἔχουν ἤδη διδαχθεῖ. (2) Νά τούς προτρέψει νά προχωρήσουν στόν ἁγιασμό. (3) Νά τούς παρηγορήσει, ἀναφορικά μέ ἐκείνους πού εἶχαν κοιμηθεῖ ἐν Κυρίῳ. Ἡ δεύτερη ἔλευση τοῦ Χριστοῦ προέχει σέ ὅλη τήν ἐπιστολή. Κατά σύμπτωση δέ ἡ ἐπιστολή εἶναι πολύ ἐνδιαφέρουσα στό ὅτι μᾶς δείχνει τόν πλοῦτο τῆς διδασκαλίας πού ἐγίνετο στόν εὐαγγελισμό ψυχῶν τήν πρώτη ἀποστολική ἐποχή. Κατά τήν διάρκεια ἑνός μηνός περίπου παραμονῆς του, ὁ ἀπόστολος τούς εἶχε διδάξει ὅλες τίς μεγάλες καί βασικές ἀλήθειες τῆς χριστιανικῆς πίστεως.

Ἡ ἐπιστολή χωρίζεται σύμφωνα μέ τά κεφάλαια: Ι. Ἡ ὑποδειγματική ἐκκλησία καί οἱ τρεῖς φάσεις τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς, α΄ 1-10. ΙΙ. Ὁ ὑποδειγματικός ὑπηρέτης καί ὁ μισθός του, β΄1-20. ΙΙΙ. Ὁ ὑποδειγματικός ἀδελφός καί ὁ ἁγιασμός τοῦ πιστοῦ, γ΄ 1-13. IV. Τό ὑποδειγματικό περπάτημα καί ἡ ἐλπίς τοῦ πιστοῦ, δ΄ 1-18. V. Ἡ ὑποδειγματική ζωή ἀγρυπνίας καί ἡ Ἡμέρα τοῦ Κυρίου, ε΄ 1-28.

14) ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β΄

Συγγραφέας : Ὁ ἀπόστολος Παῦλος (α΄ 1).

Χρονολογία: Ἡ δευτέρα πρός Θεσσαλονικεῖς γράφτηκε προφανῶς πολύ σύντομα μετά τήν πρώτη ἐπιστολή τοῦ Παύλου πρός αὐτή τήν Ἐκκλησία. Ἀφορμή της ὑπῆρξε ἀσφαλῶς ἡ ἐπιστροφή τοῦ κομιστοῦ τῆς πρώτης ἐπιστολῆς καί τά νέα πού ἔφερε.

Θέμα : Οἱ πιστοί τῆς Θεσσαλονίκης εἶχαν «σαλευθῇ ἀπό τοῦ φρονήματός των» καί εἶχαν «θορυβηθῆ» ὑποθέτοντας, ἀπό κάποια πλαστή ἴσως ἐπιστολή τοῦ Παύλου, ὅτι οἱ διωγμοί τούς ὁποίους ὑφίσταντο, ἦσαν ἐκεῖνοι τῆς «μεγάλης καί τρομερᾶς ἡμέρας τοῦ Κυρίου», ἀπό τήν ὁποίαν, εἶχαν διδαχθεῖ, νά περιμένουν ἀπελευθέρωση διά «τῆς ἡμέρας τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ καί τῆς εἰς αὐτόν ἐπισυνάξεως ἡμῶν» (β΄ 1).

Ἡ παροῦσα ἐπιστολή, συνεπῶς, γράφτηκε γιά νά κατατοπίσει τούς Θεσσαλονικεῖς ἀναφορικά μέ τήν ἡμέρα τοῦ Χριστοῦ «καί τῆς εἰς αὐτόν ἐπισυνάξεως ἡμῶν» (Α΄ Θεσσαλονικεῖς δ΄ 14-17) καί γιά τήν σχέση τῆς «ἡμέρας τοῦ Χριστοῦ» μέ τήν «ἡμέρα τοῦ Κυρίου». Ἡ πρώτη πρός Θεσσαλονικεῖς ἔχει περισσότερο ὑπ’ ὄψη της τήν «ἡμέρα τοῦ Χριστοῦ». Ἡ παροῦσα ἐπιστολή τήν «ἡμέρα τοῦ Κυρίου».

Ἡ ἐπιστολή χωρίζεται σέ πέντε μέρη: Ι. Ἀσπασμός, α΄ 1-4. ΙΙ. Παρηγορία, α΄ 5-12. ΙΙΙ. Κατατόπιση σχετικά μέ τήν ἡμέρα τοῦ Κυρίου καί τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἁμαρτίας, β΄ 1-12. IV. Προτροπές καί ἀποστολικές παραγγελίες, β΄ 13-γ΄15. V. Εὐλογία καί αὐθεντικότητα τῆς ἐπιστολῆς, γ΄ 16-18.

15)ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α΄

Συγγραφέας : Ὁ ἀπόστολος Παῦλος (α΄ 1).

Χρονολογία: Ἡ χρονολογία συγγραφῆς ἐξαρτᾶται ἀπό τό κατά πόσο φυλακίσθηκε ὁ Παῦλος δύο φορές στή Ρώμη ἤ μία. Ἐάν φυλακίσθηκε δύο φορές, τότε εἶναι φανερό ὅτι ἡ πρώτη πρός Τιμόθεον γράφτηκε στό μεσοδιάστημα τῶν δύο φυλακίσεων. Ἐάν ὁ Παῦλος φυλακίσθηκε μία φορά, τότε ἡ Ἐπιστολή γράφτηκε λίγο πρίν ἀπό τό τελευταῖο ταξίδι του στήν Ἱερουσαλήμ.

