Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2019

Σωφρονίου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων

 Ἐγκώμιον 

εἰς τόν ἅγιον Ἰωάννην τόν Πρόδρομον

(Μετάφραση ἀπό τό βιβλίο «Θεϊκό Λυχνάρι, ὁ Τίμιος Πρόδρομος, πέντε ἐγκωμιαστικοί λόγοι στόν Τίμιο Πρόδρομο» ἐκδ. Ἑτοιμασία,

Ἱ.Μ. Τιμίου Προδρόμου Καρέα, Καρέας 1990, σσ.263-353  )

 

α’ .—Δός μας, Τίμιε Πρόδρομε, φωνή σύ πού   ὑπῆρξες ἡ  φωνή τοῦ Λόγου. Δός μας τήν αὐγή ἐσύ πού   εἶσαι τό λυχνάρι τοῦ θεῖκοῦ φωτός. Βάλε σήμερα τά λόγια μας σέ σωστό δρόμο, ἐσύ πού   ὑπῆρξες ὁ Πρόδρομος τοῦ Θεοῦ Λόγου, ὥστε νά εὐφρανθοῦμε μέ τό νά ἐγκωμιάσουμε ὅσα θαυμαστά ἀναφέρονται στό πρόσωπό σου. Γιατί ἔχουμε τήν προθυμία νά σέ ἐπαινέσουμε, Βαπτιστή τοῦ Χριστοῦ, πιό πολύ ἀπ’ ὅλους ἐκείνους πού   μέχρι σήμερα τό προσπαθήσανε, ἐκπληρώνοντας ἔτσι ἱερή ὑποχρέωση πού   μᾶς ἄφησαν οἱ πατέρες μας. Καί καταφεύγουμε πάλι σέ σένα, πού   χαίρεσαι νά χαρίζεις τά δῶρα σου σέ μᾶς καί σοῦ ζητᾶμε νά μᾶς χαρίσεις ἐγκωμιαστικά λόγια, ἄξια γιά τό πρόσωπό σου. Γιατί δέν ἔχουμε ἀπό μόνοι μας μιά τέτοια ἱκανότητα, ἄν καί ἔχουμε τόσο πολύ εὐφρανθεῖ καί ἐνισχυθεῖ μέ ὅσα  πνευματικά μας χάρισαν οἱ προγονοί σου. Καί δέν θέλουμε νά σέ ἐγκωμιάσουμε μέ τά δικά μας λόγια, ἐπειδή τά λόγιά μας δέν ἔχουν μεγαλοπρέπεια καί τιμή. Καί ἔτσι θά φανοῦμε ὑβριστές σου καί ὄχι εὐχάριστοι ἐγκωμιαστές σου, σέ ὅλους αὐτούς πού   ἀγνοοῦν πόσο φτωχή εἶναι ἡ  ρητορική μας δύναμη καί ἔχουν τήν ἀπαίτηση τό ἐγκώμιό μας νά εἶναι ἀνάλογο μέ τό ἀνάστημα καί τήν ἄξια αὐτοῦ πού   θέλουμε νά τιμήσουμε.

Αὐτοί δέν ἀρκοῦνται μόνο στήν καλή πρόθεση τοῦ ἐγκωμιαστή, ὅταν  αὐτός δέ φλέγεται ἀπό τόν πόθο καί τήν ἀγάπη πρός τό πρόσωπο πού   ἐγκωμιάζει καί ἔτσι ἀναγκάζεται νά καταπιαστεῖ μ’ αὐτό πού   ξεπερνάει τίς  δυνάμεις του.

Καί εἶναι γεγονός ὅτι ὅσοι  θά θελήσουν νά σέ στεφανώσουν μέ τά ἐγκώμιά τους, ἀσφαλῶς θά πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό ἀπό τήν ἀξία σου. Αὐτό θά μποροῦσε νά τό ὁμολογήσει χωρίς κανένα δισταγμό ὁ καθένας, ἐκτός ἄν ἔχει χάσει τά λογικά του καί ἄν ἔχει βγεῖ ἔξω ἀπό τά ὅρια  τῆς ὁμαλῆς λειτουργίας τῆς συνειδήσεώς του. Τί θά ἔπρεπε λοιπόν νά κάνω ἐγώ, ἀφοῦ κάθε ὥρα καί στιγμή τῆς ζωῆς μου, σέ χίλιες τόσες δωρεές σου μέ ποτίζουν σάν δέντρο πού   φύτρωσε πλάι στό ποτάμι, δίνοντάς μου τή χαρά νά ἀπολαμβάνω τά ἀσταμάτητα νάματα τῆς χάριτος, πού   πηγάζει ἀπό τό ἅγιο πρόσωπό σου;

Λοιπόν νά σιγήσω καί νά μήν προσπαθήσω νά διακηρύξω τήν εὐγνωμοσύνη μου καί τό θαυμασμό μου, ἐπειδή ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νά μήν πετύχω ἕνα ἐγκώμιο, ἄξιο του προσώπου σου; Ἤ βάζοντας ὅση  δύναμη διαθέτω νά ἀποτολμήσω κάποια ἐγκώμια καί ἔτσι νά φανερώσω πόσο ἄσχετος εἶμαι μ’ αὐτά  τά πράγματα, ἀκόμα καί ἄν δέν καταφέρω μέ τά λόγιά μου νά φανερώσω τό μέγεθος τῆς ἀδυναμίας μου, πάλι ἐξαιτίας της μικρότητάς μου; Αὐτός βέβαια πού   θά μιλήσει μέ τέτοια πρόθεση ἴσως θά μποροῦσε νά γίνει παραδεκτός, γιατί τουλάχιστον θά ἀνήκει στή μερίδα αὐτῶν πού   καλλιεργοῦν τήν ἀρετή τῆς εὐγνωμοσύνης, ὅπως ἀκριβῶς καί ἔκεῖνος ὁ ἀλλοεθνής καί ἀλλόφυλος, ὁ ἕνας ἀπό τους δέκα λεπρούς πού   καθαρίστηκαν θαυματουργικά ἀπό τό Σωτήρα μας. Ἐκεῖνος ὅμως πού   θά σιωπήσει, πηγαίνει μέ τή μερίδα τῶν ἀχάριστων, γιατί δέν προσπαθεῖ μέ ὅλη  του τή δύναμη νά ἐγκωμιάσει τόν εὐεργέτη του, ὅπως ἐκεῖνοι σέ ἐννιά λεπροί, ἄν καί πῆραν ἀπό τό Χριστό τή θεραπεία τῆς ἀρρώστιάς τους, δέν τόν δόξασαν γιά τή δωρεά πού   δέχτηκαν.

β’. —. Λοιπόν καί ἐγώ δέν θά σιωπήσω, ἀλλά μέ ἱερό πόθο θά σέ ἐγκωμιάσω, ἄν καί ὅσα  θά πῶ θά εἶναι μικρά μπροστά στό μεγαλεῖο σου. Θά τό κάνω μόνο καί μόνο γιά νά μή δεχτῶ τό ψεγάδι τῶν ἐννέα ἀχάριστων λεπρῶν, ἀλλά νά πετύχω νά μοιραστῶ τόν ἔπαινο πού   ἀνήκει σ αὐτόν πού   χαρακτηρίστηκε εὐγνώμονας. Ἄφησε λοιπόν, βαπτιστή, τή βροντερή σου φωνή νά ἠχήσει στ’ ἀφτιά μας, ὅπως ἤχησε παλιά στήν ἔρημο. Γιατί μᾶς δέρνει ἡ  ἐρημιά τοῦ  λόγου καί τῆς φωνῆς, ἔστω καί ἄν βρισκόμαστε μπροστά στή ροδαυγή τῆς δόξας σου. Φτωχοί εἴμαστε καί δέν διαθέτουμε τίποτα ἀπό ὅσα  καί μέ ὅσα  μπορεῖ νά κάνει κανείς ἕνα ἐγκωμιαστικό στεφάνι γιά σένα. Ἄφησε λοιπόν τή φωνή σου νά βροντήσει μέσα μας ἀκόμη πιό δυνατά. Ἄν ἐσύ φωνάξεις, θά φωνάξουμε καί ἐμεῖς. Ἄν ἐσύ σιωπήσεις, θά ὑποχρεωθοῦμε καί ἐμεῖς νά σιωπήσουμε, ἔστω καί ἄν‚ ἔχουμε τήν προαίρεση νά μιλήσουμε μεγαλόφωνα. Καμιά σημασία δέν θά χει ἡ  δική μας φωνή, ἄν δέν πάρει δύναμη ἀπό τή δική σου τή θεϊκή φωνή. Ἡ φωνή μας δέν μπορεῖ νά φτάσει σέ κανένα μέρος τῆς γῆς, ἄν ἀπό τή δική σου μεγάλη φωνή δέν πάρει δύναμη καί καθαρότητα. Γι’ αὐτό, ὅλο καί πιό πολύ σοῦ ζητᾶμε νά συμμαχήσεις μαζί μας καί σέ παρακαλοῦμε νά ἐλευθερώσεις τή γλώσσα μας ἀπό τήν ἀδυναμία, πού   τήν κρατάει δεμένη, ὅπως καί τότε κατάργησες, μέ τή γέννησή σου, τή σιωπή τοῦ  πατέρα σου τοῦ Ζαχαρία. Καί σέ θερμοπαρακαλοῦμε νά μᾶς δώσεις φωνή τέτοια, πού   νά μπορεῖ νά ἀνταποκριθεῖ στά δικά σου ἐγκώμια, ὅπως ὅταν  γεννήθηκες ἔδωσες καί στόν πατέρα σου τό Ζαχαρία φωνή γιά νά φανερώσει σέ ὅλους  τό ὄνομά σου. Ἄν ἡ  γλώσσα τοῦ Ζαχαρία ἦταν δεσμευμένη μέχρι τότε πού   ὁ ἔρχομός σου στόν κόσμο τήν ἔλυσε καί τήν ἔβαλε σέ κίνηση ἡ  ὀνοματοδοσία σου, πῶς ἡ  δική μας γλώσσα θά κινηθεῖ πρός ἐγκωμιασμό σου, ἄν ἐσύ δέν τήν κινήσεις καί δέν τήν κατευθύνεις σ’ αὐτό τό σκοπό;

γ΄.-.Τώρα ὅμως πού   πρέπει νά ξεκινήσω τό οὐσιαστικό μέρος τῆς ὁμιλίας μου καί μέ θαμπώνουν τά τόσο πολλά καί θαυμαστά γεγονότα πού   ἀναφέρονται στό πρόσωπό σου, γίνεται πιό μεγάλη ἡ  ἀπορία καί μοῦ σφίγγει τήν καρδιά, γιατί μοῦ εἶναι δύσκολο νά ἀποφασίσω ἀπό ποῦ ν’ ἀρχίσω τή διήγησή μου. Νά μιλήσω πρῶτα γιά τή γέννησή σου, πού  , ὅπως μᾶς προανάγγειλε ὁ Γαβριήλ, θά γίνει ἀφορμή χαρᾶς σ’ ὅλο  τόν κόσμο; Νά πῶ, πῶς ἡ  προχωρημένη στά γηρατειά στεῖρα μάνα σου, ἔκρυβε τήν ἐγκυμοσύνη της; Νά φανερώσω τό σκίρτημα πού   ἔκανες μέσα στήν κοιλιά τῆς μάνας σου, πού   μέ αὐτό πρῶτος κήρυξες ὡς πραγματικό Θεό αὐτόν  πού   βρισκόταν στήν κοιλιά τῆς Παρθένου Μαρίας; Νά μιλήσω γιά τό πῶς ἡ  Θεοτόκος Μαρία θέλησε νά πληροφορηθεῖ γιά τόν τοκετό τῆς στείρας συγγένισσάς της; 110τι ἀνάλαβε νά κάνει τριήμερη πορεία γιά νά τήν ἐπισκεφτεΤ στό σπίτι της; Ὅτι ἔμεινε τρεῖς ὁλόκληρους μῆνες κοντά της γιά νά βοηθηθεῖ μέ τό νά παρακολουθήσει τά γεγονότα τῆς θαυμαστῆς σου γεννήσεως, νά ἀποδεχτεῖ τό ὅτι  θά γίνει ἡ  ἴδια ἡ  ἀπειρόγαμη μητέρα τοῦ ἕνος Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, δηλαδή μητέρα τοῦ  Θεοῦ  Λόγου, πού   πραγματικά μέ τή  δύναμη τοῦ  Ἁγίου Πνεύματος τόν συνέλαβε στήν κοιλιά της, χωρίς ἀνδρική συμμετοχή; Νά θυμηθῶ, πόσο παράδοξα σέ γαλακτοτρόφησε καί σέ θήλασε ὁ γερασμένος καί ξερός μαστός τῆς Ἐλισάβετ; Νά πῶ πόσο ἀδύνατο ἦταν στόν κόσμο νά σέ μιμηθεῖ στή φοβερή νηστεία πού   ἔκανες στήν ἔρημο καί πῶς ἔφυγες ἀπό τήν ἔρημο καί παρουσιάστηκες στόν Ἰσραηλιτικό λαό, ὁ τελευταῖος προφήτης τῆς Παλαιᾶς καί ὁ Πρῶτος τῆς Καινῆς Διαθήκης, γιά νά τούς κηρύξεις τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν καί νά τούς φανερώσεις τόν Ἰησοῦ Χριστό; Νά φέρω στή μνήμη μας τόν Ἰορδάνη ποταμό ὅπου καθάριζες τό λαό ἀπό τίς  ἁμαρτίες του καί ὅπου καθαρίστηκες ἀπό τό Χριστό, πού   σέ ἀξίωσε νά γίνεις λειτουργός καί ἱερουργός στή δίκη Τοῦ Βάπτιση; Νά παραθέσω ὅσα σοφά καί ἅγια νομοθέτησες μέ φιλανθρωπία πρός αὐτούς πού   σέ ρωτoῦσαν;  Νά σέ ἐπαινέσω γιατί μέ τόση ἐπιμονή καί σταθερότητα ἀπειλοῦσες αὐτούς πού   παρανομοῦσαν; Νά μιλήσω γιά τήν παρρησία πού   ἔδειξες μπροστά στούς ἄρχοντες καί βασιλιάδες, ὥστε νά τούς προξενεῖς κατάπληξη καί νά ἀναγκάσεις τόν Ἡρώδη τό βασιλιά νά τρομοκρατηθεῖ δίκαια, ἄν καί ἀργότερα τό ἐρωτικό του πάθος ἔδιωξε ἀπό τήν ψυχή του αὐτό τό φόβο; Νά τονίσω πόσο γενναῖος στάθηκες τήν ὥρα πού   σοῦ ‘παιρναν τό κεφάλι καί ἔτσι σέ ἔκαναν νά εἶσαι πραγματικός Πρόδρομος τοῦ  Σώτῆρος Χριστοῦ; Καί ἤσουν Πρόδρομος μέ δυό τρόπους. Ὄχι μόνο γιατί γεννήθηκες πρίν ἀπ’ αὐτόν  καί βάδισες πρίν ἀπ’ αὐτόν  πάνω στή γῆ, μά καί γιατί κατέβηκες στόν Ἅδη, πρίν ἀπό τό Χριστό καί τόν κήρυξες σ’ αὐτούς πού   περίμεναν τή Σωτηρία καί τή λύτρωση ἀπό τίς  ἁμαρτίες τους, πράγμα πού   τό ‘χες κάνει πιό μπροστά καί γι’ αὐτούς πού   ζοῦσαν μαζί σου πάνω στή γῆ.

δ’ .—.Μέ ποιό ἀπ’  ὅλα   αὐτά  τά θαυμάσιά σου νά καταπιαστῶ πρῶτα καί μέ ποιό ὕστερα; Γιατί τό καθένα ἀπ’  αὐτά  εἰλικρινά φαίνεται νά ἔχει τίς  ἴδιες ἀξιώσεις ὑπεροχῆς πρός τό ἄλλο καί νά προβάλλει δικαιωματικά τήν ἴδια ἀπαίτηση νά μπεῖ πρῶτο στή σειρά τοῦ  λόγου καί συγχρόνως νά ὅλοκληρώσει καί νά τελειώσει τό λόγο αὐτῆς τῆς ἐγκωμιαστικῆς ὁμιλίας μου. Τό καθένα ἀπ’   αὐτά  σάν νά θέλει νά ἐμποδίσει τή γλώσσα μου ν’ ἀσχοληθεῖ μέ κάποιο ἄλλο καί ν’ ἀρχίσει μέ κεῖνο τή διήγηση, μέ φόβο μήπως λησμονηθεῖ καί δέν φανερωθεῖ σ’ ὅλη  τήν τελειότητα καί πληρότητά του. Ἔτσι μοῦ φαίνεται ὅτι θά ἦταν καλά νά κρατήσουμε τή σειρά πού   μᾶς ἐπιβάλλει ἡ χρονική ἀλληλουχία τῶν γεγονότων καί ὅποιο ἀπ’   αὐτά  ἔχει πρώτη θέση μέσα στήν ἱστορία νά πάρει καί τήν πρώτη θέση μέσα στήν ὁμιλία μας. Μ’ αὐτόν τόν τρόπο τό καθένα θά πάρει τή σειρά πού   τοῦ  πρέπει καί ἡ  ἐξιστόρηση τοῦ  κάθε γεγονότος θά γίνει σύντομη καί ὅπως πρέπει καί δέν θά δημιουργηθεῖ ἱστορική σύγχυση μέ τή χρονική ἀταξία τῆς ἀναφορᾶς τῶν γεγονότων. Τηρώντας αὐτή τή χρονική σειρά μοιάζω σάν νά ἔπαινω ἐκεῖνον τό Λάβαν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πού   μέ δολιότητα προσπάθησε νά κατοχυρώσει τή μεγαλύτερη κόρη του ἔναντι τῆς μικρότερης καί δέν δέχτηκε νά παντρέψει τή μικρή πρίν ἀπό τή μεγάλη, ἄν καί ἐκεῖνος πού   θά τίς  ἔπαιρνε προτιμοῦσε καί ποθοῦσε τή μικρή, ὄχι μόνο γιά τή σωματική, ἀλλά καί γιά τήν ψυχική ὀμορφιά της (Γεν. 29, 15-3Ο).

