«Τὸ νῖκος διὰ τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ»
Δημοσιεύθηκε 23 Ἀπριλίου 2026
Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἀνέστη. Μὲ αὐτὴν τὴν νικηφόρο κραυγὴ τὸ εὐαγγέλιο διεδόθηκε σέ ὅλες τίς χῶρες τῆς γῆς. Τὸ κήρυγμα τοῦ σταυροῦ εἶναι συγχρόνως καὶ κήρυγμα τῆς ἀναστάσεως (Πραξ. α᾽ 22, β΄ 32). Σ’ αὐτό τοῦτο ἔγκειται ἡ ἀκατάβλητη δύναμή του.
Μὲ τὴν ἐπάνοδό Του στοὺς οὐρανοὺς χωρὶς τὴν ἀνάσταση τοῦ σώματος, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν θὰ ἀπεδεικνύετο πλήρως ὡς ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου (Ψαλ. ις΄ 10). Θὰ εἶχε θριαμβεύσει κατὰ τοῦ θανάτου μόνο πνευματικῶς καὶ ἠθικῶς, ἀλλὰ ἡ νίκη Του κατὰ τοῦ φυσικοῦ θανάτου δὲν θὰ παρουσιαζόταν κατὰ τρόπο βασιλικό. Ἡ νίκη Του θὰ ἦταν ἐλλιπής ἀπέναντι στόν θρίαμβο, ἀλλ᾽ ὄχι ὁ πλήρης θρίαμβος· διότι ἀπὸ τὴν τριπλή προσωπικότητα μόνο δύο μέρη, τὸ πνεῦμα καὶ ἡ ψυχή, ὄχι ὅμως καὶ τὸ σῶμα, θὰ περιλαμβάνονταν στὸν θρίαμβο τῆς ἀναστάσεώς Του.
Χωρὶς τὴν σωματικὴ ἀνάσταση, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν θὰ ἀπεκαλύπτετο ὡς ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου. Διότι ὁ θάνατος δὲν εἶναι ἡ παύση τῆς ὑπάρξεως ἀλλ᾽ εἶναι ἡ διάλυση τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, δέν εἶναι ἐξόντωση τῆς ὑπάρξεως, ἀλλ᾽ εἶναι ἡ διάσπαση τῆς συνοχῆς μεταξὺ πνεύματος, ψυχῆς καὶ σώματος. Ἡ νίκη λοιπὸν κατὰ τοῦ θανάτου πρέπει νὰ ἐπιδειχθεῖ μέ τήν ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητος, μέ τήν ἀποκατάσταση τῆς ὀργανικῆς συνοχῆς τοῦ πνεύματος, τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος. Γι’ αὐτό χωρὶς τὴν ἀνάσταση τοῦ σώματος δὲν ὑπάρχει κανεὶς τρόπος θριάμβου τῆς ζωῆς (Α΄ Κορ. ιε΄54 - 57), χωρὶς τὴν σωματικὴ ἀνάσταση δὲν ὑπάρχει πλήρης καρπὸς τῆς νίκης. Μόνο μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ σώματος εἶναι δυνατὸ νὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι νικήθηκε ὁ θάνατος. Καὶ θὰ εἴχαμε καταλήξει στὴν ἀπόφαση ὅτι δὲν νικήθηκε ὁ θάνατος ἐὰν δὲν εἴχαμεν στὰ τέσσερα Εὐαγγέλια τὴν μαρτυρία περὶ τοῦ κενοῦ τάφου τοῦ Ἰησοῦ (Ματθ. κη΄, Μαρκ. ις΄, Λουκ. κδ΄, Ἰωάν. κ᾽).
«Ἡ πίστις εἶναι ἐξ ἀκοῆς ἡ δὲ ἀκοὴ διὰ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. ι΄ 14- 17). ᾿Αλλ’ ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ πίστη ἦταν ἐκείνη ἡ ὁποία κατέρρευσε μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ (Ἰωάν. κ΄ 19, 25, Λουκ. κδ΄ 21, 22, Μάρκ. ις΄ 14), καὶ ἀνορθώθηκε ἐκ νέου μέ τήν σωματική ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καὶ τῶν ἐμφανίσεών Του ποὺ ἐπηκολούθησαν ὡς ᾿Αναστημένου (Ἰωάν. κ΄ 8, 20, Α΄ Πετρ. α΄ 21). Χωρὶς τὴν σωματικὴ ἀνάσταση κανεὶς σκεπτόμενος ἄνθρωπος δὲν θὰ πίστευε ποτὲ στὸν Ἐσταυρωμένο. Διότι τὸ τέλος Του θὰ εὑρίσκετο σέ ἀντίθεση πρὸς τίς προηγούμενες προόσωπικές Του διαβεβαιώσεις περὶ τῆς ἀναστάσεως καὶ τοῦ θριάμβου Του (Ματθ. ιστ΄ 21: ιζ΄ 23, κ᾿ 19).