            Θέμα : Καθώς οἱ Ἐκκλησίες τοῦ Χριστοῦ αὐξανόταν σέ ἀριθμό, τά θέματα τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως, τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας καί τῆς πειθαρχίας, ἔπαιρναν ἐξαιρετική σπουδαιότητα. Στήν ἀρχή οἱ Ἀπόστολοι τακτοποιοῦσαν ἀπ’ εὐθείας καί προσωπικῶς τά θέματα αὐτά, καθώς ὅμως ζύγωνε τό τέλος τῆς ἀποστολικῆς περιόδου, δημιουργοῦνταν ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπάρξεως μιᾶς ἀποκαλύψεως γιά τήν καθοδήγηση τῶν Ἐκκλησιῶν. Μία τέτοια ἀποκάλυψη βρίσκεται στήν πρώτη πρός Τιμόθεον καί στήν πρός Τίτον. Ἡ φράση – κλειδί τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς εἶναι, «Διά νά ἐξεύρῃς πῶς πρέπει νά πολιτεύεσαι ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ».

Ἡ ἐπιστολή χωρίζεται σέ πέντε μέρη: Ι. Νομοδιδασκαλία καί ἑτεροδιδασκαλία, ἐλέγχονταν, α΄ 1-20. ΙΙ. Προσευχή καί ἡ θεία τάξη μεταξύ τῶν δύο φύλων πού ἔχουν συνενωθεῖ, β΄ 1-15. ΙΙΙ. Τά προσόντα τῶν πρεσβυτέρων καί διακόνων, γ΄ 1-16. IV. Ἡ συμπεριφορά τοῦ «καλοῦ διακόνου», δ΄ 1-16. V. Τό ἔργο τοῦ «καλοῦ διακόνου», ε΄ 1-στ΄ 21.

16) ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄

Συγγραφέας : Ὁ ἀπόστολος Παῦλος (α΄ 1).

Χρονολογία : Αὐτή ἡ συγκινητική ἐπιστολή γράφτηκε ἀπό τόν Παῦλο στό «ἀγαπητό τέκνο» λίγο πρίν ἀπό τό μαρτυρικό του θάνατο (δ΄ 6-8) καί περιέχει τά τελευταῖα λόγια του μεγάλου ἀποστόλου.

Θέμα: Ἡ δευτέρα πρός Τιμόθεον, (ἀπό κοινοῦ μέ τήν Πέτρου Β΄, τήν Ἰούδα καί Ἰωάννου Β΄ καί Γ΄) καταπιάνεται μέ τήν προσωπική ζώη καί μαρτυρία ἑνός πραγματικοῦ ὑπηρέτου τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἀντιμετωπίζει γύρω του τήν ἀποστασία καί τήν παρακοή. Οἱ φράσεις – κλειδί εἶναι, «μέ ἀπεστράφησαν πάντες οἱ ἐν τῇ Ἀσίᾳ» (α΄ 15) καί «καλός στρατιώτης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (β΄ 3). Οἱ Ἐκκλησίες τῆς Ἀσίας δέν εἶχαν ἀρνηθεῖ, οὔτε σταματήσει νά λέγωνται χριστιανικές, ὡστόσο ὅμως εἶχαν ἀποστραφεῖ τίς διδασκαλίες τῆς Χάριτος, πού τόσο συγκεκριμένα εἶχαν ἀποκαλυφθεῖ διά τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Αὐτό ἦταν ἡ ἀπόδειξη ὅτι ἡ ἀποστασία εἶχε ἤδη ἀρχίσει νά ἐμφανίζεται στήν πρώτη της μορφή, τή νομοδιδασκαλία.

Ἡ ἐπιστολή χωρίζεται σέ τέσσερα μέρη: Ι. Ὁ χαιρετισμός τοῦ ἀποστόλου, α΄ 1-18. ΙΙ. Τό μονοπάτι τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἑνός δοκίμου ὑπηρέτου τοῦ Κυρίου, σέ καιρό ἀποστασίας, β΄ 1-26. ΙΙΙ. Ἡ ἀποστασία καί ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, γ΄ 1-17. IV. Ἕνας πιστός ὑπηρέτης καί ὁ πιστός του Κύριος  δ΄ 1-22.   

17) ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ

Συγγραφέας : Ὁ ἀπόστολος Παῦλος (α΄ 1).

Χρονολογία : Προφανῶς ἡ ἴδια μέ τήν πρώτη πρός Τιμόθεον.

Θέμα: Ἡ πρός Τίτον ἔχει πολλά κοινά μέ τήν πρώτη πρός Τιμόθεον. Καί οἱ δύο ἐπιστολές καταπιάνονται μέ τήν ἁρμόζουσα τάξη πού πρέπει νά ὑπάρχει στίς Ἐκκλησίες. Ἡ χαρακτηριστική διαφορά εἶναι ὅτι στήν πρώτη πρός Τιμόθεον προβάλλει περισσότερο ἡ ὑγιαίνουσα διδασκαλία (Α΄ Τιμόθεον α΄ 3-10), ἐνῶ στήν πρός Τίτον, ἡ θεία τάξη στούς κόλπους τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας (Τίτον α΄ 5). Ἡ ἀδιαφόρως χρόνου ἀξία τῆς ἐπιστολῆς, ἔγκειται στό ὅτι ἀπευθύνεται καί ἔχει ἐφαρμογή σέ δύο κατηγορίες, ἐν πρώτοις σέ Ἐκκλησίες ἀδιάφορες γιά τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ καί δεύτερον σέ ἐκκλησίες ἀδιάφορες γιά τήν τάξη στόν Οἶκο τοῦ Θεοῦ. Ἡ σπουδαιότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως ἀποκτᾶ ἰδιαίτερη σοβαρότητα μέ τήν ἔμφαση πού δίδεται στά χαρακτηριστικά προσόντα πού πρέπει νά διακρίνουν τούς πραγματικούς Πρεσβυτέρους καί Διακόνους, τά ὁποῖα καί ἐπαναλαμβάνονται (Α΄ Τιμόθεον γ΄ 1-7, Τίτον α΄ 6-9).

Ἡ ἐπιστολή δύναται νά χωρισθεῖ σέ δύο μέρη: Ι. Τά προσόντα καί οἱ ὑπηρεσίες τῶν πρεσβυτέρων, α΄ 1-16. ΙΙ. Τό ποιμαντορικό ἔργο τοῦ πραγματικοῦ πρεσβυτέρου, β΄ 1-γ΄ 15.

18) ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ

Συγγραφέας : Ὁ ἀπόστολος Παῦλος (α΄ 1).