Ἄς ξαναγυρίσουμε ὅμως στήν ἀρχή της ὁμιλίας μας καί ἄς μιλήσουμε γιά τή θαυμαστή σύλληψη τοῦ  Τιμίου Προδρόμου, ἀφοῦ θά μποροῦσε νά εἶναι αὐτή ἡ  ἀρχή τῆς ὅλης διηγήσεως καί νά βάλει σέ σειρά ὅσα  προκεῖται πανηγυρικά νά ἀναφέρουμε, ἔτσι ὅπως θά εὐδοκήσει νά μᾶς χαρίσει τή δύναμη τοῦ  λόγου αὐτός  πού   σήμερα ἐγκωμιάζεται. Ἀλλά δέν θά ἦταν ἀσύμφορο νά ἀρχίσουμε τήν ὁμιλία μας ἀπό γεγονότα πού   προηγοῦνται. Ἔτσι θά δείχναμε ὅτι καί πρίν ἀπό τή σύλληψή του, αὐτός  φανερώθηκε πώς θά γίνει μέγας καί τρανός καί πώς θά ὑπηρετήσει τήν προσδοκία τῶν ἄνθρωπων γιά πολύ πιό μεγάλες καί σωτήριες ὑποθέσεις, ἐφόσον δέν θά ἔμενε ἄσχετος ἀπό τίς  συνέπειες πού   εἶχε γιά ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος ἡ  πτώση τῶν πρωτοπλάστων. Ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς πτώσεως εἴχαμε φτάσει στό σημεῖο νά ζοῦμε πάνω στή γῆ μέ ἀθλιότητα καί νά καταλήγουμε στή φθορά, σάν γενικοί κληρονόμοι τῆς ἀποφάσεως τοῦ  Θεοῦ  πού   εἶπε: «Χῶμα εἶσαι καί στό χῶμα θά ξαναγυρίσεις» (Γεν. 3, 19). Αὐτό ἦταν ἡ  φυσική κατάληξή μας, σάν  καταδίκη της παρακοῆς μας. Ἀλλά αὐτή  ἡ  ἀθλιότητα τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων δέν ἦταν ἡ μοναδική. Τήν ἀκολουθοῦσε καί ἡ  ἀποστασία ἀπό τό Θεό. Γιατί οἱ ἄνθρωποι λησμονήσαμε τόν Κύριο καί δημιουργό τοῦ σύμπαντος Θεό καί λατρεύαμε πολλές φορές ἄλλους ἀνθρώπους πού   καθόλου δέν μᾶς ξεπερνοῦσαν στήν ἁμαρτία καί στήν ἀθλιότητα. Ἄλλες φορές πάλι εἴχαμε γιά Θεούς ἀντικείμενα καί εἴδωλα πού   τά κατασκευάζαμε μέ τά ἴδια μας τά χέρια. Ἀπό ἐκεῖ φτάσαμε νά δουλεύουμε στά πάθη τῆς ἀτιμίας, ἀφοῦ προσφέραμε τήν τιμή καί τή λατρεία πού   ἅρμοζε μόνο στό Θεό, στά ἄτιμα εἴδωλα καί στούς δαίμονες. Τέτοια κατάπτωση καί τέτοια διαστροφή εἴχαμε πάθει πού   δέν μποροῦσε νά ὑπάρξει μεγαλύτερη ἀπ’  αὐτή καί πού   εἶχε ἀνάγκη νά δεχτεῖ θεραπεία τόσο δυνατή καί τόσο μεγάλη, ἀνάλογη μέ τό μέγεθός της. Καί ἡ  μοναδική θεραπεία γι’ αὐτήν τήν ἀρρώστια ἦταν νά μοιάσει Ὁ κτίστης καί δημιουργός Θεός μέ τά κτισματά Του. Νά γίνει δηλαδή ὁ Θεός ἄνθρωπος, ὅμοιος μέ μᾶς, παίρνοντας ἀνθρώπινο σῶμα καί ἀνθρώπινη ψυχή. Ἔτσι πῆρε σάν γνήσιος ἄνθρωπος ὅλα   τά ἰδιώματα τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, πού  εἶναι ἀπαλλαγμένα ἀπό τήν ἁμαρτία. Ἀνέλαβε δηλαδή, ὅλα  τά ἀδιάβλητα πάθη τοῦ  ἀνθρώπου. Στό πρόσωπό Του ἑνώθηκαν τέλεια καί πραγματικά Θεία καί ἡ ἀνθρώπινη φύση καί μέ τήν ἕνωση αὐτή  στάθηκε δυνατό νά διασωθεῖ ὁ ἄνθρωπος, πού   κρατιόταν καί κρατιέται μέ τή θέλησή του ἀχμάλωτος στά ἁμαρτωλά πάθη. Ἔτσι δόθηκε ἡ  δυνατότητα κάθε ἄνθρωπος νά ἀναγεννιέται μέσα στό Χριστό καί νά μπορεῖ νά ἀποκτήσει τήν αἰώνια μακαριότητα, γιά τήν ὁποία τόν προόρισε ὁ Θεός ἀπό τότε πού   τόν δημιούργησε.

 ε΄-.  Αὐτή τήν μακαριότητα ὑποσχέθηκε ὁ Θεός νά τή δώσει στόν Ἀβραάμ καί τοῦ χάρισε τό μεγάλο δῶρο, στό δικό του σπέρμα νά εὐλογηθοῦν ὅλες οἱ ἀνθρώπινες φυλές, γιατί ἀπό τή δική του γενιά σαρκώθηκε ὁ Μονογενής Υἱός καί Λόγος τοῦ  Θεοῦ  (Γεν. 22, 17-18). Τήν ἴδια αὐτή  μακαριότητα, μετά τόν Ἀβραάμ τήν ὑποσχέθηκε μέ ἔνορκη διαβεβαίωση, στό Δαυίδ,  ὅταν  τοῦ  εἶπε ὅτι  θά ἐνθρονίσει στό λαμπρό βασιλικό του θρόνο τό βασιλιά τῆς Δόξης Χριστό, πού   θά ἦταν ἀπόγονός του. Τότε πού   θά ἔφτανε στό τέλος της ἡ  μακραίωνη περίοδος τῆς ἀποστασέας τοῦ  ἄνθρωπου ἀπό τό Θεό, τότε πού   θά ‘ρχόταν ὁ καιρός νά βρεῖ τό πλήρωμά του ὁ γραπτός νόμος τοῦ  Κυρίου. Αὐτή  τή μακαριότητα ἐπιθύμησαν νά δοῦν καί νά θαυμάσουν ὄχι μόνο ὁ Ἀβραάμ καί ὁ Δαυίδ, πού   ἀξιωθήκανε νά πάρουν τέτοιες ὑποσχέσεις ἀπό τό Θεό, ἀλλά καί  μετά ἀπό αὐτούς πολλοί προφῆτες καί βασιλιάδες, ὅπως τό φανέρωσε στά ἱερά Εὐαγγέλια, πρός τήν εὐλογημένη συντροφιά τῶν μαθητῶν Του, ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός, πού  ὑπῆρξε ἡ  κρυφή λαχτάρα ὅλων τῶν ἁγίων. Πέρασε λοιπόν ὁ αἰώνάς τῆς ἀποστασίας τῶν ἀνθρωπων, ἔφτασε στό τέλος του καί κάθε ὑπόσχεση ἐκπληρώθηκε, ὅπως τό εἶχε φανερώσει ὁ Θεός στόν καθένα τους. Καί ὁ νόμος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης βρῆκε τό πλήρωμά του, ἔτσι ὅπως ὁ ἴδιος ὁ νόμος τό προετοίμασε στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά καί ὅλοι οἱ προφῆτες πού  ἔζησαν μέσα καί γύρω ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ, ὅλοι ὁ δίκαιοι ἄνδρες τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, πού  περίμεναν μέ ἱερή λαχτάρα τή λύτρωση τοῦ ἀνθρώπινου γένους, ἔτσι ὅπως τούς δίδασκε τό Ἅγιο Πνεῦμα ὅτι θά φανερωθεῖ καί θά πραγματοποιηθεῖ στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ποθοῦσαν νά δοῦν, πρίν ἀπό τό θάνατό τους, τήν παρουσία τοῦ Σωτῆρος, ὄχι μόνο μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς, ἀλλά καί τοῦ σώματος. Καί δέν τό ποθοῦσαν μονάχα, ἀλλά καί τό εὔχονταν καί μέ εἰδικές δεήσεις, τό ζητοῦσαν ἀπό τό Θεό — γιατί ἦταν ἄξιοι νά τό ζητοῦν — καί τό πετύχαιναν. Ἕνας ἀπ’ αὐτούς ὑπῆρξε ὁ Συμεών πού   δέχτηκε στήν ἀγκαλιά του ὡς ἱερέας τό Χριστό καί τόν ὁμολόγησε Δεσπότη ὅλης της κτίσεως. Ἀκόμη ὑπηρξε ἡ  Ἄννα, ἐκείνη ἡ  χήρα, πού   πέρασε τή μακροχρόνια χηρεία της μέ σεμνότητα καί σωφροσύνη, πού   στεκόταν μέρα καί νύχτα καί ὑπηρετοῦσε τό Θεό στό Ναό. Αὐτή  πού   ἀξιώθηκε ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα νά σταθεῖ πλάϊ στό Χριστό καί νά τήν φανερώσει σ’ αὐτούς πού τήν τριγύριζαν. Ἕνας ἀπ’ αὐτούς ὑπῆρξε καί ὁ Ἰωσήφ ἀπό τήν Ἀριμαθαία, αὐτός πού   τόλμησε νά ἐνταφιάσει τό Χριστό, τή Ζωή ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Αὐτός  πού   δοξάστηκε καί κηρύχτηκε ὡς διαπρεπής βουλευτής, ἐπειδή δέν συμφώνησε μέ τήν ἀπόφαση τῶν ἄλλων Ἰουδαίων βουλευτῶν κατά τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, θεωρώντας την ἄπρεπη καί ἀσχρή. «Γιατί, ὅπως λέει τό Εὐαγγέλιο, δέν συγκατατέθηκε στή βουλή καί στή γνώμη τους» (Λουκ. 23, 51). Μιά τέτοια φωτισμένη καί λαμπρή γνώμη αὐτός  μονάχα μποροῦσε νά ἔχει, γιατί ἦταν πραγματικά λαμπρός καί ὑπέροχος ἄνθρωπος. Ἀνάμεσα σέ τέτοιους ἄνθρωπους διακρινόταν καί ὁ πρεσβύτης καί ἱερέας Ζαχαρίας, πού   τά χρόνια του εἶχαν περάσει καί μαζί μέ τή σωματική παρακμή εἶχαν φέρει καί τό θάνατο πιό κοντά του. Αὐτός  προσευχόταν στό Θεό συχνά καί ἐπίμονα — γιατί ἡ  γλώσσα του δέν εἶχε δεθεῖ νά μή στερηθεῖ ἕνα τέτοιο θέαμα, πού   ὅλοι τό περίμεναν, οὔτε νά βρεῖ τό θάνατο, πού   ἦταν τόσο κοντά στήν πόρτα του, πρίν νά δεῖ τό Σωτήρα τοῦ κόσμου.  Αὐτήν τήν προσευχή πάντοτε τήν ἔκανε ὁ ἅγιος αὐτός  γέροντας στό Θεό, παρακαλώντας Τον, τόσο νά κάνει ὥστε τό φῶς τῆς σωτηρίας νά λάμψει γρήγορα, ὅσο καί νά τοῦ  ἐπιτρέψει τοῦ  ἰδίου νά δεῖ τήν ἀνατολή αὐτοῦ τοῦ  φωτός. Καί γιά νά μήν τόν ἁρπάξει ὁ θάνατος ἀμέτοχο αὐτῆς τῆς θεωρίας, ἀκριβῶς τή στιγμή πού  θά ἔφτανε τό πλήρωμα τό χρόνου γι’ αὐτήν, αὐτός  ἔκανε ἀδιάκοπα αὐτήν τήν προσευχή, ἀλλά περισσότερο τότε πού  ὡς ἱερέας πρόσφερε στό Θεό τίς  λατρευτικές του ὑπηρεσέες, σύμφωνα μέ τό Νόμο. Τόν παρακαλοῦσε λοιπόν ἡ  πραγματοποίηση αὐτῆς τῆς ὑποσχέσεως νά γίνει γρήγορα, ὥστε ὅσο  τό δυνατόν πιό πνευματικά καί πιό τέλεια, νά λυτρωθοῦν ἀπό τό βάρος τῆς ἁμαρτίας ὅλοι ἐκείνοι πού   μοιράζονταν μαζί του τήν ἱερωσύνη. Αὐτό τό ἔκανε κάθε φορᾶ πού  στόν καιρό τῆς ἐφημερίας του ἔμπαινε στά Ἅγια τῶν Ἁγίων νά προσφέρει θυμίαμα. Ἐκεῖ πού μιά φόρα τό χρόνο ἔμπαινε μοναχά ὁ Ἀρχιερέας, ἔχοντας ραντισμένα τά χέρια του μέ αἷμα καί δηλώνοντας ἔτσι τόσο φανερά, μέ αὐτήν τήν πράξη του, τή θυσία τοῦ  Σωτήρα μας Χριστοῦ, ἡ  ὁποία θά ἦταν ἡ  μοναδική καί πραγματική Θυσία, πού   τήν πρόσφερε στό Θεό καί πατέρα Του ὁ Ἴδιος καί σάν Ἀρχιερέας καί σάν Θύμα, σάν ἀμνός πού  θυσιάστηκε γιά τή σωτηρία  ὅλων  τῶν ἄνθρωπων.

στ΄.-.  Μέσα στά Ἅγια τῶν Ἁγίων λοιπόν εἶχε βρεθεῖ ὁ Ζαχαρίας — γιατί ἦταν ἄξιος καί εἶχε τόν ἱερατικό βαθμό γιά μιά τέτοια ὑπηρεσία. Καθώς λοιπόν βρισκόταν στό θυσιαστήριο, δέχτηκε μέσα στήν ἐπίμονη προσευχή του, τήν ἐπίσκεψη οὐρανίου ἀγγέλου. Τόν εἶδε νά στέκεται δεξιά ἀπό τό θυσιαστήριο πού   προσφερόταν τό θυμίαμα καί νά τοῦ  μιλάει γιά τόν ἐρχομό τοῦ  Λόγου τοῦ  Θεοῦ  στή γῆ, χαρίζοντάς του ἔτσι τήν πιό οὐράνια καί πιό εὐχάριστη ἀγγελία.