Ἡ ἀνάσταση λοιπὸν τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ σφραγὶδα τοῦ Πατρὸς ἐπὶ τοῦ προσώπου καὶ τοῦ ἔργου τοῦ Υἱοῦ (Πραξ. β΄ 32). Ὁ Χριστὸς διὰ τῆς ἀναστάσεώς Του ἀπέδειξεν ὅτι εἶναι ὁ Προφήτης καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ (Ρωμ. α΄ 4).
Ἡ ἀνάστασις εἶναι ἡ σφραγὶς ἐπὶ
1. τῆς μαρτυρίας τῶν προφητῶν (Ψαλ. ις΄ 10, Ὠσ. στ΄, 2 τὸ «σημεῖον τοῦ Ἰωνᾶ» Ματθ. ιβ΄ 39, 40, Ἡσ. νγ΄ 8 - 10)·
2. τῆς μαρτυρίας τοῦ Ἰδίου τοῦ Ἰησοῦ (Ματθ. ις΄ 21, Ἰωάν. β΄ 19 - 22)·
3. τῆς μαρτυρίας τῶν ᾿Αποστόλων Του (Α΄ Κορ. ιε΄ 15) ·
4. τῆς ἀλήθειας ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ (Ρωμ. α΄ 4, Πραξ. ιγ΄ 33)
5. τοῦ Βασιλικοῦ ἀξιώματος τοῦ Ἰησοῦ (Πράξ. ιγ΄ 34)·
6. τῆς ἀπολύτου ἐξουσίας τοῦ Ἰησοῦ ὡς παγκοσμίου Κριτοῦ (Πράξ. ιζ΄ 31)· καὶ ἐγγυᾶται τὴν δική μας μέλλουσα ἀνάσταση καὶ δόξα (Α΄ Θεσ. δ΄ 14).
Στήν πρώτη πρός Κορινθίους ἐπιστολή του ὁ Παῦλος, ἐπικαλούμενος ἑκατοντάδες ζῶντες, θέτει ἐνώπιον τῶν ἀναγνωστῶν, τίς ἑξῆς τέσσερις κυριώτερες ἀποδείξεις:
α) Τὴν ἀπόδειξη τῆς πείρας. Οἱ ἴδιοι οἱ Κορίνθιοι εἶχαν σωθεῖ μέ τό κήρυγμα ποὺ σχετιζόταν μὲ Ἐκεῖνον πού εἶχε τὴν πεῖρα τῆς ἀναστάσεως τοῦ σώματος (Α΄ Κορ. ιε΄ , 2)·
β) Τὴν ἀπόδειξη ἀπό τίς Γραφές. Ὁ Χριστὸς ὄχι μόνον εἶχε ἀποθάνει ἀλλὰ καὶ εἶχε ἀναστηθεῖ «κατὰ τὰς Γραφὰς» (Α΄ Κορ. ιε΄ 3, 4)·
γ)Τὴν ἀπόδειξη τῶν μαρτύρων. Περισσότεροι ἀπὸ πεντακοσίους ἄνθρωποι, καὶ ὑπὸ τὰς πλέον ἀντιξόους περιστάσεις, εἶχαν δεῖ προσωπικῶς τὸν Χριστὸν μετὰ τὴν ἀνάστασίν Του (Α΄ Κορ. ιε΄ 5 - 12)·
δ)Τὴν ἀπόδειξη ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα τοῦ γεγονότος στὴν ἱστορία τῆς σωτηρίας. «Ἂν ὁ Χριστὸς δὲν ἀνέστη, μάταιον ἄρα εἶναι τὸ κήρυγμα ἡμῶν, ματαία δὲ καὶ ἡ πίστις. Ὁ σταυρωθεὶς ἀπέθανε γιά νὰ ἀναστηθεῖ (Ἰωαν. ι΄ 17), ὁ ᾿Αναστημένος Χριστός ζεῖ γιά πάντα (Α΄ Κορ. β΄ 2, Ἀποκ. ε΄ 6).