Χρονολογία : Πιθανῶς τό 64 μ.Χ. Εἶναι μία ἀπό τίς ἐπιστολές πού ἔγραψε ὁ Παῦλος ἀπό τή φυλακή.

Θέμα: Ὁ Ὀνήσιμος («χρήσιμος») ἕνας δοῦλος τοῦ Φιλήμονα, Χριστιανός ἀπό τίς Κολοσσές, ὁ ὁποῖος εἶχε κλέψει τό ἀφεντικό του καί διέφυγε στήν Ρώμη. Ἐκεῖ μετενόησε καί ἐπεστράφη στό Χριστό ἀπό τόν Παῦλο, ὁ ὁποῖος τόν ἔστειλε πίσω στόν Φιλήμονα μέ τήν ἐπιστολή του αὐτή. Εἶναι δέ ἀνεκτίμητη σέ ἀξία σάν μιά διδασκαλία (1) σέ πρακτική δικαιοσύνη, (2) σέ χριστιανική ἀδελφοσύνη, (3) σέ χριστιανική φιλοξενία, (4) στό νόμο τῆς ἀγάπης.

Χωρίζεται σέ τέσσερα μέρη : Ι. Χαιρετισμός, 1-3. ΙΙ. Ἡ προσωπικότητα τοῦ Φιλήμονα, 4-7. ΙΙΙ. Μεσιτεία γιά τόν Ὀνήσιμο, 8-21. IV. Ἀσπασμός καί κατάληξη, 22-25.

19) ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ

Συγγραφέας : Ἀρκετή συζήτηση καί ἀντίθεση γνωμῶν ὑπῆρξε ἀπό ἀρχαιότατων χρόνων, ὡς πρός τή συγγραφή τῆς ἐπιστολῆς. Τό βιβλίο εἶναι ἀνώνυμο, ἀλλά ἡ παραπομπή στή Β’ Πέτρου γ’ 15, φαίνεται νά ἀποκλίνει ἴσως στήν ἰδέα ὅτι συγγραφέας τῆς πρός Ἑβραίους ἦταν ὁ Παῦλος. Ἰδέ ἐπίσης τό Ἑβραίους ιγ’ 23. Ὡστόσο ὅλοι συμφωνοῦν ὅτι εἴτε ἐγράφη ἀπό τόν Παῦλο εἴτε ἀπό ἄλλο, τό ὕφος της εἶναι τοῦ Παύλου. Ἀναμφίβολα ἐδῶ ἔχουμε τή μέθοδο πού ὁ Παῦλος χρησιμοποιοῦσε ὅταν μιλοῦσε στίς Συναγωγές. Κανένα βιβλίο μέσα στήν Ἁγία Γραφή δέν ἔχει τόσο ἔντονη τή θεία ἔμπνευση ὅσο αὐτό.

Χρονολογία: Ἀπό ἐσωτερικές τοῦ βιβλίου μαρτυρίες εἶναι φανερό ὅτι ἐγράφη πρίν ἀπό τήν καταστροφή τοῦ Ναοῦ τῶν Ἱεροσολύμων, τό 70 μ. Χ. (Ἑβραίους ι΄ 11).

Θέμα : Οἱ διδασκαλίες τῆς ἐπιστολῆς φανερώνουν τό σκοπό της. Ὁ σκοπός αὐτός ἦταν διπλός : (1) Νά στηρίξει τούς ἐξ Ἰουδαίων Χριστιανούς, δείχνοντάς τους, ὅτι ὁ Ἰουδαϊσμός εἶχε λήξει διά τῆς ἐκπληρώσεως ἀπό τό Χριστό ὅλων τῶν ἀπαιτήσεων καί τοῦ σκοποῦ τοῦ Νόμου καί (2) τά μέρη ἐκεῖνα πού ἀσχολοῦνται μέ προτροπές δείχνουν ὅτι ὁ συγγραφέας εἶχε ὑπ’ ὄψη τόν κίνδυνο πού συνεχῶς ἀντιμετώπιζαν οἱ Ἰουδαῖοι πού εἶχαν γίνει Χριστιανοί, εἴτε νά ὑπαναχωρήσουν πρός τόν Ἰουδαϊσμό, εἴτε νά ξεφύγουν ἔστω καί λίγο ἀπό τήν ἀληθινή πίστη στόν Ἰησοῦ Χριστό. Εἶναι γνωστό ἀπό τίς Πράξεις, ὅτι καί οἱ πιό δυνατοί πιστοί τῆς Παλαιστίνης εἶχαν ἕνα παράξενο κρᾶμα μέσα τους, Ἰουδαϊσμοῦ καί Χριστιανισμοῦ· ( Πράξ. κα’ 18-24), αὐτή δέ ἡ παγίδα θά ἦταν πιό εὔκολο νά πιάση τούς ἐξ Ἰουδαίων Χριστιανούς τῆς διασπορᾶς.

«Τό καλύτερο», εἶναι ἡ χαρακτηριστική φράση τῆς πρός Ἑβραίους ἡ ὁποία δέν εἶναι παρά μιά σειρά ἀντιθέσεων μεταξύ τῶν καλῶν πραγμάτων τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ καί τῶν «καλυτέρων» τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός εἶναι           «καλύτερο» ἀπό τούς ἄγγελους, τόν Μωϋσῆ, τόν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, τόν Ἀαρῶν, ἡ δέ Οἰκονομία τῆς Καινῆς Διαθήκης, εἶναι καλύτερη ἀπό τήν Μωσαϊκή.

Ἡ πρός Ἑβραίους χωρίζεται σέ ἕξη μέρη πού περικλείουν πέντε παρενθετικά χωρία προτροπῆς. Ι. Ἡ μεγάλη σωτηρία, α΄ 1-β΄ 18 (β΄ 1-4, παρενθετικό). ΙΙ. Ἡ κατάπαυση τοῦ Θεοῦ, γ΄ 1-δ΄ 16 (ὅλο παρενθετικό). ΙΙΙ. Ὁ μέγας Ἀρχιερεύς μας, ε΄ 1-η΄ 6 (ε΄ 11-στ΄ 12, παρενθετικό). IV. Ἡ νέα Διαθήκη καί τά ἐπουράνια Ἅγια, η΄ 7 – ι΄ 39 (ι΄ 26 – 39 παρενθετικό ). V. Ἡ ἀνωτερότητα τῆς ὁδοῦ τῆς πίστεως ια΄ 1 - 40. VI. Ἡ λατρεία καί ἡ πνευματική ζωή τοῦ πιστοῦ ὡς ἱερέως, ιβ΄ 1 – ιγ΄ 25 ( ιβ΄ 3 - 17, παρενθετικό).

ΚΑΘΟΛΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ

20) ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΑΚΩΒΟΥ

Συγγραφέας : Ὁ Ἰάκωβος, ὁ ἐπικαλούμενος καί «δίκαιος» καί ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται ἀπό τόν Παῦλο μαζί μέ τόν Κηφᾶ καί τόν Ἰωάννη ὡς      «στύλοι στήν ἐκκλησία τῆς Ἱερουσαλήμ» (Γαλάτας β΄ 9). Φαίνεται ὅτι ὁ Ἰάκωβος ὑπῆρξε, σάν ἕνας θρησκευτικός ἄνθρωπος πού ἦταν, αὐστηρός τηρητής τοῦ νόμου (Πράξεις κα΄ 18-24).

Χρονολογία: Ἡ παράδοση τοποθετεῖ τόν μαρτυρικό θάνατο τοῦ Ἰακώβου στό 62 μ.Χ., ἀλλά ἡ ἐπιστολή του δέν δείχνει κανένα ἴχνος ἀπό τίς πλατύτερες ἀποκάλυψεις ἀναφορικά μέ τήν ἐκκλησία καί τίς ξεχωριστές διδασκαλίες περί χάριτος πού ἔκανε ὁ ἀπόστολος Παῦλος, οὔτε ἀκόμα τίποτε ἀπό τίς συζητήσεις ἀναφορικά μέ τή σχέση τῶν ἐξ εἰδολωλατρῶν πιστῶν μέ τό νόμο τοῦ Μωϋσέως, πού ἔλαβαν χώρα στήν πρώτη σύνοδο (Πράξεις ιε΄) κατά τήν ὁποία ἐξέχουσα θέση εἶχε ὁ Ἰάκωβος. Τά ὡς ἄνω μᾶς ὁδηγοῦν στό συμπέρασμα‚ ὅτι ἡ ἐπιστολή γράφτηκε πολύ νωρίς. Ἀδίστακτα μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ἡ ἐπιστολή τοῦ Ἰακώβου εἶναι ἴσως « Ἡ πρώτη ἐπιστολή πρός τούς χριστιανούς».

Θέμα : Ἡ φράση « τάς δώδεκα φυλάς τάς διεσπαρμένας», δέν ἐννοεῖ τούς Ἑβραίους, ἀλλά τούς ἐξ Ἰουδαίων Χριστιανούς τῆς Διασπορᾶς. Ἡ Ἐκκλησία ἄρχισε μέ τέτοιους (Πράξεις β΄ 5- 11) καί ὁ Ἰάκωβος πού φαίνεται δέν εἶχε ἐγκαταλείψει τήν Ἱερουσαλήμ, θά ἔνοιωσε μιά ἰδιαίτερη ποιμαντορική εὐθύνη γι’ αὐτά τά διασκορπισμένα πρόβατα. Αὐτοί ἀκόμα ἐσύχναζαν στίς συναγωγές ἤ μέ αὐτό τό ὄνομα ἀποκαλοῦσαν τίς συναθροίσεις τῶν (Ἰακώβου β΄ 2). Γίνεται δέ φανερό ἀπό τό Ἰακώβου β΄ 1 - 8 ὅτι αὐτοί ἀκόμα χρησιμοποιοῦσαν τά δικαστήρια τῆς Συναγωγῆς γιά τήν ἐκδίκαση τῶν ζητημάτων πού ἀνεφύοντο μεταξύ τους. Ἡ σκέψη, ὅτι ὁ Ἰάκωβος β΄ 14 - 26 εἶναι μιά πολεμική κατά τῶν διδασκαλιῶν τοῦ Παύλου περί δικαιώσεως, δέν εὐσταθεῖ. Διότι οὔτε ἡ πρός Γαλάτας, οὔτε ἡ πρός Ρωμαίους εἶχε ἀκόμα γραφτεῖ. Τό θέμα, λοιπόν, τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Ἰακώβου εἶναι «Θρησκεία» (ἡ ἐξωτερίκευση τῆς θρησκευτικότητος σέ ὑπηρεσία) ὡς ἔκφραση καί ἀπόδειξη τῆς πίστεως. Δέν διδάσκει ὅτι τά ἔργα εἶναι ἐναντίον τῆς πίστεως, ἀλλά ὅτι ἡ ἀληθινή πίστη παράγει τά ἔργα.

Ὑπάρχουν πέντε ὑποδιαιρέσεις τῆς ἐπιστολῆς: Ι. Ἡ δοκιμή τῆς πίστεως, α΄ 1-β΄ 26. ΙΙ. Ἡ πραγματικότητα τῆς πίστεως δοκιμαζομένη ἀπό τή γλῶσσα, γ΄ 1-18. ΙΙΙ. Ἡ ἐπίπληξη τῆς κοσμικότητας, δ΄ 1-17. IV. Οἱ πλούσιοι προειδοποιοῦνται, ε΄ 1-6. V. Προτροπές, ε΄ 7-20.

21) ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ Α΄

Συγγραφέας : Ὁ ἀπόστολος Πέτρος (α΄ 1).

Χρονολογία: Πιθανῶς τό 60 μ.Χ.

Τό ἐάν ἡ «Βαβυλών» ἀναφέρεται στήν παλαιότερη πόλη ἐπί τοῦ Εὐφράτου ἤ στή Ρώμη, δέν μπορεῖ μέ βεβαιότητα νά βγεῖ ἀπό τό ε΄ 13.  