Ὁ Ἄγγελος πού ἔφερε αὐτά  τά σπουδαῖα μηνύματα ἦταν ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ. Αὐτός  καί μόνο μέ τό ὄνομά του φανερώνει τή σημασία πού   εἶχαν τά μηνύματα πού  ἔφερνε. Γιατί αὐτός  ἦρθε στό θυσιαστήριο νά ἀναγγείλει θαυμαστά γεγονότα, πού  θά γίνονταν πρίν ἀπό τήν ἐνανθρώπιση τό Θεοῦ, γιά τήν ὁποία καί ὁ ἱερέας Ζαχαρίας τόσο ἐπίμονα παρακαλοῦσε. Αὐτόν τό Ζαχαρία τόν εἶδε ὁ ἄγγελος τοῦ  Θεοῦ νά συγκλονίζεται ἀπό τό ὅραμα τῆς παρουσίας του καί κατάλαβε ὅτι ὅσο  πιό πολύ φοβόταν τόσο πιό πολύ κλονιζόταν. Γιατί λέει τό Ἱερό Εὐαγγέλιο: «Ταράχτηκε ὁ Ζαχαρίας βλέποντας τόν ἄγγελο καί ἔπεσε πάνω του φόβος μεγάλος» (Λουκ. 1, 12). Ὁ τρόμος τοῦ Ζαχαρία φανέρωνε ὅτι ἔφτανε ὁ χρόνος πού   θά σταματοῦσε ἡ  ἀπόλυτη ἰσχύς τοῦ Νόμου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί ὅτι ἦρθε ὁ καιρός πού οἱ ἄνθρωποι θά ἀκολουθοῦσαν τό δρόμο τοῦ Εὐαγγελίου. Διώχνει λοιπόν τό φόβο ἀπό τό Ζαχαρία καί στή συνέχεια τοῦ δίνει τά εὐχάριστα μηνύματα. Γιατί ὅσα  τοῦ εἶπε δέν προκαλοῦσαν φόβο ἀλλά ἀφοβία καί εὐχαρίστηση. Τί τοῦ εἶπε; «Μή φοβᾶσαι Ζαχαρία, γιατί ὁ Θεός ἄκουσε τήν προσευχή σου» (Λουκ. 1, 13). Δηλαδή, δέν τοῦ φώναξε μοναχά: Τί φοβᾶσαι σεβάσμιε γέροντα, τί φοβᾶσαι τώρα πού  παίρνεις αὐτά  πού   ζητᾶς; Τί φοβᾶσαι τώρα πού  λυτρώνεσαι ἀπό τό βάρος τῆς νομικῆς λατρείας;  Γιατί ταράζεσαι τώρα πού   βλέπεις τό φῶς μετά ἀπό τή σκιά; Γιατί μένεις κατάπληκτος τώρα πού   βλέπεις νά ἑδραιώνονται στή Χάρη τοῦ Θεοῦ ὅσοι  κλονίζονταν πρίν; Ἀλλά τοῦ εἶπε: Εἶναι ὑπερθαύμαστα αὐτά  τά μηνύματα πού σοῦ φέρνω, δέν ἔμπνεουν ὅμως φόβο σέ ὅσους τά ἀκοῦνε. Ἔχω νά σοῦ ἀποκαλύψω μεγάλα μυστήρια, δέν πρέπει ὅμως νά ταραχτεῖς τώρα ἀκριβῶς πού θά τά ἀκούσεις. Ἀντίθετα πρέπει νά χαρεῖς καί νά εὐχαριστηθεῖς μαζί μου, γιατί αὐτά ἀπό τή φύση τους εἶναι πρόξενα χαρᾶς καί εὐφροσύνης. Ἡ λύτρωση τῶν ἀνθρώπων βρίσκεται πιά κοντά Τους. Ἔφτασε ἡ  ὥρα νά σηκωθοῦν σέ πεσμένοι. Ὁ νόμος βρῆκε τό σκοπό του. Ἔχει πιά ἀνατείλει ὁ καιρός τῆς Θείας Χάριτος. Καί πολύ σύντομα θά δεῖς γιατί βρίσκεται κοντά στά μάτια σου — αὐτόν  πού   εἶναι τό κεφάλαιο  ὅλων  αὐτῶν πού  σοῦ εἶπα. Θά δεῖς τό Θεό Λογο νά σαρκώνεται ἀπό τήν Παρθένο, νά γεννιέται, ὅπως ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι καί νά σώζει ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος. Καί δέν θά θαυμάσεις μόνο αὐτά  πού   τόσο πολύ ἐπιθύμησες νά δεῖς, ἀλλά θά εὐτυχήσεις καί νά τά ὑπηρετήσεις. Γιά νά πιστέψεις δέ στά λόγιά μου, προσθέτω — καί σέ παρακαλῶ νά πιστέψεις — ἀκόμη ἕνα ἀξιοθαύμαστο γεγονός καί σοῦ ἀποκαλύπτω ὅτι θά γίνουν πραγματικότητα ἐκεῖνα γιά τά ὁποόα εἶχες χάσει τήν ἐλπιδά σου. Ποιά εἶναι αὐτά ; « Ἡ γυναίκα σου ἡ  Ἐλισάβετ, θά σοῦ γεννήσει γιό καί θά τόν ὀνομάσεις Ἰωάννη. Καί θά δοκιμάσεις, χαρά καί ἀγαλλίαση καί πολλοί θά χαροῦν γιά τή γέννησή του. Αὐτός  θά ἀναδειχτεῖ μεγάλος ἐνώπιον τοῦ  Κυρίου καί δέν θά πιεῖ κρασί καί οἰνοπνευματώδη ποτά, καί θά γεμίσει ἀπό Ἅγιο Πνεῦμα, ἀπό τόν καιρό ἀκόμα πού  θά βρίσκεται στήν κοιλιά τῆς μάνας του. Καί πολλούς ἀπό τούς ἀπογόνους τοῦ  Ἰσραήλ, πού  ἔχουν ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τό Θεό, θά τούς ἐπαναφέρει μέ τή μετάνοια στόν Κύριο καί Θεό τους, πού   ἔγινε γιά χάρη τους ἄνθρωπος. Καί αὐτός  θά προπορευτεῖ πρίν ἀπό αὐτόν  μέ τό πνεῦμα καί τή δύναμη τοῦ  Προφήτη Ἠλία, γιά νά ξαναγυρίσει στά παιδιά τίς  καρδιές τῶν πατέρων τους καί νά ξαναφέρει στούς ἀπειθεῖς τό φρόνημα πού  ἔχουν οἱ δίκαιοι. Καί νά ἑτοιμάσει ὅλους  αὐτούς πού   εἶχαν καλή προαίρεση ὥστε νά δεχτοῦν τόν Κύριο» (Λουκ. 1,13-18).

ζ΄.-.Βλέπεις πόσα καί πόσο μεγάλα εἶναι αὐτά  γιά τά ὁποῖα ἀγγελικές φωνές μαρτυροῦν ὅτι θά μποροῦσε νά καυχηθεῖ ὁ Ἰωάννης, γιατί συνέβηκαν στή σύλληψή του καί πρίν ἀκόμη ἀπ’   αὐτήν; Βέβαια γεννήθηκε καί ὁ Σαμουήλ ἀπό τή στείρα μάνα του, ἀλλά δέν ἦταν γερασμένη, οὔτε ὁ πατέρας του εἶχε προχωρήσει τόσο στήν ἡλικία, ὥστε νά θεωρεῖται γέρος.

Γεννήθηκε καί ὁ Ἰσαάκ ἀπό γέρους γονεῖς πού  εἶχαν πιά περάσει τό χρόνο τῆς τεκνογονίας καί εἶχαν χάσει τή φυσική ἀκμή γι’ αὐτήν. Ἀλλά δέν πληρώθηκε ἀπό Ἅγιο Πνεῦμα, ὅταν  ἀκόμα ἦταν μέσα στήν κοιλιά τῆς μάνας του. Ἀλλά καί ἀπό ὅλους  τούς μεγάλους ἄντρες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης κανένας δέν στολιζόταν μέ τά στολίδια πού   στολίζεται ὁ Ἰωάννης.

Ὑπῆρξε μέν προφήτης ὁ Σαμουήλ καί ἔβλεπε πραγματικά τά μέλλοντα σάν παρόντα. Καί αὐτός δέν εἶχε πιεῖ ποτέ κρασί καί οἰνοπνευματώδη ποτά, ἀλλά δέν κατοικοῦσε στήν ἔρημο οὔτε τρεφόταν μέ ἀσυνήθιστες στούς ἄνθρωπους τροφές. Οὔτε ἡ  γέννησή του προξένησε τόση χαρά, ὅση  σκόρπισε μέ τήν γέννηση του ὁ Ἰωάννης, πού   ἀναδείχτηκε ὁ μεγαλύτερος ἀπ’  ὅλους τούς ἄνθρωπους καί πού   ἀξιώθηκε νά γίνει ὁ Πρόδρομος τῆς Παγκόσμιας χαρᾶς, δηλαδή τοῦ Χριστοῦ.

Καρπός στείρας ὑπῆρξε καί ὁ φημισμένος γιά τή σοφία τοῦ  Ἰωσήφ καί πρίν βέβαια ἀπ’  αὐτόν ἐκεῖνος ὁ μακάριος Ἰακώβ, πού   τόν γέννησε ἀπό τή στείρα Ραχήλ. Ὑπῆρξε ἀκόμα καί σώφρονας ὁ Ἰωσήφ — γιατί νίκησε μέ τόσο ἀξιοθαύμαστο τρόπο τή λαγνεία τῆς Αἰγυπτίας καί κράτησε τήν ἁγνότητα του — ἀλλά δέν ἔγινε ποτέ ὁ στρατάρχης τοῦ παρθενικοῦ τάγματος, ὅπως ὁ Ἰωάννης. Πόσο δέ μεγάλη ἀπόσταση ὑπάρχει μεταξύ παρθενίας καί ἠθικῆς ἀκεραιότητας, τό μαρτυροῦν μόνες τους αὐτές οἱ ἴδιες οἱ ἄρετες. Καί εἶναι βέβαιο ὅτι ἡ  ὑψηλότερη θέση δίνεται σέ κείνους τούς ἄντρες καί τίς  γυναῖκες πού   τίμησαν τόσο τήν σωματική ὅσο  καί τήν ψυχική παρθενία, πού   δίνει μέ τή χάρη Του καί ἐμπνέει μέ τό παράδειγμά Του ὁ Χριστός καί ἔγιναν καί εἶναι μιμητές τῆς Παναχράντου Παρθένου πού   τόν γέννησε. Αὐτό βέβαια καί ὁ Ἴδιος ὁ Σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστός τό ἔκανε ὁλοφάνερο σέ ὅλους  ὅταν  εἶπε ὅτι δέν μποροῦν ὅλοι ὁ ἄνθρωποι νά βαδίσουν στό δρόμο τῆς παρθενίας, δηλαδή νά εἶναι ἄξιοι ἑνός τέτοιου χαρίσματος, ἀλλά μόνον ἐκείνοι γιά τούς ὁποίους, σύμφωνα μέ τή θεϊκη Του πρόγνωση, τούς θεώρησε ἄξιους καί τούς τό χάρισε (Ματθ. 19,11).

Ὁ Θεός ἀγάπησε τόν Ἰακώβ ἀκόμα τότε πού βρισκόταν στήν κοιλιά τῆς μάνας του, γιατί ἐκείνη κυοφορώντας τον ἄκουσε θεϊκή φωνή νά τῆς λέει: «Ἀγάπησα τόν Ἰακώβ καί μίσησα τόν Ἠσαῦ» (Γεν. 25, 23 — Ρωμ. 9,13). Ἀλλά δέν πληρώθηκε μέ Ἅγιο Πνεῦμα ὁ Ἰακώβ στόν καιρό τῆς κυοφορίας του. Ἱκανώθηκε ἀκόμη ὁ Ἰακώβ, στό ὁλονύχτιο ἐκεῖνο ὁραμά του νά παλαίψει μέ τό Θεό, γιατί πραγματικά τότε βασίλευε τό πυκνό σκοτάδι τῆς ἄγνοιας τοῦ  Θεοῦ. Ἀλλά δέν μπόρεσε καί δέν χαριτώθηκε νά πορευτεῖ μπροστά ἀπό τό Θεό καί νά τόν βαπτίσει. Αὐτό, ἀπ’   ὅλους  τούς ἀνθρώπους, μόνο ὁ Ἰωάννης μπόρεσε νά τό τολμήσει. Γιατί εἶχε πιά φέξει ὁ ὄρθρος τῆς γνώσεως τοῦ  Θεοῦ  καί κατά συνέπεια ἔλαμπε φωτεινά ἡ  ἡμέρα τῆς ἀλήθειας. Καί ὁ Ἰακώβ ἀπό τήν παλή του αὐτή  μέ τό Θεό πληγώθηκε στό μηρό του καί κούτσαινε καί δέν μποροῦσε καθόλου νά βαδίσει γρήγορα. Ἔτσι προμήνυε τόσο φανερά ὅτι ὅλοι ὁ ἀπόγονοί του θά εἶναι βραδυκίνητοι καί δυσκίνητοι, δηλαδή ἀπρόθυμοι καί ἀδιάφοροι γιά τή λυτρωτική Χάρη πού  ὁ Θεός χάριζε στή ζωή τους. Δηλαδή τό πάθημα τοῦ Ἰακώβ ἔκανε φανερή τήν τόσο καταστρεπτική ἀπροθυμία καί ἀδιαφορία τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Ἰωάννης ὅμως δέν εἶχε ποτέ του ἕνα τέτοιο ἐλάττωμα, καίτοι καταγόταν ἀπό τούς ἀπογόνους τοῦ Ἰακώβ. Ἀντίστροφα αὐτός  γίνεται ἄριστος δρομέας τῆς Χάριτος καί Πρόδρομός της. Παραμένει μακριά ἀπό τήν Ἰουδαϊκή ἀπιστία καί ἀφήνει πίσω του καί μακριά τά σκιώδη μυστήρια τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

η΄.- Θά ἤθελα ἀκόμη νά κάνω μιά σύγκριση μεταξύ τοῦ  Σαμψών καί τοῦ Ἰωάννη. Γιατί καί ὁ Σαμψών γεννήθηκε ἀπό στείρα μάνα καί φάνηκε σάν καρπός θερμῆς προσευχῆς πρός τό Θεό καί ποτέ δέν ἔκοψε τά μαλλιά του μέ δική του ἀπόφαση, ὅπως λέει ἡ  Ἁγία Γραφή: «Ποτέ δέν ἄγγιξε ξυράφι τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς του» (Κριτ. 16,17 — Ἀριθμ. 6,5). Ἦταν ἀκόμη ὁ Σαμψών πλουτισμένος καί μέ ἄλλα θεϊκά δῶρα καί ὅμως ἡ Δαλιδά, πάλι μία πόρνη γυναίκα, τόν δέσμευσε καί δέν τόν ἄφησε νά βαδίσει τά βήματα τοῦ Ἰωάννη. Καί ὑπῆρξαν καί ἄλλοί πολλοί μεγάλοι ἐνώπιον τοῦ  Κυρίου, ἀλλά δέν ἀξιώθηκαν νά ἐπιστρέψουν τίς  καρδιές τῶν Ἰσραηλιτῶν πρός τόν Κύριο καί Θεό τους. Οὔτε ἀξιώθηκαν νά πορευτοῦν πρίν ἀπό τό Χριστό μέ τή δύναμη καί τό πνεῦμα τοῦ  Προφήτη Ἠλία. Οὔτε ἀναδείχτηκαν σέ τέτοιο ὕψος ὥστε νά βοηθήσουν στήν ἀναγέννηση τῶν γονιῶν τους, πού   εἶχαν μεγαλώσει καί τραφεῖ μέ τόν Ἰουδαϊκὀ νόμο καί νά τούς κάνουν νά συμβαδίζουν μέ τά τέκνα τους, πού   τώρα πιά βαδίζουν τό νόμο τῆς Χάριτος. Οὔτε ὁδήγησαν τούς ἀνυπότακτους Ἰουδαίους κατά τέτοιο τρόπο, ὥστε νά ἀποκτήσουν τό φρόνημα καί τή ζωή αὐτῶν πού  δικαιώθηκαν μέσα στό Χριστό. Οὔτε ἑτοίμασαν τούς ἄνθρωπους νά δεχτοῦν τόν Κύριο, πού   φανερώθηκε στή γῆ καί ἔλαμψε σάν ἄλλος Ἥλιος. Οὔτε καί ἀπό ὅλα   αὐτά  πέτυχαν ἤ  ἔκαναν κάτι μεγαλύτερο. Ἀλλά βέβαια τί μπορεῖ νά ὑπάρξει μεγαλύτερο ἀπό τό νά δεῖ κανείς μέ τά μάτια του σαρκωμένο τόν Κύριο καί νά τόν βαπτίσει, ὅπως ὁ Ἰωάννης; Γεννήθηκαν λοιπόν καί αὐτοί ἀπό στεῖρες μητέρες καί θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι ἦταν φορτωμένοι μέ πολλά δῶρα ἀπό τό Θεό, τά ὁποῖα ὅμως, ὅταν  μέν συγκρίνονται μέ τίς  ἀρετές ἄλλων ἀνθρώπων φαίνονται μεγάλα, ὅταν  ὅμως τολμήσουν νά συγκριθοῦν μέ τά ὑπέροχα χαρίσματα τοῦ Ἰωάννη, τότε εἶναι πολύ μικρά. Μπροστά σ’ αὐτά  τά ὑπέροχα καί ἀνυπέρβλητα δῶρα τοῦ Ἰωάννη καί ὁ ἱερέας Ζαχαρίας, τότε πού  ἐπρόκειτο νά ἀναδειχτεῖ πατέρας του, ἔμεινε κατάπληκτος καί ἡ  πολλή του ἀμηχανία τόν ἔκανε νά δεχτεῖ μέ τό νοῦ του τό κεντρί τῆς δυσπιστίας. Καί πληγωμένος πιά ἀπ’   αὐτή  τή δυσπιστία ἀποτόλμησε νά ἐκφράσει πρός τόν ἄγγελο ἐκεῖνα τά φοβερά λόγια τῆς δυσπιστίας: «Τί εἶναι αὐτό πού  θά μέ κάνει νά πιστέψω αὐτά  πού  μοῦ λές, γιατί ἐγώ εἶμαι πολύ γέρος καί ἡ  γυναίκα μου ἔχει καί αὐτή περάσει τήν ἡλικία τῆς τεκνογονίας» (Λουκ. 1, 18). Αὐτά τά λόγια βέβαια δέν ἔπρεπε ποτέ νά τά πεῖ αὐτός  πού   θά γινόταν πατέρας τοῦ Ἰωάννη. Τά εἶπε ὅμως ὄχι ὡς πατέρας τοῦ Ἰωάννη, δηλαδή πατέρας τῆς φωνῆς πού θά ἀξιωνόταν νά κηρύξει τά πιό μεγάλα καί τά πιό ὑπέροχα μηνύματα στόν κόσμο, ἀλλά ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ στενόφωνου καί βραδύγλωσσου νόμου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ὁ Μωυσῆς πού   ἔγραψε τό Νόμο, ὁ ἴδιος μαρτυρεῖ γιά τόν ἑαυτό του ὅτι ἦταν βραδύγλωσσος καί ἰσχνόφωνος. Γι’ αὐτό τό λόγο λοιπόν ἀμέσως σιώπησε καί αὐτός  στόν ὁποῖο δόθηκαν ὅλα   αὐτά  τά μηνύματα, γιατί ἔπρεπε ὁ ἴδιος μέ τή σιωπή του νά συμβολίσει καί νά προσημάνει ὅτι ἡ ἰσχύς τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου θά σταματήσει, μόλις θά φανερωθεῖ πλέον ὡς ἄνθρωπος, ὁ Σαρκωμένος Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Μεγάλος Νομοθέτης τῆς Χάριτος, Ἰησοῦς Χριστός. Τά πίστεψε ὅμως ὅλα   αὐτά  ὁ Ζαχαρίας ὅταν  ὁ ἄγγελος τοῦ ἐπέβαλε σιωπή· «Ἐγώ εἶμαι ὁ Γαβριήλ, πού   παραστέκομαι ἐμπρός στό Θεό, γιά νά τόν ὑπηρετῶ. Καί μέ ἔστειλε ὁ Θεός νά σοῦ μιλήσω καί νά σοῦ φέρω τά χαρούμενα μηνύματα. Καί ἀφοῦ ζητᾶς σημεῖο, θά τό ἔχεις, ὄχι ὅμως ὅπως τό θέλεις. Θά εἶσαι βουβός καί δέν θά μπορεῖς νά μιλήσεις μέχρι τήν ἥμερα, πού   θά γίνουν αὐτά. Καί σοῦ ἐπιβάλλεται αὐτή  ἡ  τιμωρία, ἐπειδή δέν πίστεψες στά λόγιά μου, πού   θά πραγματοποιηθοῦν στόν καιρό τους» (Λουκ. 1, 19-20). Καί ἦταν πολύ κατάλληλο νά τέτοιο ἐπιτίμιο, δηλαδή ἡ  ἀφωνία, ἄν καί ἐπρόκειτο νά γίνει πατέρας τῆς φωνῆς τοῦ Λόγου. Γιατί δέν ὑπῆρξε ὁ Ζαχαρίας ἁπλῶς σύμβολο αὐτῶν, πού  ἔχοντας τή συνείδησή τους διαμορφωμένη, σύμφωνα μέ τό Μωσαϊκό Νόμο, θά δυσπιστοῦσαν στό Νόμο τῆς Χάριτος, ἀλλά περισσότερο γιατί δέν πίστεψε ὅτι  ἀπό αὐτόν θά προέλθει ἡ  φωνή, πού   θά στελνόταν νά κηρύξει ὅλα  αὐτά  τά νέα καί χαρούμενα μηνύματα. Ἐφόσον λοιπόν δυσπίστησε γιά τή γέννησή τῆς φωνῆς τοῦ Λόγου, ἦταν δίκαιο νά στερηθεῖ καί τή δική του φωνή. Γιατί, ὅπως λέει καί ὁ σοφός Σολομών, <μέσα στίς  ἁμαρτίες του βρίσκει κανείς καί τήν κόλασή του» (Σ. Σολομ. 11, 16). Ἔτσι λοιπόν ἔμαθε νά μή δυσπιστεῖ γιά τή φωνή πού   θά προερχόταν ἀπό τήν ἔρημο, δηλαδή ἀπό τή στείρα μάνα.

Ὁ Ἰωάννης λοιπόν βλάστησε στήν ἄγονη γῆ, δηλαδή στή στείρα μήτρα τῆς μάνας του καί κήρυξε στήν ἔρημο τήν Ἰουδαϊκή, δηλαδή στίς  ψυχές, πού δέν εἶχαν καρπούς πίστεως. Κήρυξε ἀκόμα καί στήν ἐκκλησία τῶν ἐθνικῶν, πού δέν εἶχε πιό μπροστά ὥριμο καί γλυκό καρπό, πρόσφορο νά θρέψει τό Χριστό ὅπως ἔθρεψε καί ὅσους βρῆκε καλοπροαίρετους Σαμαρεῖτες μέ τήν πνευματική τροφή καί τό πνευματικό νερό, πού   ἀποκάλυψε στή Σαμαρείτιδα καί στή Χαναναία ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος. Σέ καθεμιά ἀπ’ αὐτές τίς  δύο ἐρήμους κήρυξε ὁ Ἰωάννης — πού   ὑπῆρξε ἡ μεγάλη καί θαυμαστή φωνή τοῦ  Θεοῦ  Λόγου τό πραγματικά σωτήριο κήρυγμά του, πού   στάθηκε ἱκανό νά τίς  μεταβάλει ἀπό ἄκαρπες σέ καρποφόρες.

θ΄.— Γιατί πῶς θά μποροῦσε ποτέ νά μήν πειστεῖ στά χαρμόσυνα αὐτά μηνύματα ὁ σεβάσμιος αὐτός γέροντας καί ἱερέας, πού   ὄχι μόνο πίστευε στό Νόμο, ἀλλά δίδασκε καί τούς ἄλλους — αὐτός  πού   ἀκόμη ἄνηκε σέ κείνους οἱ ὁποίοι περίμεναν τό Μεσσία γιά νά παρηγορήσει καί νά σώσει τόν Ἰσραηλιτικό λαό καί προσευχόταν ἐπίμονα γιά τόν ἐρχομό Του — ἄν δέν προτύπωνε καί δέν συμβόλιζε ὁ ἴδιος τήν δυσπιστία  ὅλων  ἐκεινων, πού  στηριγμένοι στό Μωσαϊκό Νόμο, θά ἔμεναν ἔξω ἀπό τή πίστη στό Χριστό; Ἀφοῦ λοιπόν εἶδε τόν ἅγιο ἄγγελο νά στέκεται πλάϊ στό ἅγιο θυσιαστήριο καί ἀπό ἐκεῖ νά τοῦ λέει ὅσα  τοῦ μήνυσε, γιατί δέν δέχτηκε μέ ἁπλή πίστη ὅσα  ἄκουσε καί γιατί δέν ἔδειξε μιά τέτοια πίστη, ὅπως σέ ἀνάλογη περίσταση ἔδειξε ὁ Ἀβραάμ καί ἡ  Σάρρα; Μά καί ἄν δέν μποροῦσε νά κάνει κάτι τέτοιο, ὁπωσδήποτε ἔπρεπε νά δεχτεῖ μέ ἁπλή πίστη ὅτι ὁ Θεός μποροῦσε νά κάνει, ἄν ἤθελε, ὁποιοδήποτε ἀξιοθαύμαστο καί ὑπερφυσικό ἔργο. Γιατί τί μπορεῖ νά ὑπάρξει στόν κόσμο ἀπό ὅλα   τά ὄντα καί τά γεγονότα, πού   ἀπό κάποια ἄποψη, δέν ἔχει καί δέν παίρνει τήν ὑπόσταση του ἀπό τήν παντοδύναμη θέληση -τοῦ Θεοῦ; Αὐτό μέ κάποιον ἄλλο τρόπο θαυμαστό δέν διακήρυξε καί ὁ Ἰώβ, ὁ θαυμάσιος αὐτός ἄνθρωπος, ὅταν  διδάχτηκε ἀπό τό Θεό, πού   τοῦ μίλησε καί τόν ἐβεβαίωσε μέσα ἀπό τό νέφος; «Κατάλαβα ὅτι ὅλα   σου εἶναι δυνατά καί τίποτα δέν σοῦ εἶναι ἀδύνατο» (Ἰώβ 42, 2).

Ἐάν πάλι ὁ Ζαχαρίας νόμιζε ὅτι ἡ  φωνή πού   τοῦ μιλοῦσε ἦταν ἐχθρική καί ἐνάντια πρός τό Θεό, δέν ὑπῆρχε λόγος νά ζητήσει διαβεβαίωση καί ἐπεξηγήσεις καί νά πεῖ: «Πῶς θά πειστῶ γι’ αὐτό»; Ἤξερε πολύ καλά ὅτι ὁ διάβολος εἶναι ψεύτης ἀπό τή φύση του καί δέν ξέρει ποτέ νά λέει τήν ἀλήθεια. Ἀφοῦ λοιπόν θά ἦταν ψεύτικα τά πρῶτα λόγια του καί θά ἦταν ἀπατηλή ἡ  ἐμφάνισή του, δέν θά εἶχε καμιά δυσκολία νά πεῖ ψέματα καί στή συνέχεια

Ἔτσι θά κατώρθωνε νά ἀποπλανήσει καί νά παρασύρει σέ μεγαλύτερα ψέματα καί σέ φρικτότερες ἀπάτες αὐτόν πού   θά τόν εἶχε ξεγελάσει μέ τά πρῶτα του ψέματα. Ἀλλά δέν ἦταν τόσο ἄμυαλος ὁ Ζαχαρίας, αὐτός πού θά γινόταν πατέρας τοῦ μεγάλου Ἰωάννη. Ἀλίμονο! Ποτέ δέν θά μποροῦσε ἀπό ἄμυαλο πάτερα νά γεννηθεῖ αὐτός ὁ τόσο γλυκύς καρπός, ὁ Ἰωάννης, ὁ ὁποῖος τρεφόταν μέ μέλι, θέλοντας νά σημάνει ὅτι γι’ αὐτούς πού   ἀγαποῦν τήν ἀνώτερη καί πνευματική ζωή, εἶναι πολύ εὐχάριστος καί γλυκός ὅποιος τούς προσκαλεῖ καί τούς προτρέπει νά τόν μιμηθοῦν στή δική του ζωή, πού  τήν τρέφει καί τή γλυκαίνει ὁ Θεός. Ὅπως νομίζω λοιπόν καί ὅπως εἶπα, ὁ σεβάσμιος γέροντας Ζαχαρίας ἔπεσε σέ ἔκσταση, ὅπως ἄλλοτε ὁ Ἰσαάκ, γιά νά προτυπώσει ἔτσι τήν κατάργηση τοῦ Νόμου, μέ τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ καί τή δυσκολία νά δεχτοῦν τό Χριστό ὅσοι  τυφλά μένουν στά διατάγματα τοῦ Νόμου. Ἀκόμα γιατί ἔτρεπε νά προαναγγείλει καί νά φανερώσει ὅτι τά ἔθνη θά δεχτοῦν τή βροντερή φωνή τοῦ Εὐαγγελίου, πού   θά ἀκουστεῖ σέ ὅλα   τά πέρατα τῆς γῆς καί θά φέρει τή Χάρη τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους.

ι’.— Ὁ μεγάλος λοιπόν αὐτός  ἱερέας μέσα βαθιά στήν ψυχή του δυσπίστησε μυστικά καί πιό μυστικά χάνει τή φωνή του, γιά νά φανερώσει μέ τόν τρόπο αὐτό πόσο παράλογη θά εἶναι ἡ  δυσπιστία τῶν Ἰουδαίων. Καί μποροῦμε νά πού  με ὅτι ὁ ‘Ἰωάννης, ὁ Πρόδρομος τοῦ Θεοῦ Λόγου, γεννιέται ἀπό τό Ζαχαρία καί εἶναι κληρονόμος τῶν ἀρετῶν τοῦ πατέρα του. Αὐτό φανερώνεται καί ἀπό ἐκεῖνα τά Θεϊκά λόγια, πού   ἀργότερα εἶπε ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός, δηλαδή ὅτι «κάθε δέντρο γνωρίζεται ἀπό τόν καρπό του, γιατί δέν μπορεῖ νά ἄχρηστο καί σάπιο δέντρο νά φέρει καλούς καρπούς» (ΜατΘ. 7,18). Καί θά μποροῦσα νά πῶ ὅτι ὅποιος δέν θελήσει νά δώσει νά τέτοιο νόημα στή δυσπιστία τοῦ σεβάσμιου γέροντα Ζαχαρία, θά ἀποδειχτεῖ ὅτι εἶναι κατά τήν ἀρετή πολύ πιό μικρός ἀπό τήν Ἐλισάβετ. Γιατί ἐκείνη, ἄν καί δέν ἄκουσε ποτέ τά λόγια τοῦ ἀγγέλου, οὔτε τῆς τά διηγήθηκε ὁ Ζαχαρίας — ἀφοῦ ἔφτασε πιά ἄφωνος στό σπίτι του — μπόρεσε νά γνωρίσει τήν πραγματική κατάσταση τῆς Παρθένου Μαρίας, ὅταν τήν ἐπισκέφτηκε καί συναντήθηκαν. Γι’ αὐτό καί μόλις δέχτηκε τό χαιρετισμό της, ἀμέσως τήν κήρυξε Θεοτόκο, δηλαδή πραγματική Μητέρα τοῦ  Θεοῦ, λέγοντας μεγαλόφωνα: «Εὐλογημένη εἶσαι σύ ἀπό τό Θεό, περισσότερο ἀπό ὅλες  τίς  γυναῖκες. Καί εὐλογημένο εἶναι τό παιδί πού   φέρνεις στά σπλάχνα σου. Καί γιά ποιά ἀρετή ἤ  ἀξίά μου, ἔγινε σέ μένα αὐτή  ἡ  τιμή, νά ‘ρθεῖ ἡ  Μητέρα τοῦ  Κυρίου στό σπίτι μου; Γιατί νά, πού   πραγματικά, μόλις ἄκουσα τά λόγια τοῦ  χαιρετισμοῦ σου, σκίρτησε τό βρέφος χαρούμενο μέσα στήν κοιλιά μου» (Λουκ. 1,42-44). Καί στή συνέχεια τήν μακάρισε ἐπάξια λέγοντας: «Καί εἶναι μακάρια ἐκείνη ἡ  ὁποῖα θά δεῖ νά πραγματοποιοῦνται στή ζωή της ὅσα  τῆς φανέρωσε καί τῆς ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος» (Λουκ. 1,45).

Ἔτσι, ὄχι μόνο μέ τή Χάρη τοῦ  Ἁγίου Πνεύματος γνώρισε ἡ  Ἐλισάβετ ποιόν κυοφοροῦσε ἡ  Παρθένος Μαρία, ἀλλά ἦταν τόσο καλά πληροφορημένη, ὥστε νά γνωρίζει καί ὅλα   ἐκεῖνα πού   εἶχε φανερώσει καί ὑποσχεθεῖ ὁ Θεός σ’ αὐτή  μέ τόν ἄγγελό του. Αὐτό πραγματικά θά μποροῦσε νά θεωρηθεῖ κάτι ἀπίθανο καί ἀπίστευτο.

Ὁ Ζαχαρίας ἑτοιμάστηκε ἀπό τό Θεό καί στάθηκε στά χέρια τοῦ  Θεοῦ  ἕνα τέλειο καί κατάλληλο ὄργανο. Αὐτό τό φανερώνει ὄχι μόνο τό γεγονός ὅτι στάλθηκε στό Ζαχαρία ὁ ἴδιος ἄγγελος πού   ἀξιώθηκε νά διακονήσει τό μυστήριο τό Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου καί εἶχε τό ἱερό προνόμιο νά τοῦ ἀναγγείλει τή γέννηση τοῦ  Ἰωάννη, πού   θά ἦταν συγγενής τό Κυρίου, ἀλλά τό ἐπιβεβαιώνουν καί αὐτά  πού   ὁ ἴδιος ὁ Ζαχαρίας εἶπε προφητικά γιά τό Χριστό, μέ τήν ὠδή πού  ἔψαλε, ὅταν  γεννήθηκε ὁ Ἰωάννης λέγοντας: «Ἄς εἶναι εὐλογημένος καί δοξασμένος ὁ Κύριος, τόν Ὁποῖον μόνοι, ἀπό ὅλα   τά ἔθνη γνώρισαν καί λάτρεψαν ὁ Ἰσραηλῖτες καί γι’ αὐτό ὀνομάζεται Θεός τους. Ἄς εἶναι δοξασμένος γιατί ἐπισκέφθηκε τό λαό του καί τόν ἐλευθέρωσε ἀπό τούς ὁρατούς καί ἀοράτους ἐχθρούς. Καί εὐδόκησε νά γεννηθεῖ γιά χάρη μας ἀπό τή γενιά τοῦ Δαυίδ τοῦ  δούλου του, ἰσχυρή καί ἀκαταγώνιστη δύναμη, πού   μᾶς σώζει, δηλαδή ὁ Σωτήρας τοῦ  κόσμου, Χριστός. Καί αὐτά  ὅλα  ἔγιναν, ὅπως ἀκριβῶς μας τά εἶχε ὑποσχεθεῖ μέ τό στόμα  ὅλων  τῶν ἁγίων του καί  ὅλων  τῶν προφητῶν, πού  φάνηκαν ἀπό τά ἀρχαιότατα χρόνια μέχρι σήμερα» (Λουκ. 1, 68-70). Καί ὅλα   τά ἀλλά ὅσα  πρόσθεσε σ’ αὐτά γιά τά ὁποῖα προσευχόταν κάθε ὥρα καί στιγμή τῆς ζωῆς του, νά ἀξιωθεῖ νά τά θαυμάσει.

ια’ .— Ἀκόμη τό πνευματικό ἀνάστημα τοῦ Ζαχαρία φανερώνεται ἀπ’   αὐτά  πού   ὁ ἴδιος προφήτεψε γιά τό παιδί του στό τέλος αὐτῆς τῆς Ὠδῆς λέγοντας: «Καί σύ παιδί μου, θά ὀνομαστεῖς Προφήτης τοῦ Ὑψίστου. Γιατί θά προηγηθεῖς πρίν ἀπό τόν Κύριο, γιά νά ἑτοιμάσεις στίς  καρδιές τῶν ἀνθρώπων τούς δρόμους Του, γιά νά κάνεις γνωστή στό λαό Του τήν σωτηρία πού   θά ἔρθει μέ τή συγχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν τους, χάρη στό μεγάλο ἔλεός τοῦ Θεοῦ μας» (Λουκ. 1,76-78). Καί αὐτά  ὅλα   δέν τά εἶπε ἀπό τήν καρδία του, μέ τίς  δικές του δηλαδή δυνάμεις, ἀλλά γέμισε ἀπό Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτό εἶναι γραμμένο στά Ἱερά Εὐαγγέλια πού   λένε γι’ αὐτόν: «Καί ὁ Ζαχαρίας, ὁ πατέρας του, πληρώθηκε μέ Ἅγιο Πνεῦμα καί εἶπε αὐτά  τά προφητικά λόγια» (Λουκ. 1,67). Ποιά λόγια; Ὅσα εἴπαμε πιό μπροστά. Εἶναι λοιπόν φανερό πῶς δέν θά μποροῦσε ὁ Ζαχαρίας νά πληρωθεῖ μέ Ἅγιο Πνεῦμα, ἐάν δέν ἦταν  ἀξιόπιστος καί δεκτικός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Οὔτε θά γινόταν πατέρας τοῦ Ἰωάννη, ἄν δέν ἦταν ἄξιος γιά μιά τέτοια τιμή.