Θέμα: Παρ’ ὅλο πού ὁ Πέτρος ἀναμφίβολα εἶχε ὑπ’ ὄψη τούς διεσπαρμένους Ἰουαίους πιστούς, ἐν τούτοις ἡ ἐπιστολή του συμπεριλαμβάνει καί τούς ἐξ ἐθνῶν πιστούς ἐπίσης (Α΄ Πέτρου. β΄ 10). Ἡ παροῦσα ἐπιστολή γραφεῖσα ἀπό κάποια Ἐκκλησία ἐπί εἰδωλολατρικοῦ ἐδάφους (ε΄ 13), ἀναφέρει ὅλες τίς θεμελιώδεις ἀλήθειες τῆς χριστιανικῆς πίστεως, δίνοντας περισσότερη ἔμφαση στόν ἐξιλασμό. Τό χαρακτηριστικό ἄγγελμα τῆς Α΄ Πέτρου εἶναι ἡ προετσιμασία γιά τή νίκη κατά τίς θλίψεις.

Ἡ ἐπιστολή χωρίζεται σέ τρία μέρη:

Ι. Τά παθήματα καί ἡ χριστιανική ζωή, ὑπό τό φῶς τῆς πλήρους σωτηρίας, α΄ 1 – β΄ 8. ΙΙ. Ἡ ζωή τοῦ πιστοῦ ἐν ὄψει τῆς ἑπταπλῆς θέσεώς του καί τῶν παθημάτων τό Χριστοῦ ὡς ἀντικαταστάτου μας, β΄ 9 – δ΄ 19. ΙΙΙ. Ἡ χριστιανική ὑπηρεοία ὑπό τό φῶς τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ἀρχιποιμένος, ε΄ 1 - 14.

22) ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΕΤΡΟΥ Β΄

Συγγραφέας : Ὁ ἀπόστολος Πέτρος (α΄ 1).

Χρονολογία: Πιθανῶς τό 66 μ.Χ.

Θέμα: Ἡ Β΄ Πέτρου καί ἡ Β πρός Τιμόθεο ἔχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικ. Καί στίς δύο, οἱ συγγραφεῖς προαισθάνονται ὅτι ὁ μαρτυρικός τους θάνατος πλησιάζε (Β΄ Τιμόθεον δ΄ 6, Β΄ Πέτρου α΄ 14 μέ Ἰωάννου κα΄ 18, 19). Καί τίς δύο ἐπιστολές χαρακτηρίζει ἡ εἰρήνη καί ἡ χαρά. Ἐπίσης καί οἱ δύο προβλέπουν τήν ἀποστασία μέσα στήν ἱστορία τῆς κατ’ ὄνομα ἐκκλησίας. Ὁ Παῦλος μᾶς δίνει τήν ἀποστασία στό τελευταῖο τῆς στάδιο, ὅταν ὅλο τό πλῆθος ἔχει πιά μολυνθῆ (Β΄ Τιμόθεον γ΄ 1 - 5, δ΄ 3, 4), ὁ δέ Πέτρος μᾶς δίνει τήν ἀρχή τῆς ἀποστασίας, πού εἶναι οἱ ψευτοδιδάσκαλοι (Β΄ Πετρου β΄ 1-3, 15 - 19). Στήν Πέτρου, οἱ ψευτοδιδάσκαλοι ἀρνοῦνται τήν ἀλήθεια τῆς λυτρώσεως (β΄ 1), θά βροῦμε στήν πρώτη ἐπιστολή τοῦ Ἰωάννου, μια ἀκόμη βαθύτερη ἄρνηση τῆς ἀλήθειας ἀναφορικά μέ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ (Α΄  Ἰωάννου δ΄ 1-5). Στήν Ἰούδα, φαίνονται ὅλες οἱ φάσεις τῆς ἀποστασίας. Σέ καμιά ὅμως ἀπό τίς ἐπιστολές αὐτές, δέν ὑπάρχει ὁ τόνος τῆς ἀπελπισίας καί τῆς ἀποθαρρύνσεως. Ὁ Θεός καί οἱ ὑποσχέσεις Του, ἐξακολουθοῦν νά εἶναι πηγή ζωῆς καί δυνάμεως γιά τόν πιστό.

Ἡ ἐπιστολή χωρίζεται σέ τέσσερα μέρη:

Ι. Οἱ μεγάλες χριστιανικές ἀρετές, α΄ 1 - 14. ΙΙ. Ἡ μεγάλη ἀξία τῶν Γραφῶν, α΄ 15 - 21. ΙΙΙ. Προειδοποιήσεις ἀναφορικά μέ ἀποστάτας διδασκάλους, δ΄ 1 - 22. IV. Ἡ δευτέρα Ἔλευσις τοῦ Χριστοῦ καί ἡ Ἡμέρα τοῦ Κυρίου, γ΄ 1 - 18.

23) ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ Α΄

Συγγραφέας: Ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης, ὅπως ἡ συνεχής παράδοση βεβαιώνει καί καθώς τά ἐσωτερικά στοιχεῖα καί ἡ σύγκριση μέ τό Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννου, ἀποδεικνύουν.

Χρονολογία: Πιθανῶς τό 90 μ.Χ.

Θέμα : Ἡ πρώτη ἐπιστολή τοῦ Ἰωάννου εἶναι ἕνα οἰκογενειακό γράμμα, θά ἔλεγε κανείς, ἀπό τόν Πατέρα πρός τά «παιδιά» Του, τά ὁποῖα εἶναι στόν κόσμο. Μέ τήν ἐξαίρεση ἴσως τοῦ «Ἄσματος τῶν Ἀσμάτων», ἡ πρώτη Ἰωάννου εἶναι τό πιό οἰκεῖο γραπτό τῶν θείων Γραφῶν. Ὁ κόσμος θεωρεῖται σάν κάτι πού εἶναι ἔξω. Ἡ ἁμαρτία τοῦ πιστοῦ περιγράφεται σάν ἕνα παράπτωμα παιδιοῦ ἀπέναντι τοῦ πατέρα του καί ἀντιμετωπίζεται σάν ἕνα οἰκογενειακό ζήτημα (α΄ 9, β 1). Ἡ ἠθική διακυβέρνηση τοῦ σύμπαντος δέν συζητεῖται. Ἡ ἁμαρτία τοῦ παιδιοῦ σάν ἕνα παράπτωμα ἐναντιόν τοῦ νόμου ἔχει τακτοποιηθῆ στό σταυρό καί «ὁ Ἰησοῦς Χριστός ὁ δίκαιος» εἶναι τώρα «ὁ παράκλητός του πρός τόν Πατέρα».