Ὅλα αὐτά  λοιπόν, πού  προηγήθηκαν ἀπό τή σύλληψη τοῦ Ἰωάννη, φανερώνουν ὅτι αὐτός πραγματικά ὑπῆρξε πιό μεγάλος ἀπό ὅλους  τούς ἀνθρώπους, πρίν ἀκόμα συλληφθεῖ. Ἔτσι λοιπόν καί ὁ Ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἡ Αὐτοαλήθεια, ἔδωσε γιά τόν Ἰωάννη μιά τέτοια μαρτύρια, ὥστε κανένας νά μήν ἰσχυριστεῖ ὅτι ὁ Ἰωάννης εἶναι μικρότερος ἀπό κάποιον ἄλλο ἄνθρωπο, ἐπειδή δέν θά εἶχε γεννηθεῖ ἀπό γονεῖς τόσο μεγάλους καί ἐπιφανεῖς. Αὐτό ἀκριβῶς ἐπιδίωκε καί τό Ἱερό Εὐαγγέλιο, μέ ὅσα εἴπαμε πιό μπροστά, ἔχοντας τήν πρόθεση νά ἀποστομώσει κάθε ἕναν πού   θά ἤθελε νά ἀμφισβητήσει τή μοναδικότητα καί τό μεγαλεῖο τοῦ Ἰωάννη. <Καί ἦταν καί οἱ δυό τους δίκαιοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, γιατί ζοῦσαν σύμφωνα μέ τίς  ἐντολές καί τά προστάγματα τοῦ Κυρίου καί τηροῦσαν ὅλες τίς  ἔντολές Του» (Λουκ. 1,6).

Τί σημαίνει αὐτό;  Αὐτή  ἡ  εὐαγγελική μαρτυρία πού   ἀναφέρεται στούς γονεῖς τοῦ Ἰωάννη, τό Ζαχαρία καί τήν Ἐλισάβετ, φανερώνει ὅτι αὐτοί ζοῦσαν πάνω στήν ἀκρόπολη τῶν ἀρετῶν καί γι’ αὐτό ξεχώριζαν ἀνάμεσα στούς ἄλλους ἀνθρώπους γιά τίς  ἀρετές τους. Γιατί ἡ  εὐαγγελική αὐτή  μαρτυρία, πού δέν μεροληπτεῖ καί δέν προσωποληπτεῖ, δέν τούς ἀποκάλεσε μόνο δίκαιους, ἀλλά πρόσθεσε καί τό «ἐνώπιον τοῦ Κυρίου», πού   σημαίνει ὅτι αὐτοί προσπαθοῦσαν μέ κάθε τρόπο νά εἶναι καί νά φαίνονται δίκαιοι στό Θεό, σύμφωνα μέ τόν εὐαγγελικό νόμο. Γιατί μέ τά προφητικά τους χαρίσματα, πρέπει νά ὑπολογίζουμε ὅτι εἶχαν ἀξιωθεῖ νά ‚ἔχουν εὐαγγελικό φρόνημα καί πρίν ἀπό τό εὐαγγέλιο. Καί ἀφοῦ ἦταν τέτοιοι, προσπαθοῦσαν μέ τό ἀριστερό τους χέρι νά κρύβουν τήν εὐάρεστη στό Θεό πολιτεία τους, δηλαδή ὅ,τι ἔκανε τό δεξί τους χέρι (Ματθ. 6,3). Καί ἔτσι ἔφταναν μέ τό ἔργο καί μέ τήν πράξη τους νά ἐφαρμόζουν τό εὐαγγελικό πρόσταγμα. Σ’ αὐτή  τήν εὐαγγελική μαρτυρία γιά τό Ζαχαρία καί τήν Ἐλισάβετ, μέ πολλή σαφήνεια φανερώνεται ὅτι αὐτοί, κατά ἄψογο τρόπο, ἐφάρμοζαν ὅλες τίς  ἐντολές καί τίς  διδασκαλίες τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου. Καί ἔτσι μᾶς δείχνουν ὅτι ὅσοι  βαδίζουν σύμφωνα μέ τό νόμο, εἴτε τόν τῆς Παλαιᾶς εἴτε τόν τῆς Καινῆς ἔιαθηκης, στεφανώνονται μέ τά βραβεῖα πού   θεσμοθετοῦσε ἡ παλαιά νομοθεσία καί λαμπρύνονται γιά τίς  ὕψιστες ἀρετές, πού   χαρίζει τό εὐαγγελικό πολίτευμα.

ιβ’.-Τέτοιοι ἔπρεπε λοιπόν νά εἶναι καί νά φαίνονται αὐτοί πού   γέννησαν τόν Ἰωάννη, γιατί ὁ Ἰωάννης ἐπρόκειτο νά ἀναδειχτεῖ μεσίτης ἀνάμεσα στήν Παλαιά καί στήν Καινή Διαθήκη καί νά γίνει φορέας πραγματικός  ὅλων  τῶν ὕψιστων ἀγαθῶν πού   ἀποκαλύπτονται μέσα καί στίς  δυό Διαθῆκες. Καί βέβαια ἔχει ὁμολογηθεῖ ὅτι στό πρόσωπο τοῦ Ἰωάννη βρῆκε τό τέλος της ἡ Παλαιά Διαθήκη. Γιατί ὁ Ἰωάννης βρίσκεται στό τέλος τοῦ Χοροῦ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἔτσι ἄλλωστε λέγεται ἀπό πολλούς ὅτι ὅλοι οἱ προφῆτες προφήτεψαν μέχρι τόν Ἰωάννη τό Βαπτιστή. Καί ἀκόμη ὁ Ἰωάννης θεωρεῖται ἡ  ἀρχή τῆς Νέας Διαθήκης — ἐπειδή αὐτός  προπορεύτηκε ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό — πού   τήν ὑπέγραψε μέ τό αἷμα Του. Πραγματικά ὁ Ἰωάννης προηγήθηκε ἀπό ὅλους τούς Ἀποστόλους. Ἐπειδή πραγματικά εἶχε ἀποσταλεῖ νά βαδίσει πιό μπροστά ἀπό τό Χριστό καί νά γίνει ἡ  ἀπαρχή ὅλων τῶν ἁγίων πού   θά κήρυτταν τόν ἐρχομό τῆς Βασιλείας τό Θεοῦ. Γιατί αὐτός  εἶχε πρῶτος διαταχθεῖ νά ἐξαγγείλει τόν ἐρχομό τῆς Βασιλείας τοῦ  Θεοῦ, πρίν ἀπό τό Χριστό. Καί θά μπορούσαμε νά ἰσχυριστοῦμε ὅτι ἀπό τίς  ἡμερές τοῦ Ἰωάννη τό Βαπτιστῆ, «ἡ  Βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καί βιαστές ἁρπάζουν αὐτή » (Ματθ. 11,12) καί ὁ πρῶτος βιαστής της ὑπῆρξε ὁ Ἰωάννης, πού   μᾶς φανέρωσε μέ τό παράδειγμά του ὅτι  ὅλοι  μποροῦμε νά τήν κατακτήσουμε, ἄν συμμορφώσουμε τή ζωή μας μέ τίς  εὐαγγελικές ἀλήθειες.

Καί συλλαμβάνεται στήν κοιλιά τῆς ἁγίας μάνας του, πού   ἦταν κοσμημένη μέ προφητικό χάρισμα, ἀπό τόν ἱερέα καί προφήτη πατέρα του, πού   τόν κοσμοῦσαν καί χίλιες δυό ἄλλες λαμπρές ἀρετές καί ἰδιαίτερα τό φιλόθεο φρόνημά του. Ποιός; Ὁ Ἰωάννης πού   μόνος ἀπό τούς ἀνθρώπους ἀξιώθηκε νά προφητέψει, ὄντας ἀκόμα στήν κοιλιά τῆς μάνας του. Αὐτός  ἀξιώθηκε νά ἀναγνωρίσει τό Δεσπότη Χριστό, πού   βρισκόταν μέσα στήν κοιλιά τῆς Παρθένου καί‚ ἔτσι νά γίνει ὁ μόνος ἀπό τούς ἄνθρωπους πού ἐνῶ βρισκόταν στήν κοιλιά τῆς μάνας του, κυοφόρησε ὁ ἴδιος τό Ἅγιο Πνεῦμα. Μᾶς ἔδωσε ἔτσι τή θαυμαστή πραγματικότητα ἑνός βρέφους πού   κυοφοροῦσε κυοφορούμενο. Ἦταν κυοφορούμενος στή στείρα μάνα του καί κυοφοροῦσε τή Χάρη τοῦ  Ἁγίου Πνεύματος. Κυοφόρησε ὁ ἴδιος τήν προφητεία καί πρίν νά κυοφορηθεῖ καί νά γεννηθεῖ, γέννησε χάρισμα πνευματικό. Γιατί πραγματικά, ὅπως λέει ὁ προφήτης τοῦ  Θεοῦ  Ἡσαΐας (Ἡσ. 26,17-18), σέ προφῆτες δέχονται τό προφητικό μήνυμα καί τό κρατοῦν μέσα τους μέ ὠδίνη. Καί  ὅταν  μετά ἔρθει ὁ καιρός νά διακονήσουν τό Ἅγιο Πνεῦμα, φανερώνουν στούς ἀνθρώπους τό νόημα τοῦ  προφητικοῦ μηνύματος, πού   τό κρατοῦσαν μέσα τους μυστικό, σάν νά φέρνουν παιδί στόν κόσμο.  Αὐτή  ὅμως τήν καθιερωμένη προφητική διαδικασία, ὁ Ἰωάννης τήν ἀκολούθησε μετά τήν παράδοξη σύλληψή του. Ὅπως εἴπαμε, εἶχε συλληφθεῖ στήν ἄγονη μήτρα τῆς γριᾶς μάνας του, ὁποῦ  εἶχε σπαρεῖ ἀπό τό γερό πατέρα του. Καί ἀπό τότε ἡσύχαζε ἀναγκαστικά μέχρι τή συνάντηση τῆς Παρθένου μέ τή μητέρα του, μιά καί αὐτό τοῦ  ζητοῦσε ἡ  μητρική στοργή καί ἀσφάλεια. Ἐκεῖνος ὅμως δέν ἤθελε νά κρατάει τή Χάρη τοῦ  Ἁγίου Πνεύματος, πού  εἶχε μέσα του, ἀδρανή, γιατί εἶναι βέβαιο, ὅπως μᾶς τό ‘χει μαρτυρήσει καί ὁ ἄγγελος, ὅτι ἦταν γεμᾶτος ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὄντας ἀκόμη μέσα στήν κοιλιά τῆς μάνας του. Γι’ αὐτό καί ὅταν  εἶχαν περάσει οἱ πέντε μῆνες τῆς κυοφορίας του, ἡ  μάνα του ἐξακολουθοῦσε νά κρύβει τόν ἑαυτό της ἀπό τά μάτια τῶν ἀνθρώπων καί νά μή θέλει νά φανερώσει ὅτι θά γίνει μητέρα. Οἱ πέντε αὐτοί μῆνες ἔχουν μιά ἀντιστοιχία στά πέντε αἰσθητήρια τοῦ  ἀνθρώπου, ἀπό τά ὁποῖα προσπαθοῦσε νά ξεφύγει καί ἡ  Ἐλισάβετ, ὅταν  μαζί μέ τόν ἑαυτό της, προσπαθοῦσε νά κρύψει καί τόν προφήτη πού   κρατοῦσε μέσα της, ἄν καί βιαζόταν ἐκεῖνος νά φανερωθεῖ.

Ἔφτασε λοιπόν καί ὁ ἕκτος μήνας καί παρουσιάστηκε ἡ  Παρθένος νά φέρει στήν κοιλιά της κυοφορούμενο τό Δημιουργό ὅλης τῆς κτίσεως. Γιατί αὐτή  συνέλαβε στόν ἕκτο μήνα τῆς κυοφορίας τῆς Ἐλισάβετ Αὐτόν πού   δημιούργησε ὅλο τόν ἄλλο κόσμο σέ ἔξι ἥμερες καί διαίτερα τόν ἄνθρωπο τήν ἕκτη ἡμέρα. Αὐτόν  πού   ἀναγέννησε τόν ἄνθρωπο μέ τό σταυρό Του, ὅταν  ἐκεῖνος εἶχε πιά ἐξαχρειωθεῖ ἀπό τίς  ἁμαρτίες του. Τότε πιά ὁ Ἰωάννης δέν κρατήθηκε μέσα στήν ἡσυχία του. Οὔτε δέχτηκε νά σιωπήσει, αὐτός  πού   ἦταν ἡ  φωνή τοῦ  Λόγου, μπροστά στόν παρόντα Λόγο. Ἔτσι καί πρίν ἀπό τήν ὥρα τοῦ ἔγινε προάγγελος τοῦ  ἐρχομοῦ τοῦ  Χριστοῦ, γιατί δέν στάθηκε ἱκανό νά τόν ἐμποδίσει τίποτα, οὔτε καί τό γεγονός ὅτι δέν μποροῦσε νά χρησιμοποιήσει τή γλώσσα του, σάν κυοφορούμενο βρέφος. Μέ τά σκιρτήματά του φώναζε καί διαλαλοῦσε ὅτι τώρα βρίσκεται μπροστά Του Αὐτός  πού   θά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας. Ἔτσι, χαρίζοντας σέ μᾶς σκιρτήματα ἀγαλλιάσεως γιά τήν ἀποδέσμευσή μας ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας, χαιρόταν καί ἀγαλλιοῦσε καί ἐκεῖνος, μέ τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί κήρυττε ὅτι ἔφτασε Αὐτός  πού   θά ἀφαιρέσει κάθε δάκρυ ἀπό τά πρόσωπά μας καί θά χαρίσει σταθερή εἰρήνη καί ἀγαλλίαση σ’ ὅλο τόν κόσμο. Ἅπλωνε ἐνδεικτικά τό δάκτυλό του καί φανέρωνε τόν Ἀμνό τοῦ Θεοῦ, πού   θά σφαγιαστεῖ γιά μᾶς τά ἀγριοκάτσικα, γιά τίς  ἁμαρτίες  ὅλων  μας καί θά σηκώσει στούς ὤμους Του τήν ἐνοχή γιά τίς  ἁμαρτίες ὅλου του κόσμου. Ἅπλωσε καί τά δυό Του χέρια καί μ’ αὐτό τόν τρόπο κήρυξε, πρίν ἀπό τήν ὥρα του, τό τρόπαιο τοῦ Σταυροῦ. Τό τρόπαιο πού   ἦρθε νά στήσει ἐνάντια στούς δαίμονες Αὐτός  πού   τώρα βρίσκεται μέσα στήν κοιλιά τῆς Παρθένου. Στάθηκε ὁ Ἰωάννης ὄρθιος μέσα στήν κοιλιά τῆς μάνας του καί μέ τή στάση του αὐτή  κελαηδοῦσε μυστικά τήν ἐξανάσταση  ὅλων  τῶν ἄνθρωπων ἀπό τόν Ἅδη. Τήν ἐξανάσταση πού   χάρισε μέ τό νά κρυφτεῖ τότε στόν τάφο Αὐτός  πού   τώρα κρύβεται μέσα στήν ἄσπορο μήτρα τῆς μάνας του. Καί σάν νά μάλωνε ὁ Ἰωάννης μέ τή μάνα του τῆς ἔλεγε πῶς, ἐνῶ ἐκεῖνος θέλει ὅλα   αὐτά  νά τά κηρύξει, ἐκείνη θά φανεῖ ὅτι τόν ἐμποδίζει μέ τά φυσικά δεσμά τῆς μήτρας καί τόν κρατᾶ, παρά τή θέλησή του, δέσμιο, ἐκτός ἄν συμφωνήσει νά τοῦ δανείσει ἀμέσως τή φωνή της καί ἡ  ἴδια πλέον νά διακηρύξει ὅλα   αὐτά  πρός τήν Ἁγία καί Μακαρία Παρθένο. «Εὐλογημένος εἶναι ὁ καρπός τῆς κοιλιᾶς σου. Καί πῶς ἦταν νά ἔρθει ἡ μητέρα τοῦ Κύριού μου σέ μενα»; Αὐτό τό κήρυγμα εἶναι τοῦ Ἰωάννη, ἔστω καί ἄν ἔχει διακηρυχτεῖ ἀπό τό στόμα τῆς Ἐλισάβετ. Γιατί μέσα σ’ αὐτό τό κήρυγμα ἦταν ἡ ἴδια καί ἀπαράλλακτη ἐκείνη συγγενική φωνή πού   μίλησε στό Χριστό, ὅταν  Ἐκεῖνος ἦρθε στόν ποταμό Ἰορδάνη, ὅπου ὁ Ἰωάννης βάπτιζε τούς ἄνθρωπους, γιά νά βαπτιστεῖ ἀπό αὐτόν καί ὁ Ἴδιος. Μ’ αὐτή τή φωνή φώναξε τότε ὁ Ἰωάννης στό Χριστό, ὅταν  τόν εἶδε νά πλησιάζει: «Ἐγώ ἔχω ἀνάγκη νά βαπτιστῶ ἀπό σένα καί σύ ἔρχεσαι σέ μένα»; Εἴδατε λοιπόν τή συγγένεια τῆς φωνῆς; Αὐτός πραγματικά εἶναι πού   μίλησε τότε καί πού   μιλάει καί Τώρα. Τότε μίλησε μέ τό δικό του στόμα καί τώρα μιλάει μέ τό στόμα τῆς μητέρας του.

ιδ΄. Φαντάζομαι λοιπόν πῶς ὁ Ἰωάννης κάπως ἔτσι θά προσευχόταν στό Δεσπότη Χριστό, πού   τόν ἔστειλε, πρίν ἀπό τόν ἔρχομό του στόν κόσμο, ἐφόσον φλεγόταν μιά ὥρα ἀρχύτερα, νά τόν κηρύξει προδρομικά. Θά κατηγοροῦσε τή μητέρα του, πού   τόν εἶχε στήν κοιλιά της, ὅτι τόν ἐμπόδιζε στήν προδρομική του πορεία καί θά ἔλεγε:

Δέσποτά μου καί Κύριέ μου, ἐσύ μέ ἔστειλες νά κηρύξω τήν ἀξιοθαύμαστη καί ἀνεκδιήγητη ἄφιξή Σου καί ἡ  μάνα μου μέ κρατάει σφιχτοδεμένο. Ἐσύ μέ διατάζεις νά φωνάξω καί αὐτή  μοῦ δεσμεύει τή γλώσσα. Ἐσύ μέ ἔχεις ἀπόστειλει νά τρέξω πρίν ἀπό σένα καί αὐτή  μοῦ φράζει τό δρόμο. Ἐσύ εἶσαι ὅμως ὁ Δεσπότης ὅλης τῆς φύσεως. Διάταξε νά λυθοῦν τά δεσμά μου καί ἡ  διαταγή σου θά πραγματοποιηθεῖ μέ τή μετάθεση τῶν Φυσικῶν νόμων. Δῶσε μονάχα μιά προσταγή καί ἡ  μάνα μου δέν θά μπορέσει νά σταθεῖ ἐνάντιά της. Πές κάτι καί μόλις τό πεῖς θά γίνει ἀμέσως, γιατί σέ Σένα συμβαδίζουν ἡ θέληση μέ τή δύναμη καί ὅλα   τά δημιουργήματα ὑπακοῦμε καί συμμορφωνόμαστε στά θεϊκά σου προστάγματα. Ἄν ὅμως δέν θέλεις ἐγώ νά κάνω κάτι τέτοιο, μή μέ καταδικάσεις, ὅτι τάχα ἀπό τεμπελιά δέν ἔτρεξα νά σέ κηρύξω, ἀφοῦ Ἐσύ ἔβαλες μπροστά μου αὐτά  τά φυσικά ἐμπόδια. Ἐσύ ἔχεις ἀποφασίσει νά μή μποροῦμε νά ξεπερνᾶμε τούς ὅρους τῆς φύσεως. Ἐσύ θέλεις νά τηροῦμε τούς νόμους της.

Ἀλλά ὁ Δεσπότης καί Κύριος, δέν θέλησε, ἐπειδή μόνο καί μόνο ὁ Ἰωάννης ἦταν τόσο φλογερά πρόθυμος νά τόν κηρύξει, νά διατάξει τίποτε πού   θά ἦταν ἀντίθετο ἀπό τούς νόμους τῆς φύσεως, πού   ἐκεῖνος εἶχε θεσμοθετήσει τόσο καλά ἀπό τήν ἀρχή τῆς δημιουργίας. Γιατί καί Αὐτός πού   ἔγινε γιά μᾶς ἄνθρωπος, σάν ἁπλός ἄνθρωπος, θέλησε νά ὑποταχτεῖ στούς ἴδιους νόμους τῆς φύσεως ὅπως καί ἐμεῖς. Ἔτσι φανέρωσε μέ τό παράδειγμά Του τήν ἀξία τῶν νόμων καί τόνισε τή σημασία πού  ἔχει ἡ  ἐφαρμογή τους. Γι’ αὐτό καί ἀμέσως ἀπάντησε στόν Ἰωάννη μέ λόγια ἀνάλογα πρός ἐκεῖνα τά ὁποῖα τοῦ εἶπε, ὅταν  ἦρθε νά βαπτιστεῖ: «Ἀφησέ τά αὐτά  τώρα, γιατί ἔτσι πρέπει νά ἐκτελέσουμε κάθε ἔντολη» (Ματθ. 3,15). Καί ὅπως ἦταν φυσικό, ὁ Ἰωάννης μόλις ἄκουσε τό Χριστό ἡσύχασε καί δέν τόλμησε νά μιλήσει. Σιώπησε, ἄν καί βιαζόταν τόσο πολύ νά περάσει ὁ καιρός, πού   ἀπαιτεῖται γιά τήν κυοφορία κάθε ἀνθρώπου, ὥστε νά βγεῖ ἀπό τήν κοιλιά τῆς μάνας του, πού τόν κρατοῦσε δέσμιο καί νά ἀρχίσει τό κήρυγμα, σύμφωνα μέ τήν ἐντολή πού   τοῦ  εἶχε δοθεῖ ἀπό τό Θεό. Ἔτσι λοιπόν πέρασαν τρεῖς μῆνες, κατά τούς ὁποίους ἔβλεπε καί αἰσθανόταν κοντά του, ὁμόστεγό του, τόν κτίστη καί δημιουργό Του. Τόν ἔβλεπε νά ἀνέχεται καί ὁ Ἴδιος τούς ἴδιους φυσικούς περιορισμούς ὅπως ὁ Ἰωάννης. Μετά ἀπό τούς τρεῖς μῆνες ἦρθε ὁ καιρός νά γεννηθεῖ ὁ Ἰωάννης. Αὐτούς τούς τρεῖς μῆνες ἡ  Παρθένος Μαρία μέ τό Χριστό στήν κοιλιά της φιλοξενήθηκε στήν Ἐλισάβετ, ἐκπληρώνοντας ἔτσι ἕνα μεγάλο σκοπό. Καί ὁ σκοπός αὐτός  ἦταν νά μυηθεῖ τελείως στά μυστήρια τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὄντας μέσα στήν κοιλιά τῆς μάνας του, σάν νά ἦταν βυθισμένος μέσα σέ νεφέλη Μωσαϊκή, αὐτός  πού   θά ἔβγαινε ἀπό τήν κοιλιά τῆς Ἐλισάβετ καί θά ἀποστελλόταν στόν κόσμο γιά νά γίνει ὁ κήρυκας καί προάγγελος τοῦ Χριστοῦ. Μετά τούς τρεῖς αὐτούς μῆνες, γεννιέται κατά τό πρόσταγμα τοῦ  Θεοῦ, πού   τώρα κρυβόταν μέσα στήν παρθενική μήτρα.

ιε.-Καί μέ τή γέννησή του ἐξαφάνισε ἀμέσως τήν ντροπή τῆς μάνας του, πού τή βάραινε καί πού τήν ἔκανε νά νιώθει ντροπιασμένη καί ἔνοχη, γιατί δέν εἶχε παιδί. Ἀλλά ὁ δεσμός τῆς γλώσσας τοῦ πατέρα του, πού   τοῦ ἐπιβλήθηκε γιά τή δυσπιστία του, δέν λύθηκε ἀμέσως. Καί νά πού   τώρα ὅλοι ἔβλεπαν, χωρίς καμία ἀμφιβολία, ὅτι εἶχαν μπροστά τους ἕνα θαυμάσιο ἀγοράκι. Καί αὐτή  πού   τό γέννησε, φωτισμένη στήν ψυχή της ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἤθελε νά τό ὀνομάσουν Ἰωάννη. Σύμφωνα μέ τήν προφορά του στήν ἑβραϊκή γλώσσα καί σύμφωνα μέ τή μετάφρασή του στά ἑλληνικά τό ὄνομα αὐτό σημαίνει χάρη καί συμπαράσταση τοῦ  Θεοῦ. Ὁ συγγενεῖς ὅμως τῆς οἰκογένειας, πού   ἦταν πιστοί στό πνεῦμα τοῦ νόμου τῆς συναγωγῆς καί τρέφονταν μέ ἀνάλογες ἰδέες, ὅταν  ἄκουσαν αὐτό τό προφητικό ὄνομα πού   ἤθελε νά δώσει ἡ  Ἐλισάβετ στό παιδί, ἔφερναν ἀντιρρήσεις. Πρόβαλλαν λοιπόν τόν ἰσχυρισμό ὅτι ἤδη ἡ  Χάρη τοῦ  Θεοῦ  καί Πατέρα ἔχει δοθεῖ στόν κόσμο. Γι’ αὐτό ἔντονα καί ἀπαιτητικά ζητοῦσαν νά μή δοθεῖ αὐτό τό ὄνομα καί προσπαθοῦσαν μέ κάθε τρόπο καί ἀντέλεγαν στήν Ἐλισάβετ καί μάλιστα ἔφτασαν στό τολμηρό σημεῖο νά τῆς ποῦν: «Κανένας στήν οἰκογένειά σου δέν ὑπαρχει πού   νά ὀνομάζεται ἔτσι» (Λουκ. 1,63). Καί πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι σύμφωνα μέ τά ἔθιμα τῆς φυλῆς ἦταν πολλοί ἀκόμα στήν οἰκογένεια, αὐτοί πού   τό ὄνομά τους δέν εἶχε δοθεῖ σέ κανέναν ἀπόγονο. Δηλαδή ἦταν λιγοστά τά παιδιά πού   εἶχαν γεννηθεῖ μέχρι τότε στήν οἰκογένεια αὐτή  καί πολλοί περίμεναν ἀπογόνους γιά νά δώσουν τ’ ὄνομά τους. Ὁ Ζαχαρίας ὅμως, ἀφοῦ πῆρε στά χέρια του μιά ξύλινη πλάκα, μιά καί δέν μποροῦσε νά μιλήσει, ἔκανε νοήματα καί ἔγραφε ἐπάνω στήν πλάκα: «τό ὄνομα τοῦ  παιδιοῦ εἶναι Ἰωάννης». Ἀλλά δέν ἔγραφε μόνο πάνω στήν πλάκα, γιατί χαράζοντας αὐτές τίς  λέξεις, καθώς χάραζε τά γράμματα, ἄρχισε νά τό ἐπαναλαμβάνει καί μέ τή γλώσσα, ἔχοντας μαζί μέ τήν κίνηση τοῦ  χεριοῦ καί τή θαυμαστή εὐκολία νά φανερώνει καί τήν κίνηση τῆς γλώσσας του. Καί ὅσο  ἔτρεχαν τά γράμματα πάνω στόν πίνακα, τόσο ἔβγαιναν καί τά λόγια ἀπό τό στόμα του. Αὐτό Θέλει νά μᾶς τό φανερώσει καί ὁ μακάριος Εὐαγγελιστής καί νά τό τονίσει ὅσο  μπορεῖ περισσότερο λέγοντάς μας: «Καί ἀφοῦ ζήτησε ἕνα μικρό πίνακα ἔγραψε πάνω του λέγοντας: Τό ὄνομα τοῦ παιδιοῦ θά εἶναι Ἰωάννης». Δηλαδή συγχρόνως ἔγραφε καί ἔλεγε. Καί μποροῦσε κανείς τήν ἴδια στιγμή νά τόν βλέπει νά ἐνεργεῖ καί μέ τό χέρι καί μέ τή γλώσσα. Μέ ἄλλα λόγια δέν ἔγραφε χωρίς νά λέει, οὔτε ἔλεγε χωρίς νά γράψει ἀλλά συγχρόνως ἔλεγε καί ἔγραφε. Τήν ἴδια ὥρα πού   τό χέρι του ἔτρεχε πάνω στόν πίνακα, τά λόγια ἔβγαιναν τρέχοντας ἀπό τό στόμα του. Οὔτε τό χέρι ἤθελε νά δώσει τή νίκη στή γλώσσα, οὔτε ἡ  γλώσσα στό χέρι. Καί τά δυό μέ τήν ἴδια θέρμη καί μέ τόν ἴδιο ζῆλο ἀνέλαβαν τόν εὐχάριστο δρόμο τους καί ὅπως ξεκίνησαν μαζί καί ἔτρεχαν μαζί ἔτσι καί στεφανώθηκαν μαζί. Κανένα ἀπό τά δυό δέν δέχτηκε νά θεωρηθεῖ νικημένο.Ἔτσι ἔκαναν ὅλους  νά τά θαυμάζουν. Γιατί πραγματικά ἦταν ἀξιοθαύμαστο αὐτό πού  ἔγινε. Καί τότε μέν αὐτοί πού   θαύμασαν τό γεγονός αὐτό,τό εἶδαν καί τό κατάλαβαν μέ τά μάτια τοῦ σώματος καί τό θαύμασαν σάν μιά σωματική δραστηριότητα. Ἔτσι τουλάχιστον τούς φάνηκε. Ὅμως γιά ὅλους  ὅσους τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τούς κάνει μετόχους στά μυστήρια τῆς πίστεως, τά πράγματα δέν σταματοῦν ἐκεῖ πού   ἀναγκάζονται νά σταματήσουν ὁ αἰσθήσεις. Ἀλλά μέ τή δύναμη τοῦ λόγου βρίσκουν ἄλλες μυστικές καί κρυφές ἔννοιες πού   τίς  ἐρευνο[θν καί τίς  κατανοοῦν μέ τή Χάρη καί τή βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Κάτι τέτοιο πρέπει νά κάνουμε καί ἐμεῖς πού   ἀξιωθήκαμε νά γνωρίσουμε τόν τρόπο πού   ἀνέτειλε ὁ λύχνος, πού   χαρίζει σέ μᾶς τήν ἀνταύγεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί νά προσπαθήσουμε σέ σᾶς, τά πνευματικά μας παιδιά, νά μεταδώσουμε τά μυστικά νοήματα πού   κρύβονται στό ὄνομα τοῦ Ἰωάννη, γιά νά σᾶς θρέψουμε πνευματικά.

ιστ’.— Λέγαμε λοιπόν πῶς τό ὄνομα Ἰωάννης σημαίνει Χάρη Θεοῦ. Ἔπρεπε λοιπόν νά πάρει τό ὄνομα αὐτό γιατί εἶχε ἀπόσταλει, ὡς πρόδρομος καί ἀγαθός μηνυτής αὐτῆς τῆς Χάριτος. Χάρη Θεοῦ σύμφωνα μέ τήν πίστη μας εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, Αὐτός  πού   σαρκώθηκε καί φανερώθηκε ὅμοιος ἄνθρωπος μέ μᾶς, γιά τή σωτηρία  ὅλων  μας, ἐπειδή εἴμαστε βυθισμένοι σέ ἀσχρές ἁμαρτίες. Αὐτός μᾶς λύτρωσε ἀπό αὐτές τίς αἰσχρές ἁμαρτίες καί μᾶς χάρισε μέ ἀφθονία τή δική Του Χάρη καί δόξα. Γιατί ὁ Θεός, ἀφοῦ εἶναι καί λαμπρύνεται σάν Πλάστης καί Δημιουργός καί Κυβερνήτης  ὅλων  τῶν ἀνθρώπων, πρός ὅλους  τούς ἀνθρώπους ἐξίσου προετοίμασε καί θέλησε νά δώσει τή Χάρη καί τό φωτισμό τῆς Φιλανθρωπίας Του. Πρός ὅλους  τούς ἀνθρώπους, Ἰουδαίους καί Ἕλληνες καί βαρβάρους, ἀνόητους, σοφούς καί ἀσόφους, δούλους καί κυρίους. Κατά τήν ἀνθρώπινη φύση Του ὅμως γεννήθηκε ἀπό Ἰουδαίους, σύμφωνα μέ τήν ἐπαγγελία πού   ἔδωσε ὁ Θεός στόν Πατριάρχη Ἀβραάμ ὅταν  τόν κάλεσε προσωπικά.

Ὁ Ἀβραάμ προερχόταν γενεαλογικῶς ἀπό τά ἔθνη, ἀλλά οἱ ἀπόγονοί του σχημάτισαν τή φυλή τῶν Ἰουδαίων (Γεν. 15,5- 17,5). Γι’ αὐτό καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει, μέ τήν πλούσια σοφία πού   τοῦ  χάρισε ὁ Θεός: «Νομίζετε ὅτι ὁ Θεός εἶναι Θεός μόνο γιά τούς Ἰουδαίους καί ὄχι καί γιά τούς ἐθνικούς; Ὄχι βέβαια. Ὁ Θεός εἶναι Θεός καί γιά τούς ἐθνικούς, γιατί ἕνας καί μόνον ἕνας Θεός ὑπάρχει καί αὐτός  θά δικαιώσει ὅλους  τούς ἀνθρώπους καί αὐτούς, πού   πιστοί στό νόμο, ἔχουν περιτμηθεῖ, καί αὐτούς, πού   ἔχοντας τήν τέλεια πίστη τῆς Χάριτος, ἔμειναν ἀπερίτμητοι» (Ρωμ. 3,29-31).