Τό Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννου ὁδηγεῖ στό κατῶφλι τοῦ σπιτιοῦ τοῦ ΙΙατέρα, ἡ πρώτη του ἐπιστολή ὅμως μᾶς κάνει νά νοιώθουμε μέσα στό σπίτι. Μιά δέ πολύ τρυφερή λέξις χρησιμοποιεῖται γιά τά παιδιά, ἡ λέξις «τεκνία», πού σημαίνει ἐκείνους πού ἔχουν γεννηθεῖ ἀπό τόν Πατέρα ὄχι ἁπλῶς υἱοθετηθεῖ. Ὁ Παῦλος καταπιάνεται μέ τή θέση μας δημοσίᾳ ὡς υἱούς, ὁ Ἰωάννης μέ τή στενή σχέση μας ὡς γεννηθέντες ἀπό τόν Πατέρα.

Ἡ πρώτη πιστολή τοῦ Ἰωάννου χωρίζεται σέ δύο κύρια μέρη: Ι. Ἡ οἰκογένεια μαζί μέ τόν Πατέρα, α΄ 1 – γ΄ 24. ΙΙ. Ἡ οἰκογένεια καί ὁ κόσμος, δ΄1- ε΄ 21. Ὑπάρχει καί μιά δεύτερη ἀνάλυση πού στό κάθε μέρος της ἀναφέρεται ἡ ἔκφραση, «τεκνία μου», εἶναι δέ ἡ ἀκόλουθη: (Ι). Εἰσαγωγικά, ἡ ἐνσάρκωση, α΄ 1, 2. (ΙΙ). Τά παιδιά καί ἡ ἐπικοινωνία, α΄ 3 – β΄ 14. (ΙΙΙ). Τά παιδιά καί ὁ κοινωνικός καί «θρησκευτικός» κόσμος, β΄ 15 - 28. (IV). Πῶς τά παιδιά, μποροῦν νά γνωρίζουν τό ἕνα - τό ἄλλο, β΄ 29 – γ΄ 10. (V). Πῶς τά παιδιά, πρέπει νά ζοῦν μαζί, γ΄ 11 - 24. (VI). Παρενθετικῶς: Πῶς τά παιδιά, μποοῦν νά γνωρίζουν τούς ψευδοδιδασκάλους, δ΄ 1-6. (VII). Tά παιδιά βεβαιώνονται καί προειδοποιοῦνται, δ΄ 7 – ε΄ 21.

24) ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ Β΄

Συγγραφέας: Ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης.

Χρονολογία: Πιθανῶς τό 90 μ.Χ.

Θέμα: Ἡ δεύτερη ἐπιστολή τοῦ Ἰωάννου δίνει τά βασικά στοιχεῖα τοῦ ἀτομικοῦ περπατήματος τοῦ πιστοῦ σέ ἡμέρες πού «πολλοί πλάνοι εἰσῆλθον εἰς τόν κόμον» (ἐδάφιο 7). Ἡ λέξις - κλειδί εἶναι «·ἡ ἀλήθεια», διά τῆς ὁποίας ὁ Ἰωάννης ἐννοεῖ τήν καθόλου ἀποκαλυφθεῖσα ἀλήθεια -τίς Γραφές. Ἡ Βίβλος, ὡς μόνη αὐθεντία, τόσο σέ διδασκαλία ὅσο καί σέ ζωή, εἶναι ὁ καταστατικός χάρτης τοῦ πιστοῦ, σέ χρόνους διαφθορᾶς καί ἀποστασίας.

Ἡ ἐπιστολή χωρίζεται σέ τρία μέρη:

Ι. Τό μονοπάτι τῆς ἀλήθειας καί τῆς ἀγάπης, ἐδάφιο 1- 6. ΙΙ. Ὁ κίνδυνος τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπό τίς Γραφές, ἐδάφιο 7 - 11.

ΙΙΙ. Ἐπίλογος, ἐδάφιο 12, 13.

25) ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΟΥ Γ΄

Συγγραφέας: Ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης.

Χρονολογία: Πιθανῶς περί τό 90 μ.Χ.

Θέμα : Ὁ γέρων Ἀπόστολος ἔγραφε σέ μιά Ἐκκλησία ἡ ὁποία ἐπέτρεπε σέ κάποιον Διοτρεφῆ, νά ἀσκεῖ μιά τέτοια ἐξουσία, ἡ ὁποία ἦταν τόσο κοινή στούς ἑπομένους αἰῶνες καθ’ ὁλοκληρία καινούργια γιά τίς Ἐκκλησίες τοῦ πρώτου αἰῶνος. Ὁ Διοτρεφής εἶχε ἀπορρίψει τίς ἀποστολικές ἐπιστολές καί τήν ἀποστολική ἐξουσία. Φαίνεται δέ ἐπίσης ὅτι εἶχε ἀρνηθεῖ τήν ὑπηρεσία ἐπισκεπτομένων ἀδελφῶν (ἐδάφιο 10) καί ἐξεδίωκε ἐκείνους πού τούς ὑποδέχονταν.