Μ’ αὐτόν τόν τρόπο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος φανέρωσε ὅτι ὁ Θεός ἴσια καί ὅμοια ἔδωσε τή Χάρη Του καί στούς Ἰουδαίους καί στούς Ἐθνικούς. Καί ὁ Ζαχαρίας πού   ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα ἱκανώθηκε μέ προφητικό χάρισμα, ὅταν  ἔλεγε ὅτι ὁ γιός του πρέπει νά πάρει τό θαυμαστό αὐτό ὄνομα Ἰωάννης, μέ τή διπλή αὐτή ἐνέργειά του, δηλαδή μέ τήν κίνηση τοῦ χεριοῦ καί τῆς γλώσσας φανέρωνε ὅτι ἡ  χάρη τῆς υἱοθεσέας θά δοθεῖ ἐξίσου σέ ὅλους  τούς ἄνθρωπους, πού   θά πιστέψουν στό Χριστό. Καί σ’ αὐτούς δηλαδή πού   ἦταν μέσα στή θρησκεία τοῦ νόμου καί σ’ αὐτούς πού   θά πιστέψουν στό Χριστό, ὄντας μέσα στήν εἰδωλολατρεία, ἀρκεῖ ὅλοι αὐτοί νά ἔχουν τήν ἴδια προαίρεση καί νά προσλάβουν τή Θεία Χάρη μέ τήν ἴδια πραγματική πίστη καί τήν ἴδια ψυχική καθαρότητα. Αὐτό λέει καί ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης: «Σέ ὅσους μέ πίστη τόν δέχτηκαν, ἔδωσε τήν ἐξουσία νά γίνουν παιδιά τοῦ  Θεοῦ  καί νά γεννηθοῦν ὄχι ἀπό ἀνθρώπινα αἵματα καί ἀπό σαρκικό θέλημα, οὔτε μέ σπέρμα καί θέλημα ἀντρικό, ἀλλά νά γεννηθοῦν ἀπό τόν Ἴδιο τό Θεό» (Ἰωάν. 1, 12-13). Καί εἶναι βέβαιο καί ἀναμφισβήτητο πώς μέ τά γράμματα πού  ἔγραψε ὁ Ζαχαρίας πάνω στόν πίνακα φανέρωνε τούς Ἰουδαίους πού   θά δέχονταν τή Χάρη, ἄν καί τήν πίστη τους τήν εἶχε διαμορφώσει ὁ Μωσαϊκός Νόμος. Μέ τά λόγια ὅμως πού   εἶπε ὁ προφήτης Ζαχαρίας, λόγια πού   τοῦ  τά εἶχε ἐμπνεύσει ὁ Λόγος τοῦ  Θεοῦ καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, φανέρωνε αὐτούς πού   θά δέχονταν τή Χάρη, ἐνῶ ἦταν ἐθνικοί. Θά δέχονταν δηλαδή περισσότερο τό Λόγο τοῦ  Θεοῦ  καί καθοδηγούμενοι ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα θά βάδιζαν σύμφωνα μέ τό νόμο τῆς Χάριτος. Εἶναι βέβαιο ὅτι καί ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ἔχει γιά τούς ἀνθρώπους διπλό χαρακτήρα. Ὁ ἕνας εἶναι σαρκικός, ἐκφράζεται μέ τό γράμμα τοῦ  νόμου καί ὁ ἄλλος εἶναι λογικός καί ἐκφράζεται μέ τό χάρισμα τοῦ  Ἁγίου Πνεύματος.  Αὐτή  ἡ  ἑρμηνεία τοῦ  νόμου μᾶς ἔχει παραδοθεῖ γιά τή διπλή καί μυστική σημασία τοῦ  ὀνόματος τοῦ  Ἰωάννη καί μᾶς φανερώνει τό εὐαγγελικό μυστήριο. Ποτέ δέν θά μπορούσαμε μόνοι μας, μέ τίς  δικές μας δυνάμεις νά δώσουμε μιά τέτοια ἑρμηνεία. Μᾶς τήν ὑπέδειξε ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης, πού   σάν ἄσβεστο λυχνάρι τοῦ  θείου φωτός φεγγοβολάει καί φωτίζει καθετί ἀπόκρυφο καί μυστικό. Γι’ αὐτό τώρα καί ἐμεῖς περισσότερο θαυμάζουμε ἀπό ἐκείνους τούς Ἰουδαίους. Γιατί ἐκείνοι θαύμασαν, σύμφωνα μέ τίς  προϋποθέσεις πού   εἶχαν ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, μόνο αὐτά  πού   ἔβλεπαν μέ τά μάτια τους. Ἀλλά τώρα ὁ Ἰωάννης προηγεῖται στή ζωή ἀπό τόν Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης καί Τρέχει πρίν ἀπό αὐτόν  μέ τά προφητικά του ἅλματα. Τρέχει σάν τό λαμπερό ἀστέρι τῆς αὐγῆς, ὅλος λαμπρός καί ἀξιοθαύμαστος, πού   κάνει ὅλους  νά τόν θαυμάζουν γιά τό μέγεθος τῆς φωτεινῆς λαμπρότητάς του.  Αὐτήν τοῦ  τήν ἐξασφάλιζε καί τοῦ  τήν ἔδινε ἡ  μεγάλη καί ἔνδοξη καί ἀχώριστη σχέση πού   εἶχε μέ τό Χριστό, ἀπό τόν Ὁποῖο εἶχε ἀποσταλεῖ καί ὁ Ὁποῖος, σάν Ἥλιος πού   ἀνέτειλε ἀμέσως μετά ἀπό αὐτόν, ἦταν ἡ  μοναδική, ἀσύλληπτη καί ἀσύγκριτη πηγή, ἀπό τήν ὁποία ἐξέλαμπε καί ἀκτινοβολοῦσε τό ἄρρητο Φῶς.

ιζ’.— Ὁ Ἰωάννης γεννήθηκε καί πῆρε τό ὄνομά του, φανερώνοντας μ’ αὐτό τή δύναμη Ἐκείνου πού θά γεννιόταν ὕστερα ἀπ’   αὐτόν, ἀπό τήν Παρθένο Μαρία. Καί μέ τή γέννησή του ἐλευθέρωσε — ἀπό τά δεσμά τῆς βραδυγλωσσίας μέ τά ὁποῖα ἦταν δεμένη — τή γλώσσα αὐτοῦ  πού   τόν γέννησε καί τοῦ ἔδωσε τό ὄνομα, σύμφωνα μέ τό νόμο. Καί ἡ  φωνή τοῦ Λόγου, πού   ἐπρόκειτο νά κηρύξει σέ ὁλόκληρο τόν κόσμο τό Λόγο τοῦ Θεοῦ, πού θά ‘ρχόταν στούς ἄνθρωπους μετά τόν Ἰωάννη, ἔδωσε φωνή στό βαρύφωνο νόμο, πού   τόν ἐκπροσωποῦσε ὁ πατέρας του ὁ Ζαχαρίας, ὅπως ἔδωσε καί στόν ἴδιο τόν πατέρα του. Γιατί καί ὁ νόμος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἔπασχε ἀπό μιά κάποια βαρυφωνία, ὅπως ἔπασχε καί ὁ ἴδιός ὁ Μωϋσῆς. Πῶς ἦταν δυνατόν νά κρατηθεῖ σέ μιά τέτοια ἀφωνία ὁ Ζαχαρίας, αὐτός  πού   γέννησε τή φωνή τοῦ Λόγου, τώρα πού   εἶχε πιά γεννηθεῖ ὁ Τίμιος Πρόδρομος, ἡ φωνή τοῦ Λόγου, πρίν ἀπό τό Λόγο; Ἦταν δυνατόν νά συνεχίζει νά εἶναι δεμένη μέ τά δεσμά τῆς σιωπῆς ἡ  γλώσσα τοῦ Ζαχαρία, τώρα πού   ἐπρόκειτο νά γεννηθεῖ καί νά σαρκωθεῖ ὁ Θεός Λόγος; Τώρα πού   ἐπρόκειτο νά κηρυχτεῖ στούς ἄνθρωπους, τόσο λαμπρά καί φανερά ὅσο  ποτέ ὄλλοτε; Εἶναι σέ ὅλους  βέβαιο ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, πού ἦρθε ἀτόν κόσμο μετά τή φωνή Του, τόν Ἰωάννη τόν Πρόδρομο, ἐλευθέρωσε τόν νόμο τῆς Παλαις Διαθήκης ἀπό τήν βραδυγλωσσία του. Ἔκανε δηλαδή ἔτσι σέ ὅλους  φανερό τόν παιδαγωγικό χαρακτήρα τοῦ νόμου. Γιατί ἔκανε φανερά καί ἐβεβαίωσε τά κρυφά καί μυστικά μηνύματα τῶν προφητικῶν κηρυγμάτων καί ἔδωσε στό νόμο φωνή μεγάλη καί καθαρή. Ἔδιωξε ἀπό αὐτόν κάθε ἀκατάληπτη σημασία του, δηλαδή ἀφαίρεσε ἀπό τό νόμο τήν ἀφωνία, πού   τόσο πολύ τόν βασάνιζε, ἔστω καί ἀσυνείδητα στό παρελθόν, καί τοῦ ἔδωσε τήν καθαρότητα καί τήν διαύγεια τοῦ νόμου τῆς Χάριτος.

Γι’ αὐτό στό πρόσωπο τοῦ Ζαχαρία, πού ὑπῆρξε συγχρόνως ἱερέας καί προφήτης, δίνονται μέ μυστική σημασία καί τά δυό νοήματα, πού   συμβολίζονται σ’ αὐτόν, ξεχωριστά τό καθένα, ἀλλά πολύ καθαρά. Μέ τήν ἱερωσύνη συμβολίζεται ὁ νόμος καί μέ τά γηρατειά του τά προχωρημένα ὁ χαρακτήρας τοῦ νόμου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Μέ τό προφητικό του χάρισμα συμβολίζονται σέ προφῆτες καί ἡ  ἐποχή τους. Γιατί λέει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς: «Ἄνοιξε δέ ἀμέσως τό στόμα του καί λύθηκε ἡ  γλώσσα του καί εὐλογοῦσε τό Θεό» (Λουκ. 1,64). Καί πραγματικά, τότε πού   φανερώθηκε καί ἔζησε πάνω στή γῆ ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ Λόγος καί ἡ  Σοφία τοῦ Θεοῦ Πατέρα, τότε φανερώθηκε στούς ἄνθρωπους καί τό νόημα τῶν προφητικῶν κηρυγμάτων, σάν νά βγάζε κανείς σφραγίδες ἀπό τά σφραγισμένα μέ τήν ἄγνοια βιβλία τους καί τότε μόνον ὁ νόμος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἐλευθερώθηκε ἀπό τά δεσμά τῆς σκιᾶς καί τῆς ἄγνοιας. Ἔτσι ἀπό τότε μέ τήν ἴδια δύναμη καί τήν ἴδια διαύγεια καί ὁ νόμος καί οἱ Προφῆτες κηρύττουν φανερά τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, τόν εὐλογοῦν ὡς Θεό προαιώνιο καί ἀναδείχνονται συναθλητές, διακηρύττουν δηλαδή, μαζί μέ τό Ἱερό Εὐαγγέλιο, μέ ὅσο  πιό δυνατή φωνή μποροῦν, τό μήνυμα τῆς Χάριτος τῆς Καινῆς Διαθήκης. Καί ἐπειδή μέ ὅλα   αὐτά  τά γεγονότα, φανερωνόταν αὐτή  ἡ  καταπληκτική συμπόρευση τῆς Χάριτος τοῦ νόμου καί τῶν προφητῶν, ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ συγγενεῖς καί γείτονες πού   βρίσκονταν στό σπίτι τοῦ Ζαχαρία, μέ φόβο καί θαυμασμό, πού   τούς εἶχε κυριέψει καί μέ πολύ ἔντονο ἐνδιαφέρον συζητοῦσαν γιά τόν Ἰωάννη καί ἔλεγαν: Τί λοιπόν σημαίνουν ὅλα   αὐτά ; Καί τί θά γίνει αὐτός  ὁ Ἰωάννης; Γιατί πραγματικά εἴδαμε μέ τή γέννησή του τόσα αὐξιοθαύμαστα καί καταπληκτικά γεγονότα, πού   δέν γνωρίζουμε νά ἔχουν συμβεῖ στή γέννηση ἄλλου ἀνθρώπου.

ιη’ .— Παίρνοντας λοιπόν καί ἐγώ μέρος στή συζήτησή τους τούς λέω: Ὅλα αὐτά  τά ἀξιοθαύμαστα καί παράδοξα πού   συμβαίνουν εἶναι γιατί γεννιέται αὐτός, πού   ὅμοιός του δέν ὑπάρχει καί δέν ἔχει ποτέ γεννηθεῖ ἀνάμεσα στούς ἄνθρωπους. Ἀφοῦ λοιπόν ἔχει ὁμολογηθεῖ ὅτι αὐτός  εἶναι ὁ πιό μεγάλος ἀνάμεσα σέ ὅσους πότε γεννήθηκαν στόν κόσμο, εἶναι φυσικό νά ἀξιωθεῖ νά ἀπολαύσει καί στή γέννησή του μιά τόσο μεγάλη δόξα, ὥστε καί μέ τόν τρόπο αὐτό νά συντελέσει νά δοξαστεῖ ὁ Ἰησοῦς Χριστός πού   γιά τή σωτηρία μας θά γεννηθεῖ μετά τόν Ἰωάννη. Καί δέν στόλισε ὁ Ἰησοῦς Χριστός τόν Πρόδρομό του μόνο μέ τέτοια ἀξιοθαύμαστα καί παράδοξα γεγονότα κατά τήν γέννησή του, ἀλλά ὁ Ἴδιος, ὡς Θεός, βρισκόταν ἀόρατα μαζί του καί ἔτσι τόν ἔκανε νά φαίνεται σέ ὅλους  μεγάλος καί δοξασμένος. Αὐτό πού   τώρα σᾶς λέω τό φανερώνουν καί τά λόγια τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου: «Καί ὅλους  ὅσους κατοικοῦσαν ἐκεῖ τριγύρω, τούς κυρίεψε φόβος ἀπό τό θαῦμα αὐτό καί διαδόθηκαν ὅλα   αὐτά  πού   συνέβηκαν, ὅσα  ἀναφέρονταν στήν ὀνομασία τοῦ παιδιοῦ καί στή θαυμαστή θεραπεία τῆς ἀφωνίας τοῦ πατέρα του, σέ ὁλόκληρη τήν ὀρεινή περιοχή τῆς Ἰουδαίας καί ὅσοι  τά ἄκουσαν τά ἔβαλαν μέσα στήν καρδία τους καί τά χάραζαν βαθιά στή μνήμη τους, λέγοντας. ‘Ὕστερα ἀπό ὅλα   αὐτά πού   ἔγιναν στή γέννησή του, τί θά γίνει ἄραγε αὐτό τό παιδί, στό ὁποῖο ἡ  πρόνοια τοῦ Θεοῦ δείχτηκε τόσο θαυμαστή; Καί πραγματικά τό προστατευτικό χέρι τοῦ Κυρίου ἦταν μαζί του» (Λουκ. 1,65-66).

Μέ κανένα τρόπο δέν ἐμποδιζόταν τό χέρι τοῦ Κυρίου, ὁ Ἴδιος ὁ Μονογενής Λόγος τοῦ Θεοῦ, νά εἶναι κατά τή θεία φύση Του, μαζί μέ τόν Πρόδρομο καί νά τόν ἐνισχύει, ὥστε νά δοξάζεται γιά τή μεγαλειώδη ζωή του ὡς ὁ πρῶτος καί ὁ πιό μεγάλος ἀπό τούς κήρυκές Του. Ὁ Ἴδιος βέβαια ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἔχει ὀνομαστεῖ «δεξιά τοῦ Θεοῦ» καί «χέρι τοῦ Θεοῦ καί «βραχίονας τοῦ Θεοῦ», γιατί ὅλα   ὅσα  ἔγιναν καί γίνονται ὁ Θεός τά κάνει μέ τόν Υἱό Του, ἔστω καί ἄν τώρα ὁ Υἱός τοῦ  Θεοῦ  Φαίνεται νά εἶναι σαρκωμένος καί νά ἔχει συλληφθεῖ σάν ἄνθρωπος στή μήτρα τῆς Παρθένου καί νά ἀναπαύεται μέσα σ’ αὐτή  σάν σέ βασιλικό παλάτι.

Ὁ Ἰωάννης λοιπόν στή γέννησή του φανερώθηκε ὅτι ξεπερνάει ὅλους  τους ἄνθρωπους πού   γεννήθηκαν ποτέ στόν κόσμο. Καί τά ἀξιοθαύμαστα γεγονότα πού   συνόδεψαν τή γέννησή του προξένησαν μεγάλο φόβο σ’ αὐτούς πού   ἦταν ὁμοστεγοί του καί εἶχαν τά ἴδια φρονήματα, τήν ἴδια πίστη καί τήν ἴδια λαχτάρα γιά τόν ἔρχομο τοῦ  Μεσσία στόν κόσμο. Τόν ἴδιο ὅμως φόβο προξένησε ἡ  γέννηση τοῦ Προδρόμου καί σ’ αὐτούς πού   ἔμεναν γύρω καί μακριά ἀπό τό σπίτι του καί περιορίζονταν νά εἶναι φανατικά προσκολλημένοι στό γράμμα τοῦ νόμου καί ἔτσι ἔμεναν ἔξω καί μακριά ἀπό τή χάρη. Αὐτοί βέβαια νομίζουν — ἔπειδη δέν μποροῦν νά ἀντιληφθοῦν μέ πληρότητα τό νόμο καί προσκολλῶνται στό γράμμα του, μέ μονόπλευρο φανατισμό — Πῶς ἐμεῖς εἴμαστε ἔξω καί μακριά ἀπό τήν ἀλήθεια. Αὐτός  εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο αὐτοί βρίσκονται ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία μας καί ζοῦν μακριά ἀπό τή Χάρη, πού   μέ τό νόμο προετοίμαζε ὁ Θεός γι’ αὐτούς. Μ’ αὐτόν τόν τρόπο λοιπόν, ἐκεῖνοι οἱ ταλαίπωροι καί δυστυχισμένοι, ἐξαιτίας τοῦ  φανατισμένου καί τυπολατρικοῦ τούς φρονήματος βρέθηκαν ἔξω ἀπό τή ζωή τῆς Χάριτος πού   κρυβόταν μέσα στό νόμο. Ὁ Ἰωάννης ὅμως, ὁ Πρόδρομος καί κήρυκας αὐτῆς τῆς ζωῆς, ἀφοῦ γεννήθηκε μέσα στά τόσο μεγάλα καί ἀξιοθαύμαστα γεγονότα, συνεχίζει νά τρέφεται μέ τό γάλα τῆς μάνας του. Καί ὅταν  πιά ἀπογαλακτίστηκε φυγαδεύτηκε στήν ἔρημο καί ἀρνήθηκε κάθε συναναστροφή μέ ἄνθρωπους γιά νά φανερώσει ὅτι κανένας ἄλλος ἄνθρωπος δέν ἦταν ἄξιος νά τόν συντροφέψει σ’ αὐτή  τήν ὑπεράνθρωπη ζωή καί διαγωγή του. Γιατί πώς ἦταν δυνατόν νά κατοικήσει μαζί μέ τούς ἀνθρώπους σέ πόλεις ἤ  σέ χωριά αὐτός, πού   στή ζωή του δέν δέχτηκε καμιά σχέση ἀνθρώπινη καί καμιά παρηγοριά γήϊνη, πού   θά τόν τραβοῦσε πρός τά κάτω, ὅπως εἶναι τά σπίτια, σέ τροφές, τά σκεπάσματα, σέ φιλίες, σέ συναλλαγές, οἱ ἐπαφές μέ τούς συγγενεῖς καί τό συνταίριασμα μέ γυναίκα; Βγῆκε λοιπόν στήν ἔρημο, ὄχι βέβαια γιατί θέλησε νά μιμηθεῖ τόν ἔξοχο νομοθέτη Μωυσῆ. Ὁ Τίμιος Πρόδρομος χαριτώθηκε ἀπό τό Θεό, ὥστε νά μπεῖ πιό βαθιά στά θεϊκά μυστήρια ἀπό τό Μωϋσῆ. Καί γύρισε πίσω στόν κόσμο, φανερώνοντας τό νέο νόμο τῆς χάριτος, λυτρώνοντας τούς πλανεμένους καί καθοδηγώντας στό δρόμο τῆς πραγματικῆς πίστεως καί λατρείας τοῦ  Θεοῦ  ὅλους ἐκείνους πού   τούς βασάνιζαν σκληρά οἱ νοητοί Αἰγύπτιοι, δηλαδή οἱ δαίμονες. Οὔτε μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι  βγῆκε στήν ἔρημο γιατί ἤθελε νά βαδίσει στά ἴδια ἴχνη μέ ἐκεῖνον τόν Προφήτη Ἠλία, πού   τόσα μεγάλα καί περίεργα ἔκανε, ἔστω καί ἄν ὀνομάστηκε νέος Ἠλίας, ἔστω καί ἄν στάλθηκε νά ζήσει καί νά δράσει μέ τή δύναμη καί τό πνεῦμα τοῦ  Προφήτη Ἠλία, ἔστω καί ἄν γύρισε πίσω στόν κόσμο νά σωφρονίσει τόν Ἥρωδη, τόν νέο Ἀχαάβ, ἔστω καί ἄν διώχτηκε καί ἀποκεφαλίστηκε ἀπό τήν Ἡρωδιάδα, πού   τόν μίσησε καί τόν καταδίωξε σάν ἄλλη Ἱεζάβελ. Δέν εἶχε στό νοῦ καί στήν καρδιά του, οὔτε τό σκοπό τοῦ Ἠλία, οὔτε τό σκοπό τοῦ Μωϋσῆ, ὅταν  βγῆκε στήν ἔρημο. Γιατί κανένας ἀπό τούς σώφρονες καί ἔνθεους ἄντρες δέν μιμεῖται τούς μικρότερούς του στήν ἀρετή, ἀλλά ἀνταγωνίζεται τούς μεγαλύτερους καί ὑψηλότερους. Αὐτό τό νόημα ἔχει ὁ θεάρεστος ἀνταγωνισμός. Ἄν λοιπόν, μέ τίς  ἀνθρώπινες δυνατότητες καί τά ἀνθρωπινά κριτήρια, δέν ὑπῆρξε κανένας ἄνθρωπος μεγαλύτερος καί καλύτερος ἀπό τόν Ἰωάννη — ἐννοῶ βέβαια ἄντρας, γιατί πάνω ἀπ’ ὅλους  τούς ἀνθρώπους βρίσκεται ἡ Παναγία Παρθένος καί σεπτή Θεομήτωρ — καί ἄν ὁ Ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἐπικύρωσε αὐτή τή γνώμη μέ τή δική Του μαρτυρία, εἶναι τόσο φανερό ὅτι ὁ Ἰωάννης δέν πῆγε στήν ἔρημο γιά νά μιμηθεῖ κανέναν ἀπό αὐτούς, πού   προηγήθηκαν στήν ἐρημική ζωή, ἀλλά πῆγε γιά νά μιμηθεῖ τούς οὐράνιους ἀγγἐλους. Γι’ αὐτό καί ἀξιώθηκε νά πάρει τό ὄνομά τους.

ιθ’.— Εἶχε λοιπόν ὁ Ἰωάννης κάθε δικαίωμα νά διεκδικήσει, μέ ἄγαθο καί φιλόθεο φρόνημα, κάποια θέση, τιμή καί δόξα, ἐφάμιλλη πρός τήν τιμή καί τή δόξα τῶν οὐράνιων δυνάμεων, γιατί μόνον αὐτός  πάνω στή γῆ, ἔζησε σάν σαρκωμένος ἄγγελος. Αὐτός  ἔζησε σάν νά ἦταν συμμέτοχος τῆς ἄυλης φύσης τους καί πρόσφερε στό Χριστό ἰσάγγελη διακονία, ὅταν  τόν βάπτισε στόν Ἰορδάνη καί ὅταν, σέ ὅλη  τήν ὑπόλοιπη ζωή του, τόν διακονοῦσε σέ κάθε περίσταση μέ ἀγγελικό τρόπο. Μέ τέτοια λαχτάρα ἱερη ἄφησε ὁ Ἰωάννης τό πατρικό του σπίτι καί ἔμεινε στήν ἔρημο, σάν νά βρίσκεται σέ ὑπερκόσμιο καί οὐράνιο χῶρο. Μ’ αὐτή  τήν πράξη του μᾶς χάρισε ἕνα συμβολισμό Ἱερό πού   μᾶς φανερώνει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, πού  ἔφερε στόν κόσμο τό πλήρωμα τῆς Θείας Χάριτος, θά παρατοῦσε τήν Ἑβραϊκή Συναγωγή, πού   τόν γέννησε καί τόν γαλούχησε σάν ἄνθρωπο. Θά ἄφηνε δηλαδή τήν πατρική του στέγη καί κληρονομιά καί θά μετοικοῦσε στήν ἔρημο, στήν ἐκκλησία πού   σχημάτιζαν οἱ ἐθνικοί. Καί αὐτό δέν θά γινόταν μόνο γιά μιά μικρή χρονική περίοδο, ἀλλά θά γίνεται αἰώνια, μέχρι τή Δευτέρα Παρουσία τοῦ Ἰησοῦ, πού   θά ἔρθει ἀπό τούς οὐρανούς, μέ δόξα καί δύναμη πολλή καί θά φανερωθεῖ μπροστά στόν ἐκλεκτό του λαό, τόν πνευματικό Ἰσραήλ. «Τό δέ παιδί μεγάλωνε καί δυνάμωνε σωματικά καί πνευματικά, μέ τό φωτισμό καί τήν ἐνίσχυση τοῦ  Ἁγίου Πνεύματος. Καί ἔμενε στήν ἔρημο, μέχρι τήν ἡμέρα πού   εἶχε ὁριστεῖ, ἀπό τήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, γιά τή φανέρωσή του ὡς Προφήτη καί ἀπεσταλμένου τοῦ  Θεοῦ στόν Ἰσραηλιτικό λαό» (Λουκ. 1,80)

 Ἀντιλαμβάνονται βέβαια πολύ καλά ὅσοι  στεφανώθηκαν καί ἀξιώθηκαν νά ἔχουν φρόνημα ἐμπνευσμένο ἀπό τό Θεό Πατέρα, τί ἤθελε νά πεῖ ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅταν  εἶπε στούς συναγμένους Ἰουδαίους: «Νά λοιπόν, πού  τό σπίτι σας θά ρημάξει» (Ματθ. 23,38). Ὁ Χριστός ἔκανε σπίτι του τήν ἔρημο, τήν ἐκκλησία πού   σχηματίστηκε ἀπό τά ἔθνη καί θεωρεῖ Σῶμα του αὐτούς πού   μέ τήν πίστη τους ἔχει καλέσει στή ζωή Του καί ἑνωμένος μ’ αὐτούς τούς τρέφει καί τούς κατευθύνει, κρατώντας τή θέση τῆς κεφαλῆς τοῦ  Σώματος. Γιατί ὅπως μᾶς λέει καί μᾶς διδάσκει τό σκεῦος τῆς ἐκλογῆς, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «εἴμαστε σῶμα Χριστοῦ καί ὁ καθένας μας ἕνα μέλος αὐτοῦ  τοῦ  σώματος. Καί Ἐκεῖνος εἶναι ἡ  κεφαλή μας» (Α΄ Κόρ. 12,27 — Κολασ. 1-18). Καί μέ τό νά κάνει ὁ Χριστός τή ζωή μας ζωή Του, αὐξάνει καί προοδεύει, μέσα στή δική μας αὔξηση καί πρόοδο, φανερώνοντας ἔτσι ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε μέλη τοῦ  σώματός Του. Γι’ αὐτό καί μέ τή δική μας πνευματική αὔξηση καί δυνάμωση πραγματοποιεῖται καί ἡ  δική Του αὔξηση καί δυνάμωση μέσα στόν κόσμο. Γιατί αὐτή  τήν αὔξηση καί δυναμώση, πού   χαρίζει Ἐκεῖνος σέ μᾶς, τή θεωρεῖ δική Του. Εἶναι δέ πολύ δικαιολογημένο καί αὐτό πού   σέ πολλά σημεῖα τῶν βιβλίων τῆς Ἁγίας Γραφῆς λέγεται, δηλαδή ὅτι ὁ Χριστός εἶναι στήν ἔρημο. Ἔτσι φανερώνουν καί τονίζουν μέ ἔμφαση ὅτι ὁ Χριστός δέν εἶναι καί δέν ἦρθε γιά τή σωτηρία ἕνος μόνο ἔθνους, ὅπως στήν ἐποχή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὅπου ὁ νόμος καί ἡ  μονοθεΐα χαρίστηκε μονάχα στό λαό τοῦ Ἰσραήλ. Ἀλλά εἶναι γεγονός ὅτι ὁ Χριστός ἦρθε γιά τή σωτηρία τῶν ἄνθρωπων  ὅλων  τῶν ἔθνων καί σχημάτισε τήν Ἐκκλησία Του, πού τήν συγκροτοῦν καί τήν ὁλοκληρώνουν, ὅλες οἱ τοπικές ἐθνικές ἐκκλησίες. Γι’ αὐτό σέ πολλά σημεῖα τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀναφέρονται στόν πληθυντικό ἀριθμό, οἱ Ἐκκλησίες. Ἄλλοτε ἀναφέρονται σάν «ὄρη ὑψηλά», ἄλλοτε σάν «βουνά», κάποτε σάν «πηγές» καί κάποτε σάν «νησιά τῶν ἔθνων». Σέ μερικά δέ σημεῖα συμβολίζονται σάν «πλοῖα τῆς Καρχηδόνος» (Ἡσ. κγ’ 1, 6, 10. 14).

Καί σύ μέν τώρα μακάριε Βαπτιστή — ἄν καί ἀκόμα δέν ἀνέφερα στήν ὁμιλία μου πῶς βάπτισες τό Χριστό — μ’ αὐτό τόν τρόπο καί γι’ αὐτό τόν σκοπό ἦρθες καί ἔμεινες στήν ἔρημο — ὅπως τουλάχιστον ἐγώ μπόρεσα νά κατανοήσω καί νά ἐξηγήσω τά πράγματα — προσπαθώντας, μέ ὅσο τό δυνατόν πιό μυστικό τρόπο, νά φανερώσεις στούς ἀνθρώπους τό εὐχάριστο μήνυμα ὅτι σύντομα θά ἔρθει ἡ Θεία καί σωτήρια Χάρη, γιά νά συγκροτήσει καί νά θρέψει τήν Ἐκκλησία τοῦ  Χριστοῦ, πού   θά τήν σχημάτιζαν τά ἔθνη.

κ’.— Ὅμως ἐγώ, ἄν καί ἔχω τήν πρόθεση νά συνεχίσω τήν ὁμιλία, ὅπως θά ἔπρεπε στό πρόσωπο τοῦ Τίμιου Προδρόμου, δυσκολεύομαι, καί ἐμποδίζομαι πολύ δυνατά. Πρῶτα ἐξαιτίας τῆς ἀνθρώπινης ἀσθένειάς μου — δέν ντρέπομαι νά σοῦ πῶ τήν ἀλήθεια πού   τή γνωρίζεις καί πρίν νά τήν ὁμολογίσουμε — καί ὕστερα, ὅπως τό βλέπεις καί μόνος σου, ἔφτασε πιά ἡ  ὥρα γιά τή Θεία καί Ἱερή λειτουργία καί συνέχει τίς  ψυχές μας καί ἀναγκάζει ὅλους  μας, νά παραμείνουμε σ’ αὐτή  καί δέν μᾶς ἀφήνει νά φύγουμε μαζί μέ σένα γιά τήν ποθητή ἔρημο, πράγμα πού   ἔστω καί γιά λίγο δέν σοῦ εἶναι ἀρεστό, οὔτε σέ μένα δυνατό, οὔτε πρέπον στούς πανηγυριστές. Γι’ αὐτό, ζητώντας σου νά μᾶς συγχωρέσεις, σέ παρακαλῶ νά μείνεις μαζί μας, μέ τή χάρη καί τή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος — ἔστω καί ἄν σάν ἄνθρωπος προτιμᾶς τόσο πολύ τήν ἔρημο — καί νά μᾶς ἐνισχύεις ἀδιάκοπα ὅλους  ἐμᾶς, πού   συνηθίζεις νά μᾶς χαριτώνεις ἀσταμάτητα. Γιατί ἡ  τοπική ἀπόσταση δέν σέ ἐμποδίζει, ὅταν  θέλεις, νά μᾶς βοηθήσεις, μιά καί εἶσαι στούς οὐρανούς μαζί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί εὔκολα μπορεῖς νά μᾶς παρακολουθεῖς. Καί σ’ ὅλους  αὐτούς τούς πανηγυριστές σου, δῶσε τή δύναμη καί τή Χάρη νά σέ γιορτάσουν μέ ἱερή εὐχαρίστηση, ὅπως ἀκριβῶς εὐαρεστεῖσαι ἐσύ, ὁ Πρόδρομος τῆς Χάριτος καί ὅπως πρέπει στή θεοχαρίτωτη ζωή σου. Τόν ὑπόλοιπο δέ χρόνο τῆς ζωῆς μας, εἴθε ἐσύ νά τόν φρουρεῖς καί νά τόν κατευθύνεις, σύμφωνα μέ τίς  ἐπιταγές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατά τό δικό σου πρότυπο, πού   μᾶς χαρίστηκε μέσα στό Χριστό. Ἔτσι μέ τή δική σου βοήθεια καί χειραγωγία νά ἐφαρμόζουμε τίς  ἐντολές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ὅταν  ὁ Χριστός, ὁ χορηγός τῆς ζωῆς, μᾶς καλέσει νά φύγουμε ἀπ’   αὐτήν τήν ἐπίγεια ζωή, νά γίνουμε δεκτοί σέ μιά ἀπό τίς  πόλεις ὅπου ἐσύ ἔχεις μιά ξεχωριστή καί ἐπίσημη θέση καί τίς  ὁποῖες ἔδωσε ὁ Χριστός σέ σένα καί σέ ὅλους τούς μετά ἀπό σένα θείους ἄνδρες. Δέν θά μποροῦσα βέβαια ποτέ νά ἰσχυριστῶ ὅτι, ἔστω καί σέ μικρό βαθμό, ἔχω συμμορφωθεῖ ὅπως ἐσύ μέ τά θεία προστάγματα, πού   σήμερα ἀνέφερα ἐδῶ καί ὅτι εἶμαι ἄξιος τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ Χριστοῦ. Σέ παρακαλῶ ὅμως νά μεσιτέψεις ὥστε καί ἐμεῖς ὅλοι νά ἐφαρμόσουμε τά θεία προστάγματα καί νά ἑνωθοῦμε μέ σένα, πού   εἶσαι πραγματικός ὑπερασπιστής, προστάτης, φύλακας, νομοθέτης καί ἐκπαιδευτής μας, στό λαμπρό πολίτευμα τῆς Χάριτος καί μέ ὅλους  τους δικούς σου, δηλαδή μέ ὅλους  τούς ἀνθρώπους πού ἔζησαν στή γῆ καί ἔγιναν γνήσιοι μαθητές σου καί δοῦλοι τοῦ  Θεοῦ. Ἔτσι θά γίνουμε κοινωνοί καί τῆς αἰώνιας ζωῆς, πού ἔχει ἑτοιμάσει γιά σένα ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί Κύριός μας καί τοῦ Ἴδιου τοῦ Ἴησου Χριστοῦ, στό Πρόσωπο τοῦ Ὁποίου ἀπονέμουμε κάθε δόξα, τιμή καί μεγαλωσύνη, στήν Ἁγία Τριάδα, στόν Πατέρα, στόν Υἱό καί στό Ἅγιον Πνεῦμα, στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

20181205 165004

Ιερά Μητρόπολη

Καισαριανής Βύρωνος & Υμηττού

Φορμίωνος 83

16121, Καισαριανή

Τηλ. : 210 7224123 - 210 7237133

Fax : 210 7223584

email :info@imkby.gr

ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

images