Ἱστορικῶς, αὐτή ἡ ἐπιστολή σημειώνει τήν ἀρχή τοῦ σφετερισμοῦ ἐπί τῶν Ἐκκλησιῶν ἀπό τό ἱερατεῖο, πρᾶγμα πού ἦταν ἐντελῶς ἄγνωστο ἀπό τήν Ἐκκλησία τοῦ πρώτου αἰῶνος καί πού σιγά-σιγά ὅπου τό πνεῦμα αὐτό ἐπικρατοῦσε ἐξαφάνιζε τή σειρά καί τήν τάξη τῶν πρώτων Ἐκκλησιῶν. Αὐτή ἡ ἐπιστολή ἀποκαλύπτει ἐπίσης τήν πηγή ἀπ’ ὅπου ὁ πιστός μπορεῖ νά ἀντλεῖ δύναμη σέ μία τέτοια κατάσταση. Ὁ Ἰωάννης δέν γράφει πιά σάν ἀπόστολος, ἀλλά σάν πρεσβύτερος καί ὄχι στήν Ἐκκλησία αὐτή καθ’ ἑαυτήν, ἀλλά σέ ἕνα πιστό ἄνθρωπο μέσα στήν Ἐκκλησία γιά νά παρηγορήσει καί νά ἐνθαρρύνει ἐκείνους πού παραμένουν σταθεροί στήν ἁπλότητα τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Ἐκ δευτέρου ὁ Ἰωάννης περιγράφει τή στάση πού πρέπει νά κρατήσει ὁ Χριστιανός στίς μέρες τῆς ἀποστασίας καί τρίτον ἀναφέρει τήν προσωπική εὐθύνη πού ὁ πιστός, σάν μέλος μιᾶς τοπικῆς ἐκκλησίας, ἔχει στίς ἡμέρες τῆς ἀποστασίας. Ἡ λέξις - κλειδί εἶναι «ἀλήθεια» (ἰδέ εἰσαγωγή στήν Β΄ Ἰωάννου).

Ἡ ἐπιστολή αὐτή χωρίζεται σέ τρία μέρη: Ι. Προσωπικός χαιρετισμός, ἐδάφιο 1 - 4. ΙΙ. Ὁδηγίες ἀναφορικά μέ ὑπηρετοῦντας εἰς τό ἔργον ἀδελφούς, ἐδάφιο 5 - 8. ΙΙΙ. Ὁ ἀποστάτης προϊστάμενος καί ὁ πιστός Δημήτριος, ἐδάφιο 9 - 14.

26)ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΟΥΔΑ

Συγγραφέας: Ὁ Ἰούδας, ἀδελφός τοῦ Ἰακώβου (α΄ 1).

Χρονολογία: Πιθανῶς τό 66 μ.Χ.

Θέμα : Δέν εἶναι τόσο ὁ Ἰούδας πού ὁμιλεῖ, ὅσο τό «ἀναγκάζον» Πνεῦμα (ἐδάφιο 3) καί τό θέμα εἶναι «ἀγωνίζεσθε διά τήν πίστιν» (παράβαλε Λουκᾶ ιη΄, 8). Στή σύντομη αὐτή ἐπιστολή προλέγεται ἡ ἀποστασία (Θεσσαλονικεῖς Β΄, β΄ 3) τῆς κατ’ ὄνομα Ἐκκλησίας καί περιγράφεται ἡ αἰτία της, καθώς καί ἡ πορεία της. Ὅπως καί στή Β΄ πρός Τιμόθεον καί Β΄ Πέτρου, ἡ ἀντιμετώπιση τῆς ἀποστασίας γίνεται σάν νά ἔχει ἤδη ἐκδηλωθεῖ.

Ἡ ἐπιστολή διαιρεῖται σέ πέντε μέρη:

Ι. Εἰσαγωγή - ἐδάφιο 1, 2. ΙΙ. Ἀφορμή τῆς ἐπιστολῆς - ἐδάφιο 3, 4. ΙΙΙ. Ἡ ἀποστασία εἶναι δυνατή - ἐδάφιο 5-7. IV. Ἀποστάται διδάσκαλοι περιγράφονται - ἐδάφιο 8 - 19. V. Οἱ ἅγιοι βεβαιώνονται καί παρηγοροῦνται - ἐδάφιο 20 - 25.

ΠΡΟΦΗΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ

27) ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΙΩΑΝΝΟΥ

Συγγραφέας : Ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης (α΄ 1).

Χρονολογία 96 μ. Χ.

Θέμα : Τό θέμα τῆς ἀποκαλύψεως εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός παρουσιαζόμενος ἀπό τρεῖς πλευρές: (1) Ἀπό πλευρᾶς χρόνου: « Ὁ Ὦν, καί ὁ Ἦν, καί ὁ Ἐρχόμενος (α΄ 4). (2) Ἀπό πλευρᾶς σχέσεώς Του -μέ τίς Ἐκκλησίες (α΄ 9-γ΄  22), μέ τή Θλίψη (δ΄ 1-ιθ΄ 21), μέ τή Βασιλεία (κ΄ 1-κβ΄ 21). (3) Ἀπό πλευρᾶς ἀξιωμάτων Του — Ἀρχιερεύς (η΄ 3 - 6), Νυμφίος (ιθ΄ 7 - 9), Βασιλεύς - Κριτής (κ΄ 1-15).

Ἐνῶ ὅμως ὁ Χριστός κατ’ αὐτό τόν τρόπο εἶναι τό κεντρικό θέμα τοῦ βιβλίου, ὡστόσο ὅλα τά γεγονότα κινοῦνται πρός μία κατεύθυνση, νά φέρουν τήν ὑποσχεμένη βασιλεία. Ἡ φράση - κλειδί, εἶναι ἡ προφητική διακήρυξη τῶν «φωνῶν μεγάλων ἐν τῷ οὐρανῷ» (ια΄ 15), δηλ. « ἡ ἐπί τῆς Γῆς βασιλεία τοῦ Κυρίου ἡμῶν καί τοῦ Χριστοῦ Αὐτοῦ ἦλθε. Τό βιβλίο εἶναι συνεπῶς εἶναι μιά προφητεία (α΄ 3).

Οἱ τρεῖς μεγάλες διαιρέσεις τῆς Ἀποκαλύψεως, θά πρέπει σαφῶς νά διατηρηθοῦν, ἄν θέλουμε ἡ ἑρμηνεία της νά εἶναι ὀρθή καί νά ἔχει συνοχή. Ὁ Ἰωάννης πῆρε τήν ἐντολή νά «γράψη» ἐν σχέσει μέ τρεῖς τάξεις «πραγμάτων» — «ὅσα» (α΄ 19)

Ι. Πράγματα παρόντα, πού ἀνήκουν στό παρελθόν, «ὅσα εἶδες» δηλ. τήν ὅραση τῆς Πάτμου, α΄ 1-20.

ΙΙ. Πράγματα παρόντα, «ὅσα εἶναι» δηλ. πράγματα πού τότε ὑπῆρχαν — Προφανῶς στίς Ἐκκλησίες. Ὁ ναός εἶχε καταστραφεῖ, οἱ Ἐβραῖοι εἶχαν διασπαρεῖ, ἡ μαρτυρία τοῦ Θεοῦ εἶχε ἐμπιστευθεῖ στίς Ἐκκλησίες (Α΄ Τιμόθεον γ΄ 15). Κατ’ ἀκολουθίαν ἔχουμε ἑπτά ἀγγέλματα ἀποστελλόμενα σέ ἑπτά ἀντιπροσωπευτικές Ἐκκλησίες, β΄ 1 – γ΄ 22. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι  ἡ Ἐκκλησία δέν ἀναφέρεται στά κεφάλαια ε΄ -ιη΄.

ΙΙΙ. Πράγματα τό μέλλοντος, «ὅσα μέλλουσι νά γείνωσι μετά ταῦτα » « ὕστερα ἀπό αὐτά δηλ. ἀφοῦ κλείσει ἡ περίοδος τῆς Ἐκκλησίας, δ΄ 1 – κβ΄ 21. Ἡ τρίτη μεγάλη διαίρεσις, χωρίζεται σέ μιά σειρά ἀπό ἕξη ἑπτάδες, μέ πέντε ἐνδιαμέσως παρενθετικές περικοπές, πού μαζί μέ τήν διαίρεση τῆς Ἐκκλησίας, μᾶς κάνει ἑπτά ἑπτάδες. Οἱ ἕξη ἑπτάδες εἶναι : 1. Οἱ ἑπτά σφραγίδες, δ΄ 1 – η΄ 1. 2. Οἱ ἑπτά σάλπιγγες, η΄ 2 – ια΄ 19. 3. Οἱ ἑπτά προσωποποιήσεις, ιβ΄ 1 – ιδ΄ 20. 4. Οἱ ἑπτά φιάλες, ιε΄ 1 – ιστ΄ 21. 5. Οἱ ἑπτά καταδίκες - κρίσεις ιζ΄ 1 – κ΄ 15. 6. Τά ἑπτά νέα πράγματα, κα΄ 1 – κβ΄ 21.

Οἱ παρενθετικές περικοπές εἶναι : (Ι) Τό ὑπόλοιπόν τοῦ λαοῦ Ἰσραήλ καί οἱ ἅγιοι τῆς θλίψεως, γ΄ 1-17. (ΙΙ) Ὁ ἄγγελος, τό βιβλιάριον, οἱ δύο μάρτυρες ι΄ 1 – ια΄ 14. (ΙΙΙ) Τό Ἀρνίον, τό ὑπόλοιππν τοῦ λαοῦ Ἰσραήλ, τό αἰώνιον εὐαγγέλιο, ιδ΄ 1-13. (ΙV) Ἡ σύναξη τῶν βασιλέων στόν Ἀρμαγεδδῶνα, ιστ΄ 13 - 16.

(V) Τά τέσσαρα ἀλληλούϊα στόν οὐρανό, ιθ΄ 1 - 6. Αὐτές οἱ περικοπές δέν εἶναι συνέχεια τῆς προφητικῆς διηγήσεως, ἄλλα βλέποντας ἄλλοτε πίσω καί ἄλλοτε μπροστά, συγκεφαλαιώνουν τά πραγματοποιηθέντα ἀποτελέσματα ἤ μιλοῦν γιά ἀποτελέσματα πού θά ἔρθουν σάν νά ἔχουν ἤδη γίνει. Στό ιδ΄ 1, ἐπί παραδείγματι, τό Ἀρνίον καί τό ὑπόλοιπον τό λαοῦ Ἰσραήλ, φαίνονται προφητικά πάνω στό ὄρος Σιών, ἄν καί δέν βρίσκονται στήν πραγματικότητα ἀκόμα ἐκεῖ, κ΄ 4 - 6.

Τό τέλος τῆς περιόδου τῆς Ἐκκλησίας (β΄-γ΄), ἀφήνεται ἀπροσδιόριστο. Θά τελειώσει διά τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ Α΄ Θεσσαλονικεῖς δ΄ 14-17. Τά κεφάλαια δ΄ - ιθ΄ πιστεύεται ὅτι συμπίπτουν χρονολογικῶς μέ τήν ἕβδομη ἑδομάδα τοῦ προφήτου Δανιήλ, (Δανιήλ θ΄ 24). Ἡ μεγάλη θλίψις ἀρχίζει στό μέσον τῆς «ἑβδομάδος καί συνεχίζεται μέ τρία καί ἥμισυ ἔτη (Ἀποκαλύψεως  ια΄ 3 – ιθ΄ 21). Ἡ θλίψις τερματίζεται διά τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Κυρίου καί τῆς μάχης τοῦ Ἀρμαγεδδῶνος, (Ματθαίου κδ΄ 29, 30, Ἀποκαλύψεως ιθ΄ 11-21). Ἀκολουθεῖ δέ ἡ Βασιλεία (Ἀποκαλύψεως κ΄ 4, 5), κατόπιν δέ αὐτῆς ὁ «ὁλίγος καιρός (Ἀποκαλύψεως κ΄ 7 - 15), καί ὕστερα ἡ αἰωνιότης.

Οἱ ἑρμηνευτές τῆς Ἀποκαλύψεως θά πρέπει νά ἔχουν ὑπ’ ὄψη τους δύο σπουδαῖες περικοπές : Α΄ Πέτρου α΄ 12, Β΄ Πέτρου α΄ 20, 21. Ἀναμφίβολα πολλά τά ὁποῖα σέ μᾶς εἶναι ἀπροσδιόριστα καί σκοτεινά θά εἶναι καθαρά καί εὐκατάληπτα σέ ἐκείνους γιά τούς ὁποίους ἐγράφησαν, καθώς ὁ χρόνος τῆς ἐκπληρώσεως των θά προσεγγίζει.

20181205 165004

Ιερά Μητρόπολη

Καισαριανής Βύρωνος & Υμηττού

Φορμίωνος 83

16121, Καισαριανή

Τηλ. : 210 7224123 - 210 7237133

Fax : 210 7223584

email :info@imkby.gr

ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

